Η Γαλλία, η δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, βρίσκεται αντιμέτωπη με μια ολοένα και πιο πιεστική δημοσιονομική πραγματικότητα, καθώς το δημόσιο χρέος της ξεπέρασε τα 3,5 τρισ. ευρώ το πρώτο τρίμηνο του 2026. Η εξέλιξη αυτή δεν αποτελεί απλώς ένα ακόμη αρνητικό ρεκόρ στους πίνακες των οικονομικών στατιστικών, αλλά ένα ισχυρό σήμα κινδύνου για τη δυνατότητα της χώρας να χρηματοδοτεί πολιτικές, να στηρίζει την ανάπτυξη και να ανταποκρίνεται σε κρίσεις χωρίς να επιβαρύνει περαιτέρω τις μελλοντικές γενιές.
Σύμφωνα με έκθεση του Γαλλικού Ελεγκτικού Συνεδρίου (Cour des Comptes), του ανώτατου ανεξάρτητου ελεγκτικού θεσμού της χώρας, το δημόσιο χρέος όχι μόνο πέρασε το όριο των 3,5 τρισ. ευρώ, αλλά έφτασε πλέον στο 117,5% του ΑΕΠ. Διεθνή μέσα ενημέρωσης μεταδίδουν ότι ο δείκτης κινείται ακόμη και γύρω στο 118%, με προβολές που επεκτείνονται έως το τέλος του 2026, αποτυπώνοντας μια τάση που παραμένει ανοδική και δύσκολα αναστρέψιμη με τα σημερινά δεδομένα.
Δημόσιο χρέος: Πού βρίσκεται η Γαλλία το 2026 και γιατί έχει σημασία
Το μέγεθος του χρέους, ως ποσοστό του ΑΕΠ, είναι κρίσιμο επειδή δείχνει το «βάρος» που σηκώνει η οικονομία σε σχέση με την παραγωγική της ικανότητα. Όταν το δημόσιο χρέος κινείται κοντά ή πάνω από το 120% του ΑΕΠ, περιορίζεται το δημοσιονομικό περιθώριο της κυβέρνησης, αυξάνεται η ευαισθησία της χώρας στις μεταβολές των επιτοκίων και γίνεται πιο δύσκολη η χρηματοδότηση πολιτικών χωρίς νέα δανεικά.
Το Cour des Comptes επισημαίνει ότι οι δημοσιονομικές προοπτικές για το 2026 είναι ιδιαίτερα εύθραυστες. Όπως αναφέρει η Le Monde, ο κυβερνητικός στόχος να περιοριστεί το έλλειμμα στο 5% του ΑΕΠ απέχει πολύ από το να θεωρείται εξασφαλισμένος, ειδικά σε ένα περιβάλλον όπου η ανάπτυξη επιβραδύνεται, ενώ οι γεωπολιτικοί και πληθωριστικοί κίνδυνοι εντείνονται. Με άλλα λόγια, η Γαλλία καλείται να μειώσει το έλλειμμα ακριβώς τη στιγμή που οι οικονομικές συνθήκες δυσκολεύουν την επίτευξη του στόχου.
Δημόσιο χρέος και πρόβλεψη αύξησης: +160 δισ. ευρώ μέσα στο 2026
Οι προβλέψεις των ελεγκτών δείχνουν ότι το δημόσιο χρέος θα συνεχίσει να αυξάνεται με γρήγορο ρυθμό, ενισχυόμενο κατά περισσότερο από 160 δισ. ευρώ εντός του 2026. Μια τέτοια αύξηση δεν είναι απλά «λογιστική»· αντανακλά το γεγονός ότι το κράτος εξακολουθεί να δαπανά περισσότερα από όσα εισπράττει, την ώρα που το κόστος χρηματοδότησης ανεβαίνει.
Η δυναμική αυτή δημιουργεί έναν φαύλο κύκλο: υψηλότερο χρέος σημαίνει περισσότερες ανάγκες αναχρηματοδότησης και, σε περιόδους υψηλότερων επιτοκίων, αυτό μεταφράζεται σε υψηλότερους τόκους. Οι τόκοι, με τη σειρά τους, περιορίζουν τη δυνατότητα να χρηματοδοτηθούν άλλες πολιτικές προτεραιότητες ή να γίνουν περικοπές χωρίς πολιτικό κόστος.
Το κόστος δανεισμού ανεβαίνει: τόκοι 77,4 δισ. ευρώ το 2026
Η έκθεση προειδοποιεί ότι η αύξηση του κόστους δανεισμού επιβαρύνει περαιτέρω τα δημόσια οικονομικά. Οι πληρωμές τόκων εκτιμάται ότι θα ανέλθουν στα 77,4 δισ. ευρώ το 2026, καθώς το γαλλικό Δημόσιο αναχρηματοδοτεί χρέος με υψηλότερα επιτόκια σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια.
Ιδιαίτερα ανησυχητικό είναι ότι, σύμφωνα με το Cour des Comptes, η αύξηση των τόκων υπερκαλύπτει τις προσπάθειες περιορισμού άλλων δαπανών. Δηλαδή, ακόμη κι αν υπάρξουν παρεμβάσεις σε επιμέρους κονδύλια, το «κύμα» των τόκων μπορεί να ακυρώνει στην πράξη μεγάλο μέρος της εξοικονόμησης.
Η ανώτερη ελέγκτρια Carine Camby περιέγραψε με δραματικούς όρους την κατάσταση, τονίζοντας ότι το υπερβολικό χρέος περιορίζει ήδη τις δυνατότητες άσκησης οικονομικής πολιτικής. «Η ασφυξία από το χρέος δεν είναι κίνδυνος, είναι πραγματικότητα των δημόσιων οικονομικών μας», δήλωσε, υπογραμμίζοντας τα στενά περιθώρια επιλογών.
Κριτική στη στρατηγική: έσοδα αντί για δαπάνες
Το Γαλλικό Ελεγκτικό Συνέδριο ασκεί κριτική στη δημοσιονομική στρατηγική της κυβέρνησης, επισημαίνοντας ότι στηρίζεται κυρίως στην αύξηση των φορολογικών εσόδων, ενώ οι παρεμβάσεις για τον περιορισμό των δαπανών παραμένουν περιορισμένες και αβέβαιες. Ειδικά για τις κοινωνικές και κρατικές δαπάνες, τα προτεινόμενα μέτρα εξοικονόμησης δεν τεκμηριώνονται επαρκώς, κάτι που δημιουργεί εύλογες αμφιβολίες ως προς την αποτελεσματικότητά τους και το κατά πόσο μπορούν να εφαρμοστούν χωρίς καθυστερήσεις ή πολιτικές ανατροπές.
Παράλληλα, η πολιτική συγκυρία δυσκολεύει τον σχεδιασμό. Μετά την απώλεια της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας του προέδρου Εμανουέλ Μακρόν στις πρόωρες βουλευτικές εκλογές του 2024, διαδοχικές κυβερνήσεις μειοψηφίας αντιμετωπίζουν εμπόδια στην έγκριση προϋπολογισμών και στη λήψη μέτρων για τη μείωση του ελλείμματος. Επιπλέον, η προσεχής προεδρική αναμέτρηση προσθέτει αβεβαιότητα και τείνει να καθυστερεί αποφάσεις που θεωρούνται πολιτικά «δύσκολες».
Η έκκληση για πολυετές σχέδιο και στόχο κάτω από 3% έως το 2029
Το Cour des Comptes καλεί την κυβέρνηση να παρουσιάσει ένα σαφές και αξιόπιστο πολυετές σχέδιο δημοσιονομικής προσαρμογής. Πρώτος στόχος, όπως υπογραμμίζεται, είναι η μείωση του ελλείμματος κάτω από το 3% του ΑΕΠ έως το 2029, ευθυγραμμίζοντας τη χώρα με τις ευρωπαϊκές δημοσιονομικές επιταγές και αποκαθιστώντας ένα επίπεδο εμπιστοσύνης στις αγορές. Στη συνέχεια, ζητείται η δημιουργία διατηρήσιμων πρωτογενών πλεονασμάτων σε μακροπρόθεσμη βάση, ώστε να σταθεροποιηθεί και να αρχίσει να αποκλιμακώνεται το δημόσιο χρέος.
Η ουσία του μηνύματος είναι σαφής: χωρίς συνεκτικό σχέδιο, ρεαλιστικές προβλέψεις και πολιτική δυνατότητα εφαρμογής, το δημόσιο χρέος κινδυνεύει να μετατραπεί σε μόνιμο περιορισμό για την οικονομική στρατηγική της Γαλλίας. Και όσο το χρέος αυξάνεται, τόσο μεγαλύτερο κομμάτι του προϋπολογισμού θα κατευθύνεται σε τόκους αντί σε επενδύσεις, κοινωνική πολιτική ή ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας.
Σε μια περίοδο όπου οι οικονομίες δοκιμάζονται από αβεβαιότητα, επιβράδυνση και ανατιμήσεις, η εξέλιξη με το δημόσιο χρέος της Γαλλίας δεν είναι μια εσωτερική υπόθεση που αφορά μόνο το Παρίσι. Αποτελεί ζήτημα με ευρωπαϊκές προεκτάσεις, καθώς μια τόσο μεγάλη οικονομία επηρεάζει συνολικά το κλίμα εμπιστοσύνης και τη σταθερότητα στην Ευρωζώνη. Η πρόκληση, λοιπόν, δεν είναι μόνο να καταγραφεί το μέγεθος του προβλήματος, αλλά να διαμορφωθεί μια αξιόπιστη πορεία που θα μειώνει σταδιακά το δημόσιο χρέος και θα αποκαθιστά τον δημοσιονομικό έλεγχο πριν οι επιλογές γίνουν ακόμη πιο περιορισμένες.





















