Connect with us

Hi, what are you looking for?

ΑΠΟΨΕΙΣ

Ανολοκλήρωτο Μυθιστόρημα του Κωνσταντίνου Βολάκη: «Μην κρύβεις ποτέ τις γόβες και το φόρεμα»

Γράφει ο Κωνσταντίνος Βολάκης

 

Διήγημα

Κατέβηκε προσεκτικά τα λουστραρισμένα ξύλινα σκαλοπάτια με τα στοιβαγμένα βιβλία στις άκρες. Γνωστός, αγαπημένος χώρος αυτό το κεντρικό βιβλιοπωλείο με τα χιλιάδες βιβλία και την καθισμένη στο ταμείο κοπέλα με τον υπολογιστή και τα ξανθά μαλλιά πιασμένα κότσο να τον κοιτάζει, μ’ εκείνο το ευγενικό, καλοσυνάτο χαμόγελο που στόλιζε το όμορφο, νεανικό της πρόσωπο.
-Καλημέρα, τι κάνετε κύριε Πέτρο;
–Καλά δεσποινίς μου, ευχαριστώ.
–Θέλετε βοήθεια;
–Όχι, όχι δεν θέλω κάτι συγκεκριμένο, απλά να ρίξω μια ματιά.
–Όσο θέλετε, εσείς έχετε γίνει δικός μας πια. Ξέρετε όλα τα κατατόπια εδώ μέσα.
Της χαμογέλασε και κατευθύνθηκε με σιγουριά στον αριστερό διάδρομο, προχωρώντας στο βάθος που ήταν τα διηγήματα. Τα μυθιστορήματα που κάθε μήνα εκδίδονται κατά δεκάδες, δεν του πολυαρέσουν. Τα αποφεύγει. Αυτοί οι νέοι συγγραφείς επί το πλείστον γυναίκες, που γράφουν περισσότερο ερωτικές ιστορίες -πλατειάζουν ανυπόφορα- όπως συχνά λέει, για να βγάλουν περισσότερες σελίδες.
Είχε μείνει πιστός αναγνώστης στα παλαιά έργα των κλασικών συγγραφέων και σε πολύ λίγους επιλεγμένους, νέους. Βλέπεις -γκρινιάζει με παράπονο σε συζητήσεις με φίλους λογοτέχνες και βιβλιόφιλους- ο σημερινός κακοεκπαιδευμένος αναγνώστης και ευτυχώς δεν είναι όλοι, δεν αναζητά το περιεχόμενο να είναι καλό, αλλά το εξώφυλλο, να είναι φανταχτερό και να έχει πολλές σελίδες. Δυστυχώς, αγοράζει βιβλία με το κιλό όπως τις πατάτες.
Ένιωθε πολύ όμορφα σε αυτό τον τόπο διακίνησης ιδεών με τη μυρωδιά του τυπωμένου χαρτιού, τις εντοιχισμένες ξύλινες βιβλιοθήκες με τα χιλιάδες βιβλία και τους πελάτες, που διαβάζουν σιωπηλοί λίγες σελίδες και με προβληματισμό, την περίληψη στα οπισθόφυλλα για να αγοράσουν τις μυθοπλαστικές τυπωμένες σκέψεις και σημαντικές στιγμές απ’ τις ζωές των συγγραφέων.
Ο χώρος των βιβλιοπωλείων ασκούσε πάντα επάνω του μια μαγεία, έναν περίεργο μυστικισμό, όπως όταν βρισκόταν στον ιερό χώρο μιας εκκλησίας.
Οι πολύχρωμες ράχες των βιβλίων και τα εξώφυλλα που σε προϊδέαζαν για το περιεχόμενό τους ή ακόμα και για τις σκέψεις από τα νυχτέρια των συγγραφέων που νόμιζες ότι αιωρούνταν στην ατμόσφαιρα, καθώς και η επιβεβλημένη σιωπή που συνηγορεί στην αναζήτηση των πελατών για μια σωστή αγορά, έδιναν στον ψυχισμό του μια υποβλητικότητα μυστηρίου.
Ζητώντας συγνώμη, προσπέρασε τον ευτραφή κύριο που είχε κλείσει όλο το διάδρομο διαβάζοντας την περίληψη στο οπισθόφυλλο ενός βιβλίου κι εκείνος, του αντιγύρισε ενοχλημένος ένα βλέμμα δυσαρέσκειας. Στάθηκε μπροστά στο ράφι που τον ενδιέφερε. Έβγαλε από τη μέσα τσέπη του σακακιού ένα μικρό χαρτάκι, το ξεδίπλωσε και άρχισε να ψάχνει τους τίτλους που είχε σημειώσει.
Κατέβασε μερικά βιβλία και γυρνώντας στο οπισθόφυλλο, έκανε πρόσθεση στις τιμές αγοράς που ανέγραφαν. Ο λογοτεχνικός προϋπολογισμός που η σύνταξη του επιτρέπει αυτό το μήνα να ξοδέψει, ήταν τριάντα, άντε το πολύ πολύ, τριάντα πέντε ευρώ.
Μ’ ένα δυο βιβλία στα χέρια πηγαίνοντας προς το ταμείο, περπάτησε αργά ανάμεσα στους διαδρόμους για να καθυστερήσει την παραμονή του μέσα σε αυτόν το χώρο που λάτρευε. Ένας απότομος θόρυβος πραγμάτων που έπεφταν, ακούστηκε πίσω του.
Η περιέργεια του ικανοποιήθηκε, βλέποντας μια κυρία να βαστάει το κεφάλι της και να τον κοιτάζει με έκφραση αμηχανίας και ντροπής, ενώ αρκετά βιβλία ήταν σκορπισμένα γύρω της στο πάτωμα. Πήγε γρήγορα κοντά της.
–Κυρία μου χτυπήσατε;
–Όχι, είμαι εντάξει, απάντησε ξεροκαταπίνοντας δειλά, αλλά είμαι τόσο αδέξια. Θεέ μου, τα έκανα θάλασσα,
–Μην αισθάνεστε άσχημα, αυτό θα μπορούσε να συμβεί στον καθένα. Αρκεί να μη χτυπήσατε.
–Όχι είμαι εντάξει. Βέβαια πονάω λιγάκι, αλλά είμαι εντάξει.
–Μου επιτρέπετε να δω το κεφάλι σας;
–Κοιτάξτε, αν και δεν νομίζω ότι χτύπησα. Έσκυψε, δείχνοντάς του το κεφάλι της. Το κοίταξε, ανοίγοντας με προσοχή τα μαλλιά.
–Γυρίστε λίγο πιο δεξιά… Πολύ ωραία… Έτσι μπράβο… Δεν βλέπω να έχετε κάτι, μόνο μια μικρή ανεπαίσθητη κοκκινίλα, πράγμα βέβαια φυσιολογικό.
–Σας ευχαριστώ για την προθυμία σας να ασχοληθείτε μαζί μου.
–Δεν έκανα τίποτε σπουδαίο. Εξάλλου ο καθένας θα ενδιαφερόταν. Γιατί μην ξεχνάτε, η συμπαράσταση στον πάσχοντα είναι χαρακτηριστικό των Ελλήνων. Απέχουμε ευτυχώς αρκετά ακόμη από το να γίνουμε αδιάφοροι βορειοευρωπαίοι.
–Α ναι! Σε αυτό συμφωνώ! Έζησα ένα μικρό διάστημα έξω και είδα τις διαφορές μας, απάντησε, ενώ με τα δάχτυλα προσπαθούσε να στρώσει τα ανακατεμένα μαλλιά της.
–Μην ανησυχείτε για τα μαλλιά σας. Αυτή η μικρή αναστάτωση που έχουν είναι οι παράπλευρες απώλειες του συμβάντος.
–Καλά θα ήταν όμως να διορθώσω αυτές τις… παράπλευρες απώλειες γιατί το θέαμα που βλέπετε, φαντάζομαι ότι είναι επιεικώς… χάλια.
–Όχι! Είναι υπέροχο! Απάντησε αυθόρμητα. Εννοώ… είστε πολύ όμορφη! Τα λίγα χαλασμένα μαλλιά δεν αφαιρούν τίποτα από την ομορφιά σας… Κόμπιασε, ψάχνοντας με αμηχανία στη συνέχεια να βρει τις κατάλληλες λέξεις για να διορθώσει το τόλμημα των λεγομένων του γιατί το πλησίασμα σε αυτή τη γυναίκα, τον παρέσυρε με ταχύτητα σε μια ξεχασμένη απ’ τα εφηβικά χρόνια, γλυκιά ταραχή.
–Ευχαριστώ κύριε για τα καλά σας λόγια, αν και η ενέργειά μου να ρίξω κάτω τα βιβλία δεν νομίζω ότι προωθεί το συνολικό παρουσιαστικό μου.
–Ελάτε τώρα, δεν είπαμε ότι δεν πρέπει να αισθάνεστε άσχημα; Ήταν μια άτυχη στιγμή. Σας είπα, αυτό θα μπορούσε να συμβεί στον καθένα. Έσκυψαν μαζί στο πάτωμα μαζεύοντας τα σκόρπια βιβλία. Του έδειξε ένα βιβλίο ανάμεσα στ’ άλλα.
–Να, αυτό μου έπεσε στο κεφάλι!
–Α, αυτό! Του Romain Gary, γέλασε κουνώντας το βιβλίο. Δεν θα μπορούσε να σας πέσει καλύτερο απ’ αυτό! Το ξέρετε αυτό το βιβλίο; Το έχετε διαβάσει; Ο τίτλος του είναι: «Πέρα από το σημείο αυτό, το εισιτήριο σας δεν ισχύει πια».
–Το μόνο που γνωρίζω και μπορώ να πω για αυτό το βιβλίο με σιγουριά, είναι ότι έχει αρκετό βάρος.
–Η γνωριμία σας με αυτόν το συγγραφέα ήταν ομολογουμένως λίγο επώδυνη. Σας διαβεβαιώ όμως ότι είναι πολύ καλός.
–Ε, τότε αφού διάλεξε να κάνει τη γνωριμία του με αυτόν τον τρόπο, ρίχνοντας στο κεφάλι μου το βιβλίο του, θα τον συγχωρήσω και δεν θα τον αγνοήσω. Αποφάσισα να αγοράσω το βιβλίο του για να γνωριστούμε καλύτερα.
–Γιατί όχι; Είναι ένα βιβλίο που αναφέρεται στην ανδρική λίμπιντο της ώριμης ηλικίας, απομυθοποιώντας τις σκέψεις και τις ενέργειές τους στην αναζήτηση μικρότερης ηλικιακά συντρόφου.
–Μου ακούγεται ενδιαφέρον. Γιατί όχι να μην ρίξω μια ματιά στον περίεργο για εμάς τις γυναίκες, ανδρικό κόσμο;
Πήραν τα βιβλία που είχαν διαλέξει και περνώντας από τον κεντρικό διάδρομο κάνοντας μικρές στάσεις για να δουν τις νέες εκδόσεις, πήγαν στο ταμείο.
–Σας ευχαριστούμε κύριε Πέτρο, είπε η ταμίας με χαμόγελο, ελπίζω να σας ξαναδούμε τον επόμενο μήνα.
–Ανυπερθέτως κοπέλα μου. Μου έχει γίνει πλέον απαραίτητη και καλή συνήθεια, αυτή η μηνιαία μου επίσκεψη στο κατάστημά σας.
–Και σ’ εμάς κύριε Πέτρο, ευχαριστούμε. Όταν κοντοστάθηκαν στην είσοδο του βιβλιοπωλείου, εκείνη άπλωσε το χέρι.
–Λοιπόν… Γεια σας και σας ευχαριστώ, κύριε… Πέτρο, έτσι δεν σας είπε η ταμίας; Αν κατάλαβα καλά, ερχόσαστε εδώ κάθε μήνα;
–Ναι! Βέβαια! Πρόκειται για την απαραίτητη μηνιαία λογοτεχνική μου επίσκεψη.
–Τότε, ίσως να σας ξανασυναντήσω.
–Θα ήταν πράγματι ευχάριστο αν σας ξανάβλεπα… αλλά… Σταμάτησε δισταχτικά, μαζεύοντας μικρά απομεινάρια ξεχασμένης τόλμης.
–Ναι… Ολοκληρώστε, κάτι θέλατε να πείτε.
–Εννοώ, είναι απαραίτητο να περιμένουμε τον επόμενο μήνα για να συναντηθούμε; Λέω… αν δεν είχατε κάποια επείγουσα δουλειά, αν βέβαια και εσείς θέλατε και δε σας φέρνω σε δύσκολη θέση, τι θα λέγατε να σας κερνούσα ένα καφεδάκι. Εδώ κοντά, έχει μια καφετέρια που ο χώρος της είναι γεμάτος βιβλία. Κάτι σαν στέκι διανοουμένων ή τέλος πάντων ανθρώπων που τους αρέσει το διάβασμα και η λογοτεχνία. Θα ήταν πολύ όμορφο να καθίσουμε. Ελπίζω να μην παρεξηγήσετε την πρόταση μου… Τα λόγια του ειπώθηκαν με αρκετές διακοπές, προδίδοντας την αμηχανία του.
–Αλίμονο! Τι λέτε τώρα, μην ανησυχείτε. Νομίζω ότι είμαστε πλέον αρκετά μεγάλοι και οι δύο ώστε να μην παρεξηγούμαστε και να καταλαβαίνουμε τι λέμε χωρίς παρανοήσεις. Ευχαρίστως να πιω ένα καφέ μαζί σας. Θα το ήθελα κι εγώ. Πήρε το χέρι της και το φίλησε, ευγνωμονώντας και συγχαίροντας σιωπηλά τον εαυτό του για την τόλμη του, ενώ το πρόσωπο του ήταν ταραγμένο. Το χαμόγελο της συγκατάβασης που διέκρινε στο δικό της, του διέλυσε την αμηχανία από την παράτολμη ενέργειά του.
Κατηφόρισαν το πεζοδρόμιο με τις βρεγμένες πλάκες από τη σιγανή βροχή, αμίλητοι. Κοιτώντας τον, είπε διστακτικά.
–Μου επιτρέπετε να σας πιάσω αγκαζέ; Δεν μπορώ να περπατάω έτσι δίπλα σας. Εννοώ… Με έναν κύριο σαν κι εσάς. Καθώς της έδινε το μπράτσο του και ένιωσε το ζεστό της χέρι με τρυφερότητα να ακουμπά προσεκτικά στο δικό του, ξαναθυμήθηκε μια παλιά ευχαρίστηση, ξεχασμένη στο βάθος του χρόνου. Περπάτησαν σιωπηλοί, ρίχνοντας που και που βιαστικά, φευγαλέα βλέμματα, ο ένας στον άλλο.
…………
–Πω πω! Είναι ωραία εδώ, έχει χρώμα και ατμόσφαιρα! Μου αρέσει, μου αρέσει πολύ! Τα λόγια της κυλούσαν χαρούμενα με έναν ενθουσιασμό σχεδόν παιδικό. Κοιτώντας γύρω της με χαρά, ακούμπησε την τσάντα και τη ζακέτα της στο κάθισμα.
Όταν το γκαρσόνι πήρε την παραγγελία, άρχισαν αμήχανα και οι δύο να φυλλομετρούν τα προσπέκτους των εκδηλώσεων και των νέων βιβλίων που ήταν αφημένα στο τραπέζι.
–Κύριε Πέτρο, για πείτε μου, μήπως είναι καιρός να σταματήσουμε τον πληθυντικό και τα «κύριε» και «κυρία;»
–Συμφωνώ, αλλά για να γίνει αυτό, θα έπρεπε να ξέρω το όνομά σας. Μην ξεχνάτε εσείς το δικό μου το ξέρετε και αυτό, δεν είναι τίμιο.
–Α, ναι βέβαια, έχετε απόλυτο δίκιο. Με λένε Ιωάννα. Του άπλωσε το χέρι με μια χαριτωμένη κίνηση. Της το έπιασε απαλά.
–Δεν χάρηκα απλώς, είμαι ευτυχισμένος που ξέρω το όνομά σου. Τον κοίταξε στα μάτια.
–Λοιπόν, τώρα που το τακτοποιήσαμε και αυτό, θα μου πεις περισσότερα για σένα;
–Τι θα ήθελες να μάθεις; Έχω μια απλή, μικρή αδιάφορη ζωή, όπως θα έλεγαν οι περισσότεροι.
–Για να δοκιμάσουμε. Πες μου μερικά πράγματα. Ίσως για μένα, να μην είναι τόσο αδιάφορη όσο φαντάζεσαι.
–Να σου πω, είμαι μόνος…
–Μόνος σου; Δεν έχεις γυναίκα; Παιδιά;
–Όχι, έχω παιδιά και δυο εγγόνια. Η γυναίκα μου, συγχωρέθηκε εδώ και πάρα πολύ καιρό, είπε, χτυπώντας αμήχανα ένα προσπέκτους πάνω στο τραπέζι και αλλάζοντας στάση στην καρέκλα. Τα παιδιά μου είναι μεγάλα και έχουν τη δική τους ζωή. Έτσι ζω απολύτως μόνος.
–Με συγχωρείς, του έπιασε το χέρι, δεν ήθελα να σε φέρω σε δύσκολη θέση. Δεν ήθελα να κάνω μια συζήτηση που θα σε στεναχωρούσε.
–Δεν με στενοχωρείς, μην ανησυχείς. Είναι κάτι που με τον καιρό το παλεύεις και το συνηθίζεις. Καταφέρνεις να δημιουργήσεις έτσι τις δικές σου γωνιές ώστε να κρύβεις τα συναισθήματά σου και τη ζωή σου από τους άλλους.
–Όταν πήρα το βιβλίο Πέτρο, σε είδα που χαμογέλασες. Γιατί; Δεν είναι καλό; Μήπως είναι καθαρά αντρικό ή πρόστυχο;
–Όχι, όχι δεν είναι αυτό που νομίζεις. Είναι εξαιρετικό βιβλίο και πολύ καλά έκανες και το πήρες. Αναφέρεται στην ψυχολογία και τις αντιδράσεις ενός ώριμου άνδρα, για τα συσσωρευμένα χρόνια που αρχίζουν και δυσκολεύουν τη σεξουαλική του ζωή. Η γραφή του, κινείται μεταξύ μυθιστορήματος και νουβέλας. Προσωπικά, θα το τοποθετήσω πιο κοντά στη νουβέλα και διαβάζεται ευχάριστα. Τώρα, στην ερώτηση γιατί χαμογέλασα. Σκέφτηκα, ότι ίσως σου χρησιμεύσει για να κατανοήσεις περισσότερο τον ψυχισμό της ηλικίας του συζύγου σου. Τον κοίταξε και το βλέμμα της ήταν θλιμμένο.
–Θα πρέπει να σου πω λίγα βασικά πράγματα και για μένα. Είμαι κι εγώ μόνη, δυστυχώς. Ο άντρας μου δεν πέθανε. Αλλά φρόντισε, τον ώριμο σεξουαλικό ψυχισμό του και τον εναπομείναντα ανδρισμό του, να τον ικανοποιήσει στο κρεβάτι μιας άλλης… Σταμάτησε για λίγο παίρνοντας μια βαθειά ανάσα. Οπότε σαν καλή σύζυγος, τον έστειλα να την ακολουθήσει για να μην τον φέρω σε δύσκολη θέση. Έχω βέβαια κι εγώ παιδιά κι εγγόνια κι εύχομαι να είναι πάντα χαρούμενα και ευτυχισμένα. Όπως σωστά είπες, δημιούργησα κι εγώ τις απαραίτητες γωνίες και ασπίδες, τα αντισώματα της επιβίωσης, για να μπορέσω συνεχίσω τη ζωή μου.
Μετά από κάποια δευτερόλεπτα αμηχανίας, το αυθόρμητο γέλιο τους, έκανε όλους τους θαμώνες να γυρίσουν, κοιτώντας τους ενοχλημένοι και με περιέργεια. Άρχισε να στριφογυρίζει με το καλαμάκι τα παγάκια στον καφέ της.
–Δεν μου είπες, αφού σου αρέσει τόσο το διάβασμα, μήπως κι εσύ γράφεις κάτι; Εννοώ κάποιο μυθιστόρημα ή διήγημα;
Χαμήλωσε τα μάτια.
–Δεν νομίζω πως γράφω κάτι τόσο εξαιρετικά σπουδαίο για να το συζητήσουμε.
–Δηλαδή, αν κατάλαβα καλά κάτι γράφεις. Δεν μίλησε, την κοίταξε συλλογισμένος. Έπιασε το χέρι της και αφηρημένα το χάιδεψε. Δεν το τράβηξε. Αυτή η αυθόρμητη κίνηση, της άρεσε. Αισθανόταν όμορφα κοντά του. Στρέφοντας το βλέμμα, κοίταξε το είδωλό του στην τζαμαρία του καταστήματος. Ήταν γοητευτικός και σοβαρός άνθρωπος. Για μια στιγμή, ένα ανεπαίσθητο πικρό χαμόγελο πέρασε από το πρόσωπό της. «Σοβαρός άνθρωπος! Να κάτι που λείπει στη ζωή μου… Η σοβαρότητα και η ευθύνη».
Έξω, η βροχή είχε δυναμώσει και τα λάστιχα των αυτοκινήτων έκαναν θόρυβο στην άσφαλτο. Μικροί θόλοι από μαύρες ομπρέλες, σκέπαζαν τους ανθρώπους. Για λίγες στιγμές ανάμεσα τους, έπεσε η σιωπή που λέει πολλά και σε κάνει να κοιτάς αμήχανα τα χέρια σου ή ένα μικρό σημαδάκι στο τραπέζι.
–Ίσως, είπε εκείνος με έναν δισταγμό, ίσως κάποτε θα σου πω τι γράφω… Ξέρεις, αυτό το περίεργο μυθιστόρημα που γράφω, έχει μείνει ατελείωτο. Δεν βρίσκω τον επίλογο. Μπορεί να είμαι κοντά σε κάποιο όμορφο τέλος που υποσυνείδητα ποθώ, αλλά ακόμη δεν το γνωρίζω. Κάθε καινούρια μέρα που ξημερώνει, κρύβει και μια ελπίδα για έναν όμορφο επίλογο… Έσκυψε προς το μέρος του και ρώτησε με ενδιαφέρον.
–Αυτό το μεγάλο μυθιστόρημα, πες μου… Πες μου κάτι γι’ αυτό. Σε τι αναφέρεται; Ποια είναι η υπόθεση του;
–Είναι ένα μυθιστόρημα που μπορούμε να γράψουμε όλοι μας και αυτό, το λένε ζωή. Είναι η βιογραφία μας, η ζυγαριά που θα μας δείξει στο τέλος εάν τα καλά ήταν περισσότερα από τα άσχημα στη ζωή μας. Γι’ αυτό το μυθιστόρημα σου μιλάω. Όλα τα άλλα πάντα γράφονται πιο εύκολα. Αυτό είναι το πιο δύσκολο και διαρκεί όσο ένα παιδικό χαμόγελο ή μια αγαπημένη ζεστή αγκαλιά.
–Κατάλαβα γιατί μιλάς. Αυτό το μυθιστόρημα το έχω αφήσει κι εγώ ατελείωτο. Το παράτησα στη μέση. Δεν έφτασα καν στον επίλογο. Πολύ φοβάμαι ότι δεν θα μπορέσω να το γράψω ποτέ. Με την αναστροφή του χεριού, σκούπισε ένα δάκρυ που κύλησε στο μάγουλο της.
–Σε παρακαλώ, δεν ήθελα να σε κάνω να αισθανθείς άσχημα. Νιώθω ένοχος. Θέλω να πιστεύω ότι τα μάτια των ανθρώπων πρέπει να είναι χαρούμενα γιατί καθρεπτίζουν την ζωή που βλέπουν. Άλλωστε και η Γαλλίδα συγγραφέας Anne Barratin είχε πει ότι: «Το βλέμμα, κουβαλάει το βάρος της σκέψης».
–Συγνώμη. Ήταν μια στιγμή αδυναμίας.
–Θα σε συγχωρήσω, αν μου υποσχεθείς ότι την Κυριακή θα πάμε παρέα μια βόλτα. Θα φάμε μαζί το μεσημέρι και το απόγευμα θα πάμε στο θέατρο. Μου το υπόσχεσαι;
–Ναι! Μου αρέσει η πρότασή σου! Μόνο, μια μικρή αλλαγή. Να φάμε στο σπίτι μου το μεσημέρι. Έλα, πες μου τι φαγητό σου αρέσει; Μια φευγαλέα λάμψη φώτισε τα μάτια του. Δίστασε…
–Όχι τίποτα σπουδαίο. Να, μου αρέσουν τα ζυμαρικά και ό,τι γίνεται με κρέας και χόρτα αυγολέμονο. Τον κοίταξε χαμογελώντας
–Ναι, αλλά δεν μου είπες με τι το θες, με μαρούλι ή αντίδια;
–Τι εννοείς με τι το θέλω;
-Το αρνάκι που θα σου κάνω φρικασέ! Έσκυψε συνωμοτικά κοντά της.
–Ξέρεις, δεν υποχρεώνομαι εύκολα. Αν θέλεις, να φάμε μαζί σήμερα το μεσημέρι ώστε να ξεχρεώσω το κυριακάτικο φαγητό που θα μου προσφέρεις, τότε ευχαρίστως δέχομαι. Εξάλλου μεσημέριασε και δεν πιστεύω να έχεις μαγειρέψει μιας και ανάλωσες όλο το πρωινό μαζί μου. Αισθάνομαι για αυτό υπεύθυνος και λίγο ένοχος. Εκτός φυσικά, αν έχεις κανονίσει κάτι άλλο…
Του έδωσε τη συγκατάθεσή της, με ένα νεύμα φωτεινό σαν τον ήλιο που βγήκε μετά τη βροχή και έκανε τις μαύρες ομπρέλες να κλείσουν, φωτίζοντας βρεγμένους δρόμους και σπασμένα πεζοδρόμια με καχεκτικά δέντρα, που διέσχιζαν τα βιαστικά των ανθρώπων βήματα.
……………
Το τζάκι που έκαιγε τριζοβολώντας το χοντρό κούτσουρο και το κόκκινο καρώ τραπεζομάντιλο στο παραδοσιακό ταβερνάκι με τα βαρέλια, αποδείχτηκε ο καλύτερος χώρος για την συνέχιση της απρόσμενης και για τους δυο, όμορφης γνωριμίας.
Το κρασάκι με τον μεζέ και η συζήτηση δυο ανθρώπων που είχαν ξεχάσει από χρόνια να μιλούν, τους έφερε τόσο κοντά, όσο και οι δυο το χρειάζονταν. Όταν βγήκαν έξω, της έπιασε τα χέρια και κοιτώντας τη βαθειά στα μάτια, την ευχαρίστησε για το όμορφο πρωινό που του είχε χαρίσει.
–Συγχώρεσε τα λάθη που ίσως έκανα απέναντί σου. Είναι πάρα πολύς ο καιρός απ’ την τελευταία φορά που ήπια καφέ, έφαγα τόσο όμορφα και συζήτησα με μια κυρία σαν κι εσένα. Είχα ξεχάσει πλέον πως είναι να κάθεσαι απέναντι σε μια γυναίκα…
Όταν τον κοίταξε το βλέμμα της είχε μια γλυκύτητα.
–Εγώ σε ευχαριστώ Πέτρο, εγώ σε ευχαριστώ. Νιώθω ότι η παρουσία σου έφερε κάτι διαφορετικό στη ζωή μου. Κι αυτό δεν έχει αντίκρισμα. Είναι υπέροχο!
Την παρατηρούσε καθώς ξεμάκραινε, μ’ ένα ελαφρύ μούδιασμα στο κορμί. «Άντε, σαν παιδαρέλι κάνεις. Ντροπή σου μεγάλος άνθρωπος…»
…………..
Σήμερα η μέρα της Ιωάννας ήταν όμορφη, καλή και χαρούμενη. Η νύχτα, όπως πάντα ένα μαρτύριο… Το βιβλίο που είχε αφεθεί στο κομοδίνο δίπλα στα βρεγμένα από δάκρυα χαρτομάντιλα, ήταν αδιάψευστοι μάρτυρες της μάταιης προσπάθειας που είχε αναλώσει η Ιωάννα να κοιμηθεί.
Άκουσε το τηλέφωνο να χτυπάει ειδοποιώντας ότι έχει μήνυμα, το διάβασε με περιέργεια και απ’ τις πρώτες λέξεις χαμογέλασε. «-Σε παρακαλώ γλυκιά μου Ιωάννα, αν θέλεις, βοήθησέ με να τελειώσω με έναν ωραίο επίλογο αυτό το μυθιστόρημα που ξεκίνησε πριν κάποια χρόνια και κρύφτηκε, παραμένοντας ανολοκλήρωτο. Σε χρειάζομαι για να το τελειώσω.» Σκουπίζοντας με την αναστροφή του χεριού τα μάτια της και ρουφώντας τη νοτισμένη μύτη της άρχισε να πληκτρολογεί βιαστικά. «-Κι εγώ Πέτρο σε χρειάζομαι. Και το δικό μου μυθιστόρημα έχει κάτι σελίδες τσαλακωμένες, μουντζαλιές και γράμματα που ‘σβήσαν από δάκρυα. Και το δικό μου το μυθιστόρημα χρειάζεται ένα τέλος. Βοήθησέ με, με το χέρι σου και την καρδιά σου, να το τελειώσουμε μαζί…» 
Κωνσταντίνος Βολάκης

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΧΙΟΣ

Μαζί μας αυτή τη φορά, έχουμε τον κ. Σταύρο Τσέτσερη, Συνταξιούχο Πλοίαρχο, ο οποίος μίλησε για όλα όσα έχει ξεχωρίσει και θυμάται χαρακτηριστικά από...

ΧΙΟΣ

Την Πυροσβεστική Υπηρεσία Χίου επισκέφτηκε εκτάκτως σήμερα ο υπουργός Μετανάστευσης και Ασύλου, και βουλευτής Χίου, Νότης Μηταράκης.

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Το βράδυ της Δευτέρας 2 Αυγούστου 2021 στο νησί της Χίου πραγματοποιήθηκε η Πυρπόληση της Ναυαρχίδας προς «Μνήμης και Τιμής στον ήρωα Πρωθυπουργό Κωνσταντίνο...

ΧΙΟΣ

Τη γεωγραφία της Ελλάδας με τα 1.605 κρούσματα ανακοίνωσε ο ΕΟΔΥ.