Γράφει ο Σταύρος Παπαγιαννάκης
Όσο περνά ο καιρός, τόσο περισσότερο η πολιτική ατμόσφαιρα «μυρίζει» εκλογές. Οι συζητήσεις πληθαίνουν και το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι αν η χώρα χρειάζεται μια νέα κυβέρνηση ή αν η σημερινή πορεία πρέπει να συνεχιστεί.
Προσωπικά, δυσκολεύομαι να διακρίνω σήμερα μια ολοκληρωμένη και αξιόπιστη εναλλακτική κυβερνητική πρόταση. Αντίθετα, αρκετές από τις επιλογές που παρουσιάζονται στη δημόσια συζήτηση, κατά την άποψή μου, όχι μόνο δεν εμπνέουν εμπιστοσύνη, αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις προκαλούν ακόμη μεγαλύτερη ανησυχία.
Η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας ανέλαβε τη διακυβέρνηση της χώρας σε μια εξαιρετικά δύσκολη συγκυρία. Μέσα σε λίγους μήνες βρέθηκε αντιμέτωπη με μια πρωτοφανή πανδημία, ακολούθησε η ενεργειακή κρίση και οι αναταράξεις που προκάλεσε ο πόλεμος στην Ουκρανία, ενώ η αστάθεια στη Μέση Ανατολή και η σύγκρουση Ισραήλ–Ιράν επιβάρυναν ακόμη περισσότερο το διεθνές περιβάλλον.
Παρ’ όλα αυτά, η Ελλάδα όχι μόνο διατήρησε τη σταθερότητά της, αλλά κατάφερε να παρουσιάσει οικονομικές επιδόσεις που, σύμφωνα με αρκετούς διεθνείς δείκτες, ξεπέρασαν τον μέσο όρο πολλών ευρωπαϊκών χωρών. Η μείωση της ανεργίας, η αύξηση των επενδύσεων, η ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας και η συνεχής ανάπτυξη αποτελούν στοιχεία που δύσκολα μπορούν να αγνοηθούν.
Εξίσου σημαντική είναι και η θέση της χώρας στο διεθνές περιβάλλον. Τα τελευταία χρόνια η Ελλάδα έχει ενισχύσει τις στρατηγικές της συμμαχίες, έχει αποκτήσει πιο ουσιαστικό ρόλο στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στην Ανατολική Μεσόγειο και παρουσιάζει μια εξωτερική πολιτική με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση και επιρροή.
Παράλληλα, μετά από πολλά χρόνια υποεπένδυσης, οι Ένοπλες Δυνάμεις ενισχύθηκαν σημαντικά. Ο εκσυγχρονισμός του εξοπλισμού, η απόκτηση νέων οπλικών συστημάτων και η συνολική αναβάθμιση της αποτρεπτικής ισχύος της χώρας δημιουργούν, κατά την άποψή μου, ένα επίπεδο ασφάλειας που για χρόνια έλειπε.
Αξίζει επίσης να αναφερθεί και η προσπάθεια μεταρρύθμισης στην Παιδεία. Η εισαγωγή του απολυτηρίου τύπου (International Baccalaureate – IB) σε δημόσια σχολεία, καθώς και η συνολική συζήτηση για έναν διαφορετικό τρόπο πρόσβασης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, αποτελούν κινήσεις που φέρνουν την Ελλάδα πιο κοντά στα εκπαιδευτικά πρότυπα των περισσότερων δυτικών χωρών. Αν αυτές οι αλλαγές προχωρήσουν σωστά, μπορούν να μειώσουν το δυσβάσταχτο άγχος που δημιουργεί το σημερινό σύστημα των Πανελλαδικών εξετάσεων, τόσο στους μαθητές όσο και στις οικογένειές τους.
Αυτό δεν σημαίνει ότι όλα έγιναν σωστά. Υπήρξαν λάθη, αστοχίες και υποθέσεις που τραυμάτισαν την εμπιστοσύνη των πολιτών. Σε μια δημοκρατία, άλλωστε, καμία κυβέρνηση δεν είναι υπεράνω κριτικής. Η κριτική όμως οφείλει να γίνεται με γνώμονα το συνολικό ισοζύγιο και όχι αποσπασματικά.
Στις εκλογές οι πολίτες καλούνται πάντα να συγκρίνουν και όχι απλώς να διαμαρτύρονται. Να αξιολογήσουν ποιος μπορεί να κυβερνήσει αποτελεσματικότερα την επόμενη ημέρα και όχι μόνο ποιος ασκεί πιο δυναμική αντιπολίτευση.
Για τον γράφοντα, μέχρι στιγμής, το ερώτημα δεν είναι αν υπάρχει λόγος να αλλάξει η κυβέρνηση. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν υπάρχει μια πειστική εναλλακτική που μπορεί να εγγυηθεί καλύτερα αποτελέσματα για τη χώρα. Μέχρι σήμερα, η απάντηση που δίνω είναι αρνητική…δεν υπάρχει και τα πειράματα δεν βγαίνουν σε καλό.





















