Παρά τη διαδεδομένη εντύπωση ότι η εμπιστοσύνη των πολιτών προς την επιστήμη έχει «σπάσει» οριστικά, τα δεδομένα δείχνουν κάτι πιο σύνθετο: οι άνθρωποι εξακολουθούν να εμπιστεύονται τους επιστήμονες, αλλά με μεγαλύτερες επιφυλάξεις, πιο έντονα φίλτρα και σαφώς πιο πολιτικοποιημένο βλέμμα σε ορισμένες χώρες.
Η συζήτηση για το αν οι άνθρωποι εξακολουθούν να εμπιστεύονται τους επιστήμονες δεν αφορά μόνο ποσοστά σε δημοσκοπήσεις· αφορά τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνονται οι πεποιθήσεις σε ένα περιβάλλον όπου η πληροφορία είναι άφθονη, αντιφατική και συχνά χειραγωγούμενη.
Από τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρώπη έως τη Βραζιλία, κυριαρχεί συχνά η αίσθηση ότι η εμπιστοσύνη στην επιστήμη βρίσκεται σε κρίση. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, για παράδειγμα, έρευνα που δημοσιεύθηκε τον Ιανουάριο έδειξε ότι μόλις το 40% των πολιτών θεωρεί πως οι επιστημονικές πληροφορίες που ακούει είναι «γενικά αληθείς».
Παράλληλα, παγκόσμια δημοσκόπηση κατέγραψε ότι το 70% των ερωτηθέντων πιστεύει τουλάχιστον έναν ψευδή ή μη αποδεδειγμένο ισχυρισμό για την υγεία, όπως ότι οι κίνδυνοι των παιδικών εμβολίων υπερτερούν των οφελών. Αυτές οι ενδείξεις τροφοδοτούν το αφήγημα της κατάρρευσης.
Ωστόσο, όπως επισημαίνει ανάλυση του «Nature», η πραγματικότητα δεν είναι τόσο μονοσήμαντη: σε παγκόσμιο επίπεδο, οι επιστήμονες εξακολουθούν να θεωρούνται από τα πιο αξιόπιστα πρόσωπα του δημόσιου βίου. Το κρίσιμο ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν χάθηκε συλλήβδην η εμπιστοσύνη, αλλά πού εμφανίζονται οι ρωγμές, γιατί εντείνονται και πώς επηρεάζουν τη δημόσια υγεία, την κλιματική πολιτική και τη λειτουργία των θεσμών.
Εξακολουθούν οι άνθρωποι να εμπιστεύονται τους επιστήμονες; Τι δείχνουν οι μεγάλες μελέτες
Αν αναζητήσει κανείς τα πιο ισχυρά, συγκρίσιμα δεδομένα, η εικόνα γίνεται πιο καθαρή. Μία από τις μεγαλύτερες διεθνείς μελέτες των τελευταίων ετών, με σχεδόν 72.000 συμμετέχοντες από 68 χώρες (2022-2023), κατέγραψε μέσο επίπεδο εμπιστοσύνης 3,6 στα 5 — τιμή που περιγράφεται ως «μέτρια υψηλή».
Με άλλα λόγια, η γενικευμένη υπόθεση ότι υπάρχει διάχυτη και μόνιμη δυσπιστία απέναντι στην επιστήμη δεν επιβεβαιώνεται συνολικά από τα στοιχεία.
Όπως το θέτει ο Ντέιβιντ Μπέρσοφ από το Edelman Trust Institute, «η υπόθεση ότι υπάρχει μια γενικευμένη και διάχυτη δυσπιστία απέναντι στην επιστήμη και τους ειδικούς δεν στηρίζεται στα δεδομένα».
Κι αυτό έχει σημασία, γιατί μεταφέρει το βάρος από τον πανικό στη διάγνωση: σε ποιους πληθυσμούς και σε ποιες συνθήκες μειώνεται η εμπιστοσύνη και πότε μετατρέπεται σε ενεργή απόρριψη επιστημονικών συστάσεων;
Γιατί η εμπιστοσύνη δεν κατανέμεται ομοιόμορφα
Η εμπιστοσύνη δεν είναι ενιαίο μέγεθος. Διαφέρει ανά χώρα, ανά κοινωνική ομάδα και ανά πολιτικό πλαίσιο. Η ίδια διεθνής μελέτη βρήκε υψηλά επίπεδα εμπιστοσύνης σε ορισμένες αφρικανικές χώρες, όπως η Νιγηρία και η Κένυα, ενώ χαμηλότερα ποσοστά καταγράφηκαν στη Ρωσία και σε αρκετές πρώην σοβιετικές δημοκρατίες, όπως το Καζακστάν. Οι Ηνωμένες Πολιτείες βρέθηκαν στο ανώτερο τρίτο της κατάταξης, ενώ η Κίνα κοντά στη μέση.
Μία ερμηνεία, που αναφέρει ο Νιλς Μέντε, είναι ότι σε χώρες όπου οι πολίτες αντιμετωπίζουν το κράτος ως διεφθαρμένο ή αναξιόπιστο, οι επιστήμονες μπορεί να λειτουργούν ως εναλλακτικό σημείο αναφοράς — πιο «καθαρό» και πιο τεκμηριωμένο. Σε άλλες περιπτώσεις, η ιστορική εμπειρία, η λειτουργία των μέσων ενημέρωσης και η σχέση πολιτών-θεσμών καθορίζουν πόσο εύκολα μεταφράζεται μια επιστημονική θέση σε κοινωνική αποδοχή.
Ρωγμές: όταν το «αρκετά» αντικαθιστά το «πολύ»
Ακόμη κι όταν η συνολική εμπιστοσύνη παραμένει σχετικά υψηλή, οι λεπτομέρειες έχουν σημασία. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, έρευνα που δημοσιεύθηκε τον Απρίλιο έδειξε ότι το 84% εμπιστεύεται την επιστήμη τουλάχιστον «σε κάποιο βαθμό».
Όμως, το ποσοστό όσων δηλώνουν ότι την εμπιστεύονται «πάρα πολύ» μειώθηκε αισθητά: από 63% το 2020 σε 34% σήμερα. Αυτή η μετατόπιση από την έντονη εμπιστοσύνη προς μια πιο «επιφυλακτική» εμπιστοσύνη είναι ενδεικτική διάβρωσης — όχι κατάρρευσης, αλλά αλλαγής θερμοκρασίας.
Η πολιτικοποίηση της επιστήμης και η πόλωση στις ΗΠΑ
Η πιο έντονη και μελετημένη μεταβολή καταγράφεται στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου η εμπιστοσύνη στην επιστήμη συνδέεται ολοένα και περισσότερο με την πολιτική ταυτότητα. Η General Social Survey (1973-2024) δείχνει ότι επί δεκαετίες πάνω από το 80% των Αμερικανών δήλωνε αρκετή ή μεγάλη εμπιστοσύνη στην επιστημονική κοινότητα, όμως το 2022 σημειώθηκε απότομη πτώση στο ποσοστό όσων δηλώνουν «πολύ» μεγάλη εμπιστοσύνη.
Σύμφωνα με στοιχεία του Pew Research Center, η εμπιστοσύνη προς τους επιστήμονες μειώθηκε από 87% το 2020 σε 73% το 2023. Παράλληλα, όμως, μειώθηκε και η εμπιστοσύνη προς άλλους θεσμούς, όπως η αστυνομία και οι αιρετοί αξιωματούχοι — κάτι που, όπως σημειώνει η Κάθλιν Χολ Τζέιμισον, παραπέμπει σε ευρύτερη θεσμική κρίση εμπιστοσύνης.
Το πολιτικό χάσμα είναι εμφανές: μεταξύ όσων δηλώνουν Ρεπουμπλικάνοι ή κλίνουν προς το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα, η εμπιστοσύνη στους επιστήμονες μειώθηκε από 85% το 2020 σε 65% το 2025. Στους Δημοκρατικούς η μεταβολή ήταν οριακή (από 91% σε 90%). Οι εξηγήσεις περιλαμβάνουν τόσο δημογραφικές μετακινήσεις (θρησκευόμενοι ψηφοφόροι προς τους Ρεπουμπλικάνους, απόφοιτοι πανεπιστημίων προς τους Δημοκρατικούς) όσο και μια μακρόχρονη ρητορική που παρουσιάζει την ακαδημαϊκή και επιστημονική κοινότητα ως «ελίτ» αποκομμένη από τις ανάγκες των «απλών ανθρώπων».
Πανδημία Covid-19: επιτάχυνση μιας ήδη υπαρκτής τάσης
Η ανησυχία για υποχώρηση εμπιστοσύνης υπήρχε και πριν από την πανδημία. Όμως η Covid-19 λειτούργησε ως επιταχυντής. Η παραπληροφόρηση εξαπλώθηκε ραγδαία, ενώ οργανωμένες ομάδες αμφισβήτησαν μέτρα όπως ο εμβολιασμός και η χρήση μάσκας, παρά τα δεδομένα που έδειχναν ότι μπορούσαν να σώσουν ζωές.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο δημιουργήθηκε το πρόγραμμα TISP (Trust in Science and Science-Related Populism): μια διεθνής συνεργασία περίπου 240 ερευνητών, που ξεκίνησε από δημόσιο κάλεσμα των Νιλς Μέντε και Βικτόρια Κολόνια. Η έρευνα αξιολόγησε διαφορετικές διαστάσεις εμπιστοσύνης — επιστημονική επάρκεια, ακεραιότητα, διαφάνεια, πρόθεση υπηρεσίας του δημόσιου συμφέροντος — και κατέληξε στον παγκόσμιο μέσο όρο 3,6/5, επιβεβαιώνοντας ότι η εμπιστοσύνη δεν εξαφανίστηκε, αλλά πιέζεται.
Παραπληροφόρηση και «ανακατανομή εμπιστοσύνης»
Ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα δεν είναι ότι ο κόσμος απορρίπτει εξαρχής την επιστήμη, αλλά ότι συχνά δεν μπορεί να ξεχωρίσει τι είναι επιστημονικά τεκμηριωμένο από αυτό που απλώς «ακούγεται σωστό». Έρευνα του Edelman σε 16 χώρες (Απρίλιος) διαπίστωσε ότι το 70% των ερωτηθέντων πίστευε σε τουλάχιστον έναν ψευδή ή αναπόδεικτο ισχυρισμό για την υγεία — από τα εμβόλια μέχρι το νωπό γάλα και ισχυρισμούς για φάρμακα στην εγκυμοσύνη.
Και το κρίσιμο είναι ότι τέτοιες πεποιθήσεις διαδίδονται γρηγορότερα από τις διορθώσεις, επειδή οι αλγόριθμοι συχνά επιβραβεύουν το συγκρουσιακό και το συναισθηματικά φορτισμένο περιεχόμενο.
Επιπλέον, πολλοί άνθρωποι εμπιστεύονται περισσότερο την οικογένεια, τους φίλους ή θρησκευτικούς ηγέτες ως πηγές πληροφόρησης για θέματα υγείας. Όπως λέει ο Κόλιν Στρονγκ (Ipsos), παρατηρείται μια «ανακατανομή της εμπιστοσύνης» — όχι πάντα μακριά από την επιστήμη, αλλά προς πιο οικείους διαμεσολαβητές.
Πώς μπορεί να ενισχυθεί η εμπιστοσύνη στην επιστήμη
Οι ειδικοί συμφωνούν ότι η λύση δεν είναι να «πλημμυρίσουμε» το κοινό με περισσότερα δεδομένα. Προτεραιότητα είναι η καλύτερη επικοινωνία: πιο καθαρή γλώσσα, μεγαλύτερη διαφάνεια και ειλικρινής αναγνώριση της αβεβαιότητας. Σε ευρωπαϊκή έρευνα του 2024 σε 35 χώρες, το 43% των ερωτηθέντων δήλωσε ότι οι επιστήμονες δεν είναι καλοί στην επικοινωνία. Κι αυτό είναι ένα πρακτικό, βελτιώσιμο πρόβλημα.
Όταν οι επιστήμονες εξηγούν πώς παράγεται η γνώση, τι γνωρίζουμε, τι δεν γνωρίζουμε ακόμη και γιατί οι οδηγίες αλλάζουν καθώς συσσωρεύονται στοιχεία, πολλοί πολίτες τείνουν να θεωρούν την πληροφόρηση πιο αξιόπιστη — όχι λιγότερο. Η επιστήμη δεν είναι σύστημα αλάθητων αποφάσεων· είναι διαδικασία ελέγχου, αμφισβήτησης και αναθεώρησης.





















