Connect with us

Hi, what are you looking for?

ΑΠΟΨΕΙΣ

Μάνα, χαμήλωσε λίγο να βλέπω κι εγώ (Της Γιούλης Αποκατανίδου)

Γράφει ο Κωνσταντίνος Βολάκης

 

Στην προσπάθεια που κάνουμε για να στηρίξουμε και να προβάλουμε τις εργασίες των νέων λογοτεχνών παρουσιάζουμε ένα όμορφο διήγημα της Καβαλιώτισσας λογοτέχνιδος κυρίας Γιούλη Αποκατανίδου πολυβραβευμένης σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς.

Διήγημα

Να ΄πεφτε λέει μια νύχτα στο κρεβάτι και να κολυμπούσε σε θάλασσες εξωτικές και πεντακάθαρες με κάτασπρα βοτσαλάκια, πολύχρωμα ψαράκια και χαρωπούς μαυριδερούς ψαράδες να της δείχνουν τα ξεδοντιασμένα τους στόματα χαμογελώντας της πλατιά. Ή ακόμη καλύτερα, να περπατούσε μέσα στην μακάβρια ησυχία ενός πυκνού, κατάφυτου δάσους, πατώντας στα νοτισμένα φύλλα, ανασαίνοντας την μουχλιάρα υγρασία τους κι ακούγοντας τον τριγμό των δέντρων που ψηλώνουν. Χωρίς να πονάει η μέση της σε κάθε βήμα. Με κείνη την περιέργεια και την αγορίστικη ζωηράδα που την ζάλιζε στα δώδεκα της χρόνια. Ναι, ας βούλιαζε μια νύχτα κι αυτή σε γλυκά όνειρα… Και τι πρέπει να πάρει επιτέλους για να αγγίξει το παράδεισο του ύπνου; Τα Ζάναξ όλο στα ίδια την ταξιδεύουν. Σπίτι, σούπερ μάρκετ, νεκροταφεία, λαϊκή, άντε και μέχρι το χωριό της όπως το θυμάται από μικρή. ” Αυτά τα βλέπω και στον ξύπνιο μου δεν χρειάζεται να ξεραθώ στον ύπνο για να τα επισκεφτώ. Τα άλλα. τα άλλα τα καλά πού είναι …”
Σηκώνεται και είναι μες στα νεύρα. Λες και κάποιος αχρείος την ξεγέλασε και ενώ τον είχε καλοπληρωμένο, αλλού του ζήτησε κι αλλού την πήγε. Και το χειρότερο είναι πως δεν έχει και κανέναν διαθέσιμο να ξεσπάσει τα νεύρα της. Αλίμονο! πάλι θα τα καταπιεί; Ας ήταν ο Χαραλάμπης εδώ τουλάχιστον. Μπορεί σε όλα τα άλλα να μην άξιζε μία αλλά σ΄ αυτό ήταν χρήσιμος. Μπορούσε να την ακούει με τις ώρες να γκρινιάζει, να θυμώνει, να απειλεί, να σκυλοβρίζει ζωντανούς και πεθαμένους και αυτός να συνεχίζει να διαβάζει με την ίδια μακαριότητα. Καμιά φορά μονάχα σήκωνε το κεφάλι απ΄ το βιβλίο και την κοιτούσε με ένα ερωτηματικό βλέμμα, σαν να την έβλεπε πρώτη φορά ή σαν να αναλογιζόταν τι σκατά ήταν αυτό που τον έκανε να παντρευτεί αυτή τη μέγαιρα. Κι αυτή το ξέρει ότι είναι μέγαιρα. Και το γλεντάει αναλόγως.
Πικρός ο καφές, φαρμάκι το τσιγάρο, πάλι τούρκικο η τηλεόραση κι άντε να περάσει κι αυτό το απόγευμα. Κανέναν δεν θέλει. Κανέναν. Να την αφήσουν ήσυχη θέλει. Να μην πατήσει κανένας στο σπίτι της, μέχρι που η ανάγκη τους να την δουν, να γίνει ανυπόφορη, σφιχτή θηλιά στο λαιμό τους και να τους πνίγει αργά- αργά ώσπου να ακουμπήσουν το δάχτυλό τους στο κουδούνι της. Ας πάνε όλοι στο διάολο, ούτε που τη νοιάζει. Και τι έχουν να της προσφέρουν άλλωστε; Αυτή ποτέ δεν συμπάθησε τα κουτσομπολιά και τους καφέδες στη γειτονιά κι ας ήταν το σπίτι της πάντα γεμάτο από γειτόνισσες. Δεν έφταιγε που ήταν κοινωνική κι αγαπητή. Κανείς δεν μπορεί να τη ς προσφέρει τίποτα γιατί πολύ απλά δεν έχει ανάγκη από τίποτα. Δόξα τω Θεώ μια χαρά τα βολεύει μονάχη κι από παρέα! Δέκα Μουράτ κι άλλες πέντε Σεχραζάτ την περιμένουν κάθε απόγευμα.
Κουράστηκε όμως. Κι η ζωή δεν της φέρθηκε όπως της άξιζε. Γιατί άξιζε πολλά. Πάρα πολλά. Και δεν πήρε τίποτα.
Κι αν υπάρχει ο Θεός και βλέπει θα ΄θελε να του πει κανά δυο λογάκια από κείνα τα δικά της, τα φιδάκια, που τα μεγαλώνει με τόση στοργή σαν να ΄ναι παιδιά της. Είναι παιδιά της. Κι ίσως και περισσότερο δικά της απ΄ τα παιδιά της. Γέννημα-θρέμμα κι αποκλειστικότητά της, τα φαρμακερά φιδάκια-λογάκια. Γεννιούνται καθημερινά μέσα στα σπλάχνα της, σαλεύουν τυφλά και μπερδεμένα, μια μαύρη κινούμενη αχόρταγη μάζα που διχοτομείται ασταμάτητα σε πλήθος από μικρές οχίτσες που θεριεύουν με γοργούς ρυθμούς απομυζώντας την λαίμαργα και περιμένουν σε θέση βολής, πότε θα ανοίξει το στόμα της για να ξεχυθούν κατά ριπάς και να δαγκώσουν το ανυποψίαστο θύμα. Στο Θεό δεν θα ήταν επιεικής. Καμιά λύπηση, κανένας οίκτος. Θα εξαπέλυε μύδρους!
Τι τα θες, τι τα γυρεύεις. Θα μπορούσε να ΄ναι πολύ καλύτερα, πάσχισε για να ΄ναι πολύ καλύτερα και ποτέ δεν ήταν όπως θα ΄θελε να είναι. Κι αν το χαΐρι της ήταν ένα σπίτι, ένα εξοχικό κι ένα αυτοκίνητο, εκείνη θα ΄θελε να ΄χει κι έναν άντρα σωστό, νταή και φωνακλά. Να μπαίνει στο σπίτι και να σείονται τα πιατικά, να σηκώνει φωνή και να τρέμουν οι καρέκλες, να απλώνει τη χερούκλα του και να ριγούν τα πατώματα. Ο Χαραλάμπης δεν ήταν άντρας. Ήταν βιβλίο. Από κείνα τα δερματόδετα , τα παλιακά που μυρίζουν ψοφίμι και σάπιο νερό και λίγοι καταδέχονται να τ΄ ανοίξουν. ” Αν ο Χαραλάμπης ήταν θεριακλής θα ΄στρωνε κι εμένα. Δυο σφαλιάρες κι ένα γαμοσταυρίδι χρειαζόμουν στη ζωή μου και θα ΄βρισκα τον εαυτό μου. Γιατί οι γυναίκες είναι δυο λογιώ. Αυτές που ξέρουν ότι χρειάζονται ένα χέρι ξύλο, κι αυτές που δεν το ξέρουν”. Κι εκείνη το ΄ξερε. Το σωστό άντρα δεν είχε για να της το ρίξει. Και κοίτα τώρα να δεις, για δυο χαστούκια έχασε μια ολόκληρη ευτυχία.Θα ΄θελε να ΄χει και τρεις γιούς. Λεβέντες, ασίκηδες, κλώνους του βαρβάτου. Και το σκοινί της μπουγάδας της γεμάτο σώβρακα, φανέλες και φανταρίστικα παραλλαγής. Να ΄χει δίπλα στη μπιγκόνια στο πλατύσκαλο αραδιασμένα τρία ζευγάρια σπορτέξ νούμερο σαράντα οκτώ και επί μονίμου βάσεως άδειο ψυγείο. Να ζυμώνει αναψοκοκκινισμένη όλη μέρα κεφτέδες και πίτες για να χορτάσει τους νταγλαράδες της και να τους έχει σούζα σαν αρνάκια κάθε που θα ΄βαζε φωνή. Θα ΄θελε να νιώσει το αδέξιο χέρι του γιου να της χαϊδεύει διστακτικά και ντροπαλά το μάγουλο όταν θα ψηνόταν από τις εξάψεις στην κλιμακτήριο και την θάλασσα αγκαλιά του να την σφίγγει όταν θα πήγαινε να τον ξεβρομίσει φοιτητή. Θα ΄θελε να ακούει τη λέξη “μάνα”, βαριά, μπάσα, με την αγριάδα στη πρώτη συλλαβή και το λυγμό στη δεύτερη, θα ΄θελε όταν θα πέθαινε τρεις άντρες να την θυμούνται στενάζοντας.
Έκανε τρία θηλυκά. Μίζερα, μισερά κι αρρωστιάρικα. Τάλε κουάλε Χαραλάμπης. Έφαγε τα νιάτα της και τις πενταροδεκάρες τα μηνιάτικα, στους παιδίατρους και στα μπάνια ελπίζοντας πως μια μέρα θα γίνουν αρχοντοκοπέλες σαν του λόγου της.
Μείναν κοντές μα τετράπαχες απ΄ το βασιλικό πολτό και τα μουρουνόλαδα.
Πώς να τα κλείσει μετά τα απήγαδα τα στόματα που άνοιξε η όρεξη και κοντεύαν να φάνε και την ίδια… Τρεις βασανίστρες, τρεις πληγές. Με το μπαϊράκι δυο πήχες ψηλό, τη γλώσσα να κόβει σαν ψαλίδι και τις κατηγόριες έτοιμες να τις ξεράσουν στη στιγμή. Με το Χαραλάμπη κορώνα στο κεφάλι τους και την ίδια ένα παρά ριγμένη πίσω. Κι ας έκανε τόσες θυσίες, κι ας ξενύχτησε με πυρετούς και ανεμοβλογιές, κι ας χάλασε τα μάτια της κεντώντας προίκες. Οι μουλάρες μόνο για τον πατέρα τους είχαν μάτια.
Καμιά φορά τις έβλεπε και τις τρεις μαζεμένες σαν τις μοίρες γύρω απ΄ τον άντρα της και φαντασιωνόταν ότι δεν ήταν δικά της παιδιά. Ότι ήταν ξένα, αλληνής, κι αυτή η μητριά που η μοίρα της το΄ χε φυλαγμένο να αναστήσει τρία παραπαίδια. Τότε ένα μικρό δράμα ξετυλιγόταν μπροστά στα μάτια της, με σκηνικό και μουσική υπόκρουση. Έβλεπε το φέρετρο με την ξανθομαλλούσα μικρομάνα, καταμεσής στο σαλόνι της. Σφιχτά κολλημένα τα τσίνορα, δεμένα τα χέρια με ευλάβεια μπρος στη κοιλιά, πνιγμένη από χρυσάνθεμα και κρίνους να θέλει να αποδράσει και να την κρατάει ο θάνατος καρφωμένη στο φέρετρο, να θέλει να βγάλει φωνή και τα μπαμπάκια να της έχουνε φράξει το στόμα. Έβλεπε ένα γύρο τους συγγενείς να κοιτάζουν την πεθαμένη αμήχανοι και παραξενεμένοι και μ΄ ένα “τίποτα δεν είμαστε τελικά” να ψάχνουν με το βλέμμα κάτι άγνωστο για να τους απασχολήσει ανιαρά, δημιουργικά, δεν έχει σημασία, βασικά να τους πάρει για λίγο από κει… να!… Το χαλί ας πούμε, πόσα κουτάκια έχει το χαλί; Ας τα μετρήσω… Πνιγόταν απ΄ τα λιβάνια και την γλυκερή αποφορά των κρίνων κι άκουγε τους λυγμούς της μάνας της, του αντρός της και κάτι μακρινά κλαψουρίσματα των μικρών κοριτσιών που τα κρατούσαν οι συγγένισσες σε άλλα δωμάτια μακριά απ΄ τη κάσα, μην δουν τη μάνα τους πεθαμένη και αγριευτούν. Τότε μούδιαζε το κεφάλι της κι ένιωθε γαληνεμένη. Τότε ένιωθε πως έκανε το καθήκον της σαν σωστή γυναίκα, σαν σωστή Χριστιανή. Αυτό το ζεστό, γλυκό σιρόπι της ευεργεσίας, κυλούσε κι έσταζε μέχρι την μήτρα της και της έλιωνε τα πόδια. Μια σχεδόν οργασμική λαύρα την διαπερνούσε και την συνόδευαν μικρά – κοφτά σπαρταρίσματα ηδονής και χορτασιάς.! Ούτε για αυτό ήσουν άξιος, καημένε Χαραλάμπη, ούτε για χήρος ήσουν άξιος! Κι ας ήμουν εγώ η σχωρεμένη!
Κάποιος, κάποτε της είπε πως τη ζωή μας και τη μοίρα μας εμείς την κουμαντάρουμε. Ό,τι σκέψεις κάνουμε, μ΄ αυτές θα πορευτούμε και μ΄ όσα κακά πληρώνουμε, μ΄ αυτά θα πληρωθούμε. Αν σκέφτεσαι το κακό, κακό θα σ΄ έβρει. Εκείνη σκεφτόταν τις οχίτσες της. Δεν ήταν κακές. Σκέφτηκε να του το πει μα προτίμησε να τον διώξει. Δεν μπορούσε να εξηγεί στον κάθε τυχαίο τον τρόπο που διαχειρίζεται τη ζωή της.
Ούτε πώς έμπλεξε με τέσσερις άχρηστους που περιμένουν απ΄ αυτήν να βάλει σε τάξη τις ζωές τους. Πως Αυτή είναι το Άλφα και το Ωμέγα κι αν λείψει Αυτή θα τους φάει το μαύρο σκοτάδι. Τι να καταλάβει ο ξένος άνθρωπος, έβλεπε μπροστά του μια άγνωστη γυναίκα κι έλεγε τις αμπελοφιλοσοφίες του. “Για κάνε και μια βουτιά στα μέσα μου ντε, για βούτα να δούμε τι θαύματα θα βρεις… τα χρυσά παλάτια του” προσδοκώ” με τα φωτεινά παράθυρα του “ελπίζω” και δίπλα, κολλητά τη χαμοκέλα του “κατάφερα” με το βρωμιάρικο τζαμλίκι του “πορεύομαι”. Να, αυτά είναι φιλόσοφε! Αυτά όλα κι όλα. Στο παλάτι κάθομαι εγώ βασίλισσα 12 χρονών με την καρδιά φουσκωμένη να καλπάζει στα στήθια και την ψυχή να μου φωνάζει “όρμα” και στη χαμοκέλα πάλι εγώ, αγρίμι λυσσάρικο να φάει το κόσμο, ζωσμένο με τέσσερις χοντρές αλυσίδες και ψευτοταϊσμένο με αυταπάτες και μεγαλειώδη “θα”. Για άλλα ήμουν εγώ. Για μεγάλα. Φταίει το κακό το ριζικό μου, φταίει ο Θεός που με μισεί. Για τι με μισείς ρε; Πόση έμπνευση και γούστο είχες όταν με ΄πλασες και έσβησες απ΄ τον κλώνο μου την αγάπη; Τέτοια αναπηρία πώς μπορώ να σου την συγχωρήσω; Και ποιος είναι τελικά πιο διεστραμμένος απ΄ τους δυο μας; Εγώ που δεν μπορώ να αγαπήσω ή εσύ που μισείς τα γεννήματά σου; Ρε; Ψεύτη, κάλπη, μπαγαπόντη, παλιάτσε τηςσυμφοράς. Αρρωστημένε αρχιτέκτονα ορατών τε πάντων και αοράτων, σου ζήτησα ψωμί και μου ΄ δωσες λάσπη, σου ζήτησα ορίζοντα και μου ΄δωσες ερημιά, σου ζήτησα φτερά και μ΄ έφτυσες στα μούτρα. Κι όλα μου τα ΄κανες φυλακή, καμαράκι ένα επί ένα χωρίς παράθυρο και πόρτα. Χωρίς μια τρύπα για να παίρνω αέρα. Χωρίς πόνο για να σύρω μια φωνή. Χωρίς πίστη για να βροντοφωνάξω ένα ήμαρτον”
Τέσσερα μνημούρια το ένα πλάι στο άλλο. Τα ΄βαλε κοντά- κοντά για να μην κουράζεται στο πήγαινε – έλα. Μια σκούπα, ένα φτυαράκι κι ένα πλαστικό μπιτόνι για όλα. Πέφτει επάνω στα μάρμαρα και τα κάνει αόρατα. Τρίβει με λύσσα σταυρούς, κορνίζες και χαραγμένα ονόματα, ποτίζει αβέρτα βασιλικούς και μεσημεράκια. Ανάβει τα καντήλια με σπουδή και στον καθορισμένο χρόνο κάνει τα τρισάγια που πρέπουν. Σκυλοβαρέθηκε να βλέπει ίδια επώνυμα κι αυτή η κούρμπα του Θήτα την ζαλίζει, την αλαλιάζει. Ο κόσμος μιλάει κι αυτή καραδοκεί. Τα φιδάκια-λογάκια είναι πάντα στις επάλξεις, πιστά στρατιωτάκια υπό τους ορισμούς της να την βγάλουν ασπροπρόσωπη για άλλη μια φορά.
Ο Χαραλάμπης και οι μουλάρες του ξεκουράζονται παρέα και όλο κρυφογελάνε και λένε μυστικά. Ακούει το σούσουρο και τα πνιχτά χαχανητά τους και μετανιώνει για το εικοσάευρο που έδωσε στο παραφινέλαιο.
“Άι σιχτίρ, γέμισαν τα μνήματα με Θεοδώρου.”

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ
Γεννήθηκα το Γενάρη του 1969 στη Καβάλα όπου ζω μέχρι και σήμερα. Ξεκίνησα να γράφω θεατρικά έργα, διηγήματα και στίχους τραγουδιών πριν από 20 περίπου χρόνια . Μέχρι σήμερα έχουν ανέβει δεκαπέντε θεατρικά μου έργα από ερασιτεχνικές ομάδες της Καβάλας και άλλων νομών. Το μεγαλύτερο μέρος των έργων μου έχει ανεβεί από την ερασιτεχνική θεατρική ομάδα Καβάλας «Μικροί Ήρωες» , της οποίας είμαι ιδρυτικό και ενεργό μέλος.
Έχω λάβει διακρίσεις σε Φεστιβάλ Ερασιτεχνικού Θεάτρου ( Καρδίτσα, Ιεράπετρα) και σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς για διηγήματα και ποιήματά μου και έχω συνεργαστεί με το ΔΗΠΕΘΕ Καβάλας, με τη ΔΗΜΟΦΕΛΕΙΑ Καβάλας, με Πολιτιστικούς και Χορευτικούς Συλλόγους .

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΧΙΟΣ

Στις παράλιες της Νότιας και Δυτικής Χίου, έχουν κάνει την εμφάνιση τους οι μωβ μέδουσες, ένα φαινόμενο που παρατηρείται ολοένα και πιο έντονα στο...

ΧΙΟΣ

Φωτιά ξέσπασε λίγο μετά τις 9 το βράδυ σε σπίτι στην Αγία Ερμιόνη.

ΧΙΟΣ

Μαζί μας αυτή τη φορά, έχουμε τον κ. Σταύρο Τσέτσερη, Συνταξιούχο Πλοίαρχο, ο οποίος μίλησε για όλα όσα έχει ξεχωρίσει και θυμάται χαρακτηριστικά από...

ΧΙΟΣ

Την Πυροσβεστική Υπηρεσία Χίου επισκέφτηκε εκτάκτως σήμερα ο υπουργός Μετανάστευσης και Ασύλου, και βουλευτής Χίου, Νότης Μηταράκης.