Γράφει ο Μιχάλης Κανάριος
Η οικονομική απομόνωση και η κοινωνική απαξίωση οδήγησαν το Υπεραστικό ΚΤΕΛ Χίου στο κλείσιμο
Οκτώ μήνες χωρίς συγκοινωνία στα χωριά της νότιας Χίου έχουν περάσει, και οι κάτοικοι της τρίτης ηλικίας βρίσκονται σε απόγνωση, καθώς οι περισσότεροι αδυνατούν να πληρώσουν ταξί για τις μετακινήσεις τους λόγω της χαμηλής σύνταξής τους. Πιστεύουμε ότι με τον νέο νόμο η Περιφέρεια και ο Δήμος θα δώσουν σύντομα λύση.
Ιστορική Αναδρομή
Η αρχή του Υπεραστικού ΚΤΕΛ Χίου
Το 1952 ιδρύθηκε το 48ο Υπεραστικό ΚΤΕΛ Ν. Χίου, βάσει του Ν.2119 – περί συστάσεως των ΚΤΕΛ, με την υπ’ αριθμόν 143115/30-5-1952 απόφαση του Υπουργείου Μεταφορών.
Τα πρώτα ιδρυτικά μέλη στη Χίο ήταν 16 ιδιοκτήτες λεωφορείων. Έτσι δημιουργήθηκαν 104 ΚΤΕΛ – 59 υπεραστικά και 45 αστικά – ένα για κάθε νομό και νησί.
Το Υπεραστικό ΚΤΕΛ Χίου, με ιστορία 73 ετών στο τομέα των επιβατικών μεταφορών, προσπαθούσε πάντα να βελτιώνει τις υπηρεσίες που προσέφερε, ανανεώνοντας τακτικά τον στόλο των λεωφορείων και επιδιώκοντας να στεγαστεί σε σύγχρονο σταθμό επιβίβασης και αποβίβασης επιβατών. Παράλληλα, επιτελούσε μεγάλο κοινωνικό έργο, έχοντας προσφέρει τα μέγιστα στην οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη της Χίου.
Το Τέλος – Λουκέτο στο Υπεραστικό ΚΤΕΛ Χίου
Από τις 11 Αυγούστου 2025, τα δρομολόγια του Υπεραστικού ΚΤΕΛ Χίου σταμάτησαν. Η απόφαση αυτή κρίθηκε αναγκαία λόγω της έλλειψης λεωφορείων και των σοβαρών οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε η επιχείρηση.
Η επιχείρηση επιβίωνε οριακά χάρη στα έσοδα από τα μαθητικά δρομολόγια, τα οποία όμως διακόπτονταν τους θερινούς μήνες. Αυτό σημαίνει ότι για δύο μήνες τα μοναδικά έσοδα προέρχονταν αποκλειστικά από την περιορισμένη επιβατική κίνηση, η οποία με δυσκολία επαρκούσε για να καλυφθούν τα καύσιμα των λεωφορείων. Είναι πρακτικά αδύνατον να καλυφθούν οι μισθοί, τα κόστη συνεργείων και οι υποχρεώσεις προς εξωτερικούς συνεργάτες, με αποτέλεσμα η επιβίωση της επιχείρησης να οδηγείται σε οικονομικό τέλμα.
Σημειωτέον ότι κατά το σχολικό έτος 2024-2025, το ΚΤΕΛ Χίου ανέλαβε οικειοθελώς τη δωρεάν μεταφορά των παιδιών Α’ και Β’ Δημοτικού στο Πυργί, τα οποία είχαν μείνει ακάλυπτα λόγω κακής διαχείρισης από πλευράς Περιφέρειας. Χωρίς καμία σύμβαση και χωρίς μαθητικά δελτία, οι μαθητές αυτοί μεταφέρθηκαν καθημερινά με ασφάλεια, με μόνη κινητήρια δύναμη το φιλότιμο και την ευθύνη απέναντι στην κοινωνία.
Αντίστοιχα, τους θερινούς μήνες του 2024, το ΚΤΕΛ Χίου εκτελούσε τέσσερα επιπλέον δρομολόγια την εβδομάδα προς το λιμάνι των Μεστών (και οι αντίστοιχες επιστροφές), παρά το γεγονός ότι η πληρότητα δεν ξεπερνούσε το 50%. Καμία οικονομική ενίσχυση δεν δόθηκε, παρόλο που οι ακτοπλοϊκές γραμμές που συνδέονται με το λιμάνι των Μεστών επιδοτούνται κανονικά από το κράτος. Φέτος, η επανάληψη αυτών των δρομολογίων ήταν οικονομικά αδύνατη, καθώς η επιχείρηση δεν μπορούσε επ’ αόριστον να λειτουργεί χωρίς έσοδα και με υπέρογκα έξοδα για καύσιμα, μισθούς και συντηρήσεις.
Και ενώ το ΚΤΕΛ συνέχεια υποκαθιστούσε το κράτος και κάλυπτε κενά άλλων φορέων, εξακολουθούσε να είναι ο αποδιοπομπαίος τράγος για προβλήματα που δεν δημιούργησε.
Η Π.Ο.Α.Υ.Σ. δήλωσε αναρμόδια, επικαλούμενη την κατάργηση της σχετικής πρόβλεψης του Ν. 4850/2021.
Ο Δήμος Χίου όχι μόνο δεν ανταποκρίθηκε στα επανειλημμένα αιτήματα στήριξης, αλλά διέκοψε και υφιστάμενη σύμβαση για δρομολόγια μειωμένου κομίστρου. Η Περιφερειακή Ενότητα Χίου δήλωσε αδυναμία να συνεισφέρει.
Από τις 11 Αυγούστου 2025, τα δρομολόγια σταμάτησαν. Η απόφαση κρίθηκε αναγκαία λόγω έλλειψης λεωφορείων και των σοβαρών οικονομικών προβλημάτων.
Είναι εύκολο να καταγγέλλεις από απόσταση. Είναι δύσκολο, όμως, να κρατάς μια επιχείρηση όρθια: να πληρώνεις πετρέλαιο χωρίς να έχεις έσοδα, να διασφαλίζεις τη μεταφορά των παιδιών, των ηλικιωμένων και των ευπαθών ομάδων χωρίς βοήθεια, χωρίς στήριξη, χωρίς κανένα δίχτυ ασφαλείας.
Το Υπεραστικό ΚΤΕΛ Χίου, αν και ιδιωτική επιχείρηση, κάλυπτε μια ζωτικής σημασίας κοινωνική ανάγκη – τις μετακινήσεις των πολιτών – χωρίς την παραμικρή εγγυημένη ενίσχυση ή υποστήριξη, όπως απολαμβάνουν αντίστοιχοι δημόσιοι οργανισμοί. Και το έκανε χάρη στην αφοσίωση των εργαζομένων, που εργάζονταν συχνά με καθυστερήσεις μισθών, και την υπομονή μιας διοίκησης που εξάντλησε πια κάθε περιθώριο οικονομικής αντοχής.





















