Γράφει ο Σταύρος Παπαγιαννάκης
Το σατιρικό «Αλαλούμ» του Δάκη αποδεικνύεται για ακόμη μία φορά προφητικό. Εκεί που με πικρό χιούμορ έλεγε πως «όλοι οι Έλληνες θέλουνε να γίνουνε πρωθυπουργοί», σήμερα μοιάζει λιγότερο σάτιρα και περισσότερο κοινωνική διάγνωση.
Ζούμε σε μια εποχή όπου ο δημόσιος λόγος γίνεται εύκολα πολιτικό κεφάλαιο και ο προσωπικός πόνος κινδυνεύει να μετατραπεί σε εφαλτήριο φιλοδοξίας. Η περίπτωση της Μαρία Καρυστιανού ανέδειξε ένα λεπτό αλλά κρίσιμο όριο: άλλο ο δίκαιος αγώνας για αλήθεια και δικαιοσύνη και άλλο η σταδιακή μετάλλαξη σε πολιτικό ρόλο με βλέμμα στο αύριο της εξουσίας.
Κανείς δεν αμφισβητεί τον ανθρώπινο πόνο, ούτε το δικαίωμα κάθε πολίτη να μιλά, να διαμαρτύρεται και να διεκδικεί. Όμως η πολιτική δεν είναι παιχνίδι. Δεν είναι πεδίο συναισθηματικών πειραματισμών ούτε χώρος όπου η οργή όσο δικαιολογημένη κι αν είναι μετατρέπεται αυτομάτως σε πολιτική επάρκεια. Η πολιτική αφορά ανθρώπινες ζωές, αποφάσεις με συνέπειες, ευθύνη βαριά και διαρκή.
Η Ελλάδα έχει πληρώσει ακριβά την ψευδαίσθηση ότι «όποιος μιλά δυνατά μπορεί και να κυβερνήσει». Το πείραμα της διακυβέρνησης Αλέξης Τσίπρας άφησε βαθιά σημάδια: αυταπάτες, διχασμό, χαμένο χρόνο. Ήταν μια περίοδος που απέδειξε πως οι καλές προθέσεις ή η αγανάκτηση δεν αρκούν για να κυβερνήσεις μια χώρα.
Η πολιτική είναι τέχνη δύσκολη και απαιτητική. Χρειάζεται γνώση, εμπειρία, θεσμικό σεβασμό και –κυρίως– επίγνωση των ορίων. Δεν χωρά «δοκιμές», δεν συγχωρεί λάθη που βαφτίζονται προθέσεις. Και σίγουρα δεν μπορεί να οικοδομείται πάνω σε τραγωδίες, όσο μεγάλες κι αν είναι.
Ίσως λοιπόν το πραγματικό μήνυμα του «Αλαλούμ» σήμερα να είναι προειδοποίηση: όταν όλοι νομίζουν πως μπορούν να γίνουν πολιτικοί, τότε η πολιτική χάνει τη σοβαρότητά της και η κοινωνία πληρώνει το τίμημα. Και αυτό είναι ένα κόστος που, ως χώρα, δεν αντέχουμε να ξαναδοκιμάσουμε.





















