
Γράφει ο Κωνσταντίνος Βολάκης
Διήγημα
Στις μεγάλες ζεστές ώρες του καλοκαιριού, όταν το γέρικο κορμί αναζητά απεγνωσμένα την δροσιά σε παλιά ταξίδια, αναπολώ τα παλιά καλοκαίρια που μύριζαν εντομοκτόνο, χώμα πυρωμένο, χόρτα ξερά και θάλασσες με θολούρα από την ζέστη.
Τα μουσκεμένα μαξιλάρια στα μεσημέρια, βλέπανε γυμνό της εφηβείας το κορμί να τρώει καρπούζι στο τραπέζι της κουζίνας, αφήνοντας κολλημένα στο μαχαίρι κουκούτσια και ζουμιά, από παγωμένο, ξεδιψαστικό, γλυκό χυμό.
Τα κλειστά πράσινα παντζούρια άφηναν, ένα κομμάτι τσιμεντένιας αυλής να φαίνεται κι έναν ασπρισμένο γκαζοτενεκέ με πλατύφυλλο βασιλικό, που θύμιζε Δεκαπενταύγουστο στις μικρές Κυκλάδες.
Γυμνές πατούσες στο τσιμέντο, έφερναν στο κορμί δροσιά και πίσω από τη σκάφη της μπουγάδας κοιμόταν ο σκύλος της γειτονιάς ναρκωμένος από τη ζέστη, λαχανιάζοντας, με τη γλώσσα έξω.
Τα χτυπήματα από τη σκούπα στις γωνίες και ο θόρυβος του νερού που έτρεχε από το λάστιχο, ειδοποιούσαν, ότι πλένει την αυλή η γειτόνισσα ξυπόλητη, με τα μεγάλα βαριά στήθη χωρίς σουτιέν, και τα παχιά πόδια της που φαινόντουσαν ολόλευκα μέσα από τα ανοίγματα της κοντής τσαλακωμένης της ρόμπας, βοηθούσαν στη χαλάρωση του ανήσυχου εφηβικού ύπνου.
Τα καφεδάκια και τα γλυκά του κουταλιού έδιναν κι έπαιρναν, μαζεύοντας τα απογεύματα τις γειτόνισσες στο φρεσκοβρεγμένο δρόμο απ’ την καταβρεχτήρα του δήμου, να αναλύσουν και να ενημερωθούν για τα νέα της γειτονιάς. Όσο για ‘μας, στις μεγάλες χωμάτινες αλάνες, να ξαναγδαίρνουμε τα χιλιοχτυπημένα μας γόνατα..
Τα βράδια που ερχόντουσαν νυσταγμένα με τη γλυκιά της ημέρας κούραση και το τρεμάμενο φως του καντηλιού, έκλειναν τα κουρασμένα μάτια με ύπνο βαρύ που τον συνόδευε η μυρωδιά της συκιάς και του δεντρολίβανου από το ανοιχτό παράθυρο.
Πόσες φορές, λίγο πριν χαθώ στου ονείρου τον κόσμο, νανουρισμένος απ’ το γλυκό της μάνας φιλί, κοιτούσα το φως των αστεριών απ’ το μισάνοιχτο παράθυρο και ήδη, ονειρευόμουνα την όμορφη, ανέμελη ζωή, που ανίδεος νόμιζα ότι με περίμενε στις μελλοντικές μου ανατολές…





















