Connect with us

Hi, what are you looking for?

ΑΠΟΨΕΙΣ

Λίγο Μελάνι για τα Χαμένα Παιδιά 

Του Κωνσταντίνου Βολάκη

Τα μικρά παιδιά,                                                                                          πουκρατούνε στο χέρι τους,                                                                                               σαν το μύλο το χάρτινο,
                                                                     τις ελπίδες μας.                                                                                                                        (Αρλέτα) 

Διήγημα                                                                                                                                        

Φωνές και γέλια παιδικά με ξύπνησαν μέσα στη νύχτα. Άναψα το φως και ανακάθισα στα σκεπάσματα, τρίβοντας το ζαλισμένο μου πρόσωπο από το βεβιασμένο ξύπνημα. Κοίταξα το ρολόι στο τοίχο. Τρεις και είκοσι. Από το κρεβάτι, κύλισε στο πάτωμα το διήγημα του Βιζυηνού Το αμάρτημα της μητρός μου – μαζί με τα γυαλιά μου απ’ το βραδινό διάβασμα, πριν κοιμηθώ. Βγήκα στο μπαλκόνι. Οι φωνές έρχονταν απ’ τη γειτονική παιδική χαρά. «Δεν είναι δυνατόν» σκέφτηκα, «θα κοιμάμαι ακόμη». Πήγα στο νιπτήρα και έβρεξα το πρόσωπο μου. Το κρύο νερό που έσταξε στο σαγόνι μου, με βεβαίωσε ότι είχα ξυπνήσει. Έβαλα μηχανικά μια φόρμα και βγήκα στο διάδρομο. Τα διαμερίσματα του ορόφου όλα κλειστά και ο διακόπτης του ασανσέρ ακούστηκε σαν πυροβολισμός μέσα στην ησυχία. Ανέβασα το φερμουάρ στο σακάκι της φόρμας γιατί ο ψυχρός νυχτερινός αέρας μου έφερνε ρίγος. Το μικρό μίνι μάρκετ, άφηνε το γουργουρητό του ψυγείου του να ακούγεται στον έρημο δρόμο και μπροστά στα κατεβασμένα του ρολά, δυο γάτες τσακώνονταν με θυμωμένα νιαουρίσματα για κάποιο κομματάκι μισοφαγωμένο ψαροκέφαλο. Προχώρησα διστακτικά στο γυαλισμένο πεζοδρόμιο απ’ τη νυχτερινή πάχνη, μέχρι τη γωνία που φώτιζε το ασθενικό φως της κολόνας του δρόμου. Κάποια μοτοσυκλέτα, ακούστηκε να περνά με θόρυβο απ’ τον επάνω δρόμο, φωτίζοντας με τον προβολέα της φευγαλέα, τα τζάμια των παρκαρισμένων αυτοκινήτων. Έστριψα στη γωνία και είδα τη μικρή γειτονική παιδική χαρά γεμάτη παιδιά να παίζουν χαρούμενα κάτω από έναν υπέροχο καλοκαιρινό ήλιο. Μια κόκκινη μισοφουσκωμένη παιδική μπάλα κύλισε ανάμεσα στα πόδια μου και ένας μικρός ήρθε τρέχοντας. Με κοίταξε και χαμογέλασε. –Ήρθες; Σ’ ευχαριστούμε. Πάντα έρχεται κάποιος και για εμάς· σε περιμέναμε… –Τι κάνετε εδώ; Τι συμβαίνει; Ποια παιδιά είστε εσείς; Έσκυψε και μάζεψε αργά τη μπάλα του. –Γράφεις ε; Φαίνεται. –Ναι τώρα, σιγά που γράφω. Κάτι χαζά φτιάχνω που και που… Αλλά από πού το κατάλαβες; –Απ’ τα χέρια σου, έχουν μελάνι. Κοίταξα τα χέρια μου με περιέργεια –Μα είναι καθαρά, που βλέπεις μελάνι; –Υπάρχουν κάτι γραψίματα που το μελάνι τους δεν φεύγει ποτέ. Ξεροκατάπια αμήχανος προσπαθώντας να καταλάβω τι συμβαίνει. –Ναι αλλά δεν μου είπες, τι κάνετε εδώ; Τι είναι αυτός ο ήλιος; Τι παιδιά είστε; –Δεν ξέρεις; Με κοίταξε με τα μεγάλα του λυπημένα μάτια. Τα παιδιά, που δεν γεννήθηκαν ποτέ. Τα παιδιά, που δεν μεγάλωσαν. Τα παιδιά, που έφυγαν νωρίς. –Δεν καταλαβαίνω… Ένα ταξί σταμάτησε δίπλα μου φρενάροντας. Από το φωτισμένο εσωτερικό του ακουγόταν μια τελευταία λαϊκή επιτυχία. Κλείνοντας με θόρυβο τις πόρτες ένα ζευγάρι συγκάτοικοι από την πολυκατοικία που μένω, κατέβηκαν. –Γείτονα, τι κάνεις νυχτιάτικα μέσα στους δρόμους; –Κατέβηκα για τα παιδιά που έχουν έρθει… –Τα παιδιά; Ποια παιδιά μωρέ γείτονα νυχτιάτικα; Βλέπεις πουθενά παιδιά; Τι λες χριστιανέ μου; Θα μας τρελάνεις; Άντε πήγαινε στο κρεβατάκι σου και τα λέμε το πρωί.  Κοίταξα γύρω. Παντού σκοτάδι. Το φως της λάμπας φώτιζε τις άδειες κούνιες και την πάχνη που σαν καπνός κατέβαινε αργά. –Μα εδώ προ ολίγου ήταν γεμάτο παιδιά. Πολλά παιδιά που μου είπαν, πως δεν γεννήθηκαν, πως δεν μεγάλωσαν, πως έφυγαν νωρίς… –Ναι, ναι… Ό,τι πεις εσύ. Και παιδιά ήρθανε και ό,τι άλλο θέλεις. Μόνο πήγαινε να κοιμηθείς τώρα, άντε μπράβο, πήγαινε σπίτι σου γιατί θα πουντιάσεις. Η γυναίκα του, έκανε νόημα με το χέρι της ότι δεν είμαι στα καλά μου. Ντράπηκα. Μπήκα μαζί τους στο ασανσέρ αμίλητος με κατεβασμένο το κεφάλι και κατεβαίνοντας πρώτος, τους καληνύχτισα. –Καληνύχτα, καλή ξεκούραση μου είπαν χτυπώντας με στην πλάτη, με τον οίκτο ζωγραφισμένο στα πρόσωπα τους. Ξεκλειδώνοντας, μπήκα μέσα στο σπίτι, ανέβασα τα ρολά και κοίταξα τον έρημο ακόμα δρόμο. Ο ουρανός έπαιρνε το γκρίζο χρώμα της αυγής… Ξημέρωνε. Έδειχνε να έρχεται μια όμορφη, ανοιξιάτικη ‘μέρα. Το κεφάλι μου πήγαινε να σπάσει απ’ τον πόνο. Πήρα μια ασπιρίνη, έφτιαξα έναν καφέ και κάθισα στο γραφείο μου προσπαθώντας να βάλω σε τάξη το αναστατωμένο μου μυαλό. Άνοιξα τον υπολογιστή και στη οθόνη του εμφανίστηκε ένα μισοτελειωμένο διήγημα για παιδιά. Τράβηξα την καρέκλα να συνεχίσω. Κάτι, κύλισε ανάμεσα στα πόδια μου. Ήταν μια κόκκινη  μισοφουσκωμένη παιδική μπάλα. 

***Απο το βιβλίο  διηγημάτων του Κωνσταντίνου Βολάκη: «Μην κρύβεις ποτέ τις γόβες και το φόρεμα»

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΧΙΟΣ

Ληστεία σε περισσότερα από 8 αυτοκίνητα σημειώθηκε τα ξημερώματα Παρασκευής 3 Φεβρουαρίου 2023 στην περιοχή του Θολοποταμίου, στη Χίο. Την Αστυνομία κάλεσαν οι κάτοικοι...

ΧΙΟΣ

Το Κεντρικό Λιμεναρχείο Χίου, σας γνωστοποιεί το πρόγραμμα διενέργειας εξετάσεων για την απόκτηση άδειας χειριστή ταχυπλόου σκάφους, για την χρονική περίοδο από 01/04/2023 έως...

ΑΠΟΨΕΙΣ

Γράφει ο Σταύρος Παπαγιαννάκης Μέχρι τώρα ακούγαμε για ερευνητικά κέντρα και πανεπιστήμια που κάνουν δοκιμές σε διάφορες εφαρμογές της τεχνητής νοημοσύνης. Σε γενικές γραμμές...

ΧΙΟΣ

Ψήφισμα του Διδακτικού προσωπικού του 2ου Δημοτικού Σχολείου Χίου Ευαγγελίστριας για το θάνατο της πρεσβυτέρας Ελένης Γουρλή του πατέρα Χριστοφόρου Γουρλή. Η Διευθύντρια και...