Σε μια περίοδο όπου το κόστος ζωής αυξάνεται σταθερά και οι τιμές των τροφίμων δοκιμάζουν την αντοχή των νοικοκυριών, οι διατακτικές σίτισης αποκτούν ξανά πρωταγωνιστικό ρόλο. Δεν πρόκειται απλώς για μια «ευκολία» που προσφέρει ο εργοδότης, αλλά για μια στοχευμένη παροχή που λειτουργεί ως άμεση ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος και, ταυτόχρονα, ως εργαλείο στρατηγικής για τις επιχειρήσεις.
Αυτό ακριβώς αναδεικνύει η έρευνα του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ με τίτλο «Παροχή Σίτισης: Έρευνα Χρήσης και Αντιλήψεων», η οποία παρουσιάστηκε στο αμφιθέατρο της ΓΣΕΒΕΕ στην Αθήνα, ανοίγοντας έναν ουσιαστικό διάλογο για το πώς οι διατακτικές σίτισης επηρεάζουν την καθημερινότητα των μισθωτών και τη λειτουργία των οργανισμών.
Στο επίκεντρο βρέθηκε ο θεσμός των διατακτικών και καρτών σίτισης—είτε ως ψηφιακή κάρτα είτε ως κουπόνια—και το πώς αξιοποιείται στην πράξη στην ελληνική αγορά εργασίας. Η μελέτη δεν περιορίζεται στην καταγραφή αριθμών: επιχειρεί να φωτίσει τα κίνητρα, τις αντιλήψεις, τα πραγματικά οφέλη, αλλά και τα εμπόδια που κρατούν ακόμη αρκετές επιχειρήσεις εκτός του πλαισίου αυτού.
Διατακτικές σίτισης: ένα μέτρο που έχει ήδη παγιωθεί
Τα ευρήματα δείχνουν ότι η παροχή σίτισης δεν είναι ένα περιθωριακό προνόμιο, αλλά μια αρκετά διαδεδομένη πρακτική: περίπου ένας στους τέσσερις εργαζόμενους δηλώνει ότι λαμβάνει παροχή σίτισης από τον εργοδότη του, είτε σε σταθερή είτε σε περιστασιακή βάση.
Ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι ότι, για την πλειονότητα όσων την λαμβάνουν, δεν πρόκειται για πρόσφατη εξέλιξη. Σχεδόν οι μισοί εργαζόμενοι (46,7%) αναφέρουν διάρκεια άνω των τριών ετών, ενώ ένα επιπλέον 42,4% δηλώνει ότι τη λαμβάνει από ένα έως τρία χρόνια. Η εικόνα αυτή υποδηλώνει ότι οι διατακτικές σίτισης έχουν ενσωματωθεί σταδιακά στο συνολικό «πακέτο» αποδοχών, λειτουργώντας είτε ως συμπληρωματική παροχή είτε ως ουσιαστικό «μαξιλάρι» απέναντι στις ανελαστικές δαπάνες του μήνα.
Γιατί οι επιχειρήσεις επιλέγουν διατακτικές σίτισης
Η έρευνα καταγράφει καθαρά ότι οι εργοδότες δεν προσεγγίζουν την παροχή σίτισης μονοδιάστατα. Ο βασικός λόγος που επικαλούνται είναι η ενίσχυση της αγοραστικής δύναμης των εργαζομένων (62,5%). Σε ένα περιβάλλον όπου ο μισθός συχνά «τελειώνει» πριν από τον μήνα, η κάλυψη μέρους των εξόδων διατροφής μετατρέπεται σε άμεση ανακούφιση.
Παράλληλα, σημαντικό ρόλο παίζουν και τα φορολογικά οφέλη που συνδέονται με την παροχή (54,2%). Στη συνέχεια ακολουθούν η ανάγκη διατήρησης προσωπικού (40%) και λόγοι εταιρικής κουλτούρας ή κοινωνικής ευθύνης (39,2%). Με απλά λόγια, οι διατακτικές σίτισης λειτουργούν ως ταυτόχρονα κοινωνικό μέτρο, ανταγωνιστικό πλεονέκτημα και πρακτικό εργαλείο διοίκησης ανθρώπινου δυναμικού—ειδικά σε κλάδους όπου η εύρεση και διατήρηση εργαζομένων αποτελεί καθημερινή πρόκληση.
Πώς βιώνουν οι εργαζόμενοι την παροχή σίτισης
Από την πλευρά των εργαζομένων, η εικόνα είναι ξεκάθαρα θετική. Τρεις στους τέσσερις χαρακτηρίζουν την παροχή αρκετά ή πολύ σημαντική για την καθημερινότητά τους. Η αξία της δεν είναι θεωρητική: περισσότεροι από τους μισούς (52,7%) δηλώνουν ότι μέσω των διατακτικών μπορούν να ξοδεύουν περισσότερα χρήματα για την αγορά τροφίμων, εξοικονομώντας πόρους για άλλες ανάγκες του νοικοκυριού.
Επιπλέον, περίπου ένας στους δύο εργαζόμενους αναφέρει ότι η παροχή συμβάλλει στη μείωση του άγχους σχετικά με την κάλυψη των δαπανών διατροφής—ένα στοιχείο που αναδεικνύει την ψυχολογική διάσταση της οικονομικής πίεσης. Παράλληλα, το 55,4% αντιμετωπίζει την παροχή ως πρακτική λύση για την καθημερινή σίτιση: είτε ως γεύμα εκτός σπιτιού κατά τις εργάσιμες ημέρες είτε ως προμήθεια βασικών ειδών από συνεργαζόμενα καταστήματα.
Διατακτικές σίτισης και αγορά εργασίας: προσέλκυση και διατήρηση προσωπικού
Το ενδιαφέρον είναι ότι η θετική αποτίμηση δεν σταματά στους εργαζόμενους. Η πλειοψηφία των επιχειρήσεων (67,5%) εκτιμά πως η παροχή σίτισης αποτελεί σημαντικό παράγοντα προσέλκυσης ή/και διατήρησης προσωπικού. Σε μια αγορά όπου οι εργαζόμενοι συγκρίνουν όλο και περισσότερο το συνολικό πακέτο παροχών (και όχι μόνο τον βασικό μισθό), οι διατακτικές σίτισης αποκτούν βαρύτητα ως «χειροπιαστό» όφελος.
Εδώ αποτυπώνεται και η «διπλή σημασία» του θεσμού: για τους μισθωτούς είναι πραγματική στήριξη εισοδήματος και καθημερινότητας· για τις επιχειρήσεις είναι εργαλείο σταθερότητας, ικανοποίησης και ανταγωνιστικότητας. Αυτό το διπλό όφελος γίνεται ιδιαίτερα κρίσιμο σε περιόδους αυξημένης αβεβαιότητας, όπου η εργασιακή ασφάλεια και το επίπεδο αποδοχών βρίσκονται διαρκώς στο επίκεντρο.
Τι κρατά πίσω τη διάδοση του μέτρου: η σημασία των φορολογικών κινήτρων
Η έρευνα φωτίζει και την «άλλη πλευρά»: γιατί αρκετές επιχειρήσεις δεν προσφέρουν ακόμη παροχή σίτισης. Το πιο καθαρό μήνυμα είναι ότι τα πρόσθετα φορολογικά κίνητρα θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως καταλύτης. Συγκεκριμένα, το 71,3% των επιχειρήσεων που σήμερα δεν χορηγούν διατακτικές δηλώνει πως, αν υπήρχαν επιπλέον κίνητρα, θα επανεξέταζε την απόφασή του.
Το συμπέρασμα είναι σαφές: η φορολογική πολιτική μπορεί να επιταχύνει την επέκταση της παροχής σίτισης, ιδίως στις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις που συχνά λειτουργούν με περιορισμένα περιθώρια.
Οι παρεμβάσεις ΓΣΕΒΕΕ και αγοράς: κοινωνικό αποτύπωμα και ανάγκη εκσυγχρονισμού
Ο πρόεδρος της ΓΣΕΒΕΕ, Γιώργος Καββαθάς, έδωσε έμφαση στο κοινωνικό αποτύπωμα της παροχής, χαρακτηρίζοντάς την ουσιαστική και πρακτική μορφή στήριξης, ειδικά όταν οι τιμές των τροφίμων ασκούν έντονη πίεση. Υπογράμμισε ότι τα φορολογικά κίνητρα μπορούν να συμβάλουν καθοριστικά, ώστε περισσότερες επιχειρήσεις να υιοθετήσουν το μέτρο χωρίς δυσανάλογη επιβάρυνση, δημιουργώντας οφέλη τόσο για τους εργαζόμενους όσο και για τη βιωσιμότητα των επιχειρήσεων.
Από την πλευρά της αγοράς, η διευθύνουσα σύμβουλος της Edenred, Μαρία Βερούχη, σημείωσε ότι οι εταιρικές παροχές έχουν εξελιχθεί σε στρατηγική επένδυση και όχι σε απλή «προσθήκη». Επισήμανε, επίσης, πως το ημερήσιο αφορολόγητο όριο της παροχής σίτισης στην Ελλάδα παραμένει στα 6 ευρώ εδώ και 22 χρόνια, παρά τις μεγάλες μεταβολές στο κόστος διαβίωσης. Η επισήμανση αυτή ενισχύει το αίτημα για εκσυγχρονισμό του πλαισίου, με στόχο έναν τεκμηριωμένο διάλογο ανάμεσα στην Πολιτεία, τους κοινωνικούς εταίρους και την επιχειρηματική κοινότητα.
Τα ευρήματα της έρευνας παρουσιάστηκαν από τον Γιώργο Θανόπουλο, προϊστάμενο της Μονάδας Έρευνας, Τεκμηρίωσης και Ανάλυσης του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ, και τη Δανάη Κολτσίδα, επιστημονικό στέλεχος του Ινστιτούτου, ενώ τον συντονισμό της εκδήλωσης είχε ο διοικητικός διευθυντής του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ, Σταμάτης Βαρδαρός, συνδέοντας τα συμπεράσματα με τη συνολική συζήτηση για την αγορά εργασίας και τις ανάγκες των ΜμΕ.





















