Νέο πλαίσιο για τη χορήγηση φορολογικής ενημερότητας θέτει σε εφαρμογή η ΑΑΔΕ, αλλάζοντας ουσιαστικά τον τρόπο με τον οποίο οι φορολογούμενοι μπορούν να ολοκληρώνουν κρίσιμες συναλλαγές: μεταβιβάσεις ακινήτων, είσπραξη χρημάτων από το Δημόσιο, αλλά και συμψηφισμούς απαιτήσεων με χρέη προς την Εφορία. Οι αλλαγές στη φορολογική ενημερότητα κινούνται σε μία σαφή κατεύθυνση: αυστηρότερος έλεγχος και ισχυρότερη «θωράκιση» των απαιτήσεων του Δημοσίου, ειδικά σε περιπτώσεις όπου υπάρχουν βεβαιωμένες ή ληξιπρόθεσμες οφειλές.
Με εγκύκλιο του διοικητή της ΑΑΔΕ, Γιώργου Πιτσιλή, διευκρινίζεται πώς εφαρμόζονται οι νέες διατάξεις στην πράξη, ποιοι κανόνες ενεργοποιούνται ανά περίπτωση και πότε η φορολογική ενημερότητα αντικαθίσταται από βεβαίωση οφειλής. Το αποτέλεσμα είναι ένα πιο «σφιχτό» πλαίσιο, στο οποίο ο συμψηφισμός και η παρακράτηση αποκτούν κομβικό ρόλο.
Αλλαγές στη φορολογική ενημερότητα: τι αλλάζει και γιατί
Οι αλλαγές στη φορολογική ενημερότητα δεν περιορίζονται σε τυπικές διαδικασίες. Αφορούν το περιεχόμενο και τη χρησιμότητα του αποδεικτικού, καθώς και τους όρους υπό τους οποίους αυτό εκδίδεται. Στον πυρήνα των νέων κανόνων βρίσκονται:
– η δυνατότητα αυτόματου συμψηφισμού όταν ο φορολογούμενος έχει απαιτήσεις από το Δημόσιο και ταυτόχρονα οφειλές,
– τα αυξημένα ποσοστά παρακράτησης σε μεταβιβάσεις ακινήτων, ειδικά όταν υφίστανται μεγάλα χρέη σε αναστολή,
– η ειδική αντιμετώπιση για πρόσωπα με αλληλέγγυα ευθύνη (διαχειριστές, μέτοχοι, εταίροι),
– η αντικατάσταση της φορολογικής ενημερότητας από βεβαίωση οφειλής σε συγκεκριμένες περιπτώσεις.
Με απλά λόγια, η φορολογική ενημερότητα παραμένει «κλειδί» για σημαντικές συναλλαγές, αλλά πλέον συνοδεύεται συχνότερα από παρακράτηση ή συμψηφισμό, ώστε να εξασφαλίζεται ότι μέρος ή και το σύνολο του ποσού που πρόκειται να εισπραχθεί θα κατευθυνθεί σε τακτοποίηση οφειλών.
Υποχρεωτικοί συμψηφισμοί με οφειλές: πότε ενεργοποιούνται
Με το νέο πλαίσιο, όταν ένας φορολογούμενος ζητά αποδεικτικό φορολογικής ενημερότητας και ταυτόχρονα έχει ληξιπρόθεσμες ή άλλες βεβαιωμένες οφειλές, η φορολογική διοίκηση μπορεί να προχωρά σε αυτόματο συμψηφισμό. Αυτό σημαίνει ότι, αν ο φορολογούμενος δικαιούται να εισπράξει χρήματα από το Δημόσιο (π.χ. επιστροφή, πληρωμή από φορέα), το ποσό μπορεί να «κουρευτεί» άμεσα για να καλυφθούν οφειλές προς την Εφορία.
Σημαντικό σημείο: ο συμψηφισμός δεν αφορά μόνο τις στενά προσωπικές οφειλές. Μπορεί να επεκτείνεται και:
– σε χρέη που έχουν περιέλθει μέσω κληρονομιάς,
– σε υποχρεώσεις που σχετίζονται με τη φορολογία εισοδήματος του ή της συζύγου, όπου αυτό προβλέπεται.
Έτσι, η έκδοση φορολογικής ενημερότητας συνδέεται πιο άμεσα με την πραγματική εικόνα οφειλών, ακόμη κι αν αυτές δεν προέρχονται αποκλειστικά από «τρέχουσες» υποχρεώσεις του αιτούντος.
Τι ισχύει στις μεταβιβάσεις ακινήτων και την παρακράτηση
Ιδιαίτερο βάρος δίνεται στις περιπτώσεις πώλησης ακινήτων ή σύστασης εμπράγματων δικαιωμάτων, όταν υπάρχουν ληξιπρόθεσμα χρέη σε αναστολή είσπραξης που υπερβαίνουν τις 50.000 ευρώ. Σε αυτές τις περιπτώσεις, ο γενικός κανόνας προβλέπει παρακράτηση 50% επί του τιμήματος της μεταβίβασης.
Υπάρχουν, όμως, κρίσιμες προϋποθέσεις και «κόφτες»:
– Η παρακράτηση εφαρμόζεται υπό την προϋπόθεση ότι το τίμημα δεν υπολείπεται της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου.
– Το ποσό που θα παρακρατηθεί μπορεί να φτάσει μέχρι και το συνολικό ύψος της οφειλής, εφόσον απαιτείται για την κάλυψή της.
Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι η φορολογική ενημερότητα σε μεταβιβάσεις ακινήτων συνδέεται πλέον πιο έντονα με την εξασφάλιση είσπραξης. Για τον πωλητή, η ολοκλήρωση μιας συναλλαγής μπορεί να προχωρήσει, αλλά το καθαρό ποσό που θα λάβει ενδέχεται να είναι σημαντικά μειωμένο.
Τι αλλάζει για διαχειριστές, μετόχους και εταίρους (αλληλέγγυα ευθύνη)
Η εγκύκλιος ξεκαθαρίζει και το καθεστώς για πρόσωπα που ευθύνονται αλληλεγγύως για χρέη επιχειρήσεων προς το Δημόσιο. Ο βασικός κανόνας είναι ότι εξετάζεται το ποσοστό συμμετοχής τους στην εταιρεία κατά τα δύο τελευταία χρόνια της θητείας τους.
Ειδικότερα, όταν:
– η συμμετοχή δεν ξεπερνούσε το 5% στις μη εισηγμένες εταιρείες ή
– το 0,5% στις εισηγμένες εταιρείες,
και οι οφειλές έχουν ρυθμιστεί ή βρίσκονται σε αναστολή, τότε αυτές οι επιχειρηματικές οφειλές δεν λαμβάνονται υπόψη στον υπολογισμό της παρακράτησης.
Αντίθετα, όταν τα ποσοστά συμμετοχής υπερβαίνουν τα παραπάνω όρια, οι σχετικές οφειλές συνεκτιμώνται κανονικά.
Ανάλογα με το καθεστώς των οφειλών, τα ποσοστά παρακράτησης διαφοροποιούνται:
– Για ρυθμισμένες οφειλές, η παρακράτηση μπορεί να κυμαίνεται από 7% έως 70% του τιμήματος.
– Για οφειλές σε αναστολή, η παρακράτηση μπορεί να κυμαίνεται από 7% έως 50%, ανάλογα με τις εγγυήσεις που παρέχονται.
Πότε εκδίδεται βεβαίωση οφειλής αντί για φορολογική ενημερότητα
Σε αρκετές περιπτώσεις, η ΑΑΔΕ δεν θα εκδίδει αποδεικτικό φορολογικής ενημερότητας, αλλά βεβαίωση οφειλής. Αυτό συμβαίνει κυρίως όταν:
– υπάρχουν ληξιπρόθεσμα χρέη που δεν έχουν ρυθμιστεί ή
– το ποσό που πρέπει να παρακρατηθεί υπερβαίνει το τίμημα της μεταβίβασης.
Η βεβαίωση οφειλής αποτυπώνει το σύνολο των οφειλών και μπορεί να επιτρέψει την ολοκλήρωση της συναλλαγής μόνο υπό ειδικές προϋποθέσεις. Στις περιπτώσεις αλληλέγγυας ευθύνης, διευκρινίζεται ότι τακτοποιημένες οφειλές επιχειρήσεων δεν εμφανίζονται στη βεβαίωση όταν η συμμετοχή του υπόχρεου είναι εντός των προβλεπόμενων ορίων, εκτός αν ο ίδιος ζητήσει να αποτυπωθούν διαφορετικά.
Παρακράτηση έως και 100% σε πληρωμές από το Δημόσιο
Το νέο πλαίσιο προβλέπει επίσης ότι, όταν ένας φορολογούμενος πρόκειται να εισπράξει χρήματα από φορέα της Κεντρικής Διοίκησης και ταυτόχρονα έχει βεβαιωμένες οφειλές προς το Δημόσιο, μπορεί να εφαρμοστεί συμψηφισμός μέχρι και του 100% της απαίτησής του. Πρόκειται για ρύθμιση που ενισχύει τη δυνατότητα άμεσης είσπραξης, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις όπου υπάρχουν ανοιχτές οφειλές και ταυτόχρονα αναμένεται πληρωμή.
Οι μη ληξιπρόθεσμες οφειλές δεν λαμβάνονται υπόψη στον γενικό κανόνα της παρακράτησης. Ωστόσο, μπορούν να συνυπολογιστούν όταν ενεργοποιείται η διαδικασία συμψηφισμού, γεγονός που απαιτεί μεγαλύτερη προσοχή από όσους έχουν συνολικές υποχρεώσεις σε εξέλιξη.
Οι αλλαγές στη φορολογική ενημερότητα διαμορφώνουν ένα πιο απαιτητικό περιβάλλον για ιδιώτες και επιχειρήσεις, όπου η έκδοση του αποδεικτικού συνδέεται άμεσα με πρακτικούς μηχανισμούς είσπραξης: συμψηφισμό, παρακράτηση και –σε ορισμένες περιπτώσεις– βεβαίωση οφειλής. Όποιος σχεδιάζει μεταβίβαση ακινήτου, αναμένει πληρωμή από το Δημόσιο ή εμπλέκεται σε εταιρικά σχήματα με πιθανή αλληλέγγυα ευθύνη, χρειάζεται να γνωρίζει εγκαίρως πώς εφαρμόζονται οι νέοι κανόνες, ώστε να αποφύγει καθυστερήσεις, δυσάρεστες εκπλήξεις και απώλεια ρευστότητας τη στιγμή της συναλλαγής.





















