Connect with us

Hi, what are you looking for?

ΑΠΟΨΕΙΣ

Ταξίδι στο χρόνο… Επαγγέλματα που δεν υπάρχουν σήμερα στην Καλαμωτή

Του Μιχάλη Κανάριου

ΚΑΛΑΜΩΤΗ

Είναι γνωστό ότι τα επαγγέλματα εξαρτώνται από την εποχή και τις ανάγκες της. Εμείς θα παρουσιάσουμε κάποια από τα επαγγέλματα που βρήκαμε- ερευνώντας τις παλιότερες εποχές -τα οποία σήμερα δεν υπάρχουν, έτσι για να μην ξεχαστούν κι αυτά όπως και πολλά άλλα ακόμα στοιχεία της παράδοσής μας.

ΜΑΡΑΓΚΟΣ

Στο χωριό παλιά υπήρχαν τέσσερα-ξυλουργεία, σήμερα δεν υπάρχει κανένα. Ήταν του Γιώργη Φραγκούλη, του Γρηγόρη Μενδωνίδη, του Γιάννη Κωστάζου και του Σωκράτη Σταμούλα. Κάποια εποχή ασχολήθηκε με το επάγγελμα του Μαραγκού και ο Γεώργιος Λεράκης.
Με πολύ μεράκι και αγάπη για την δουλειά, αναλαμβάνανε κάθε είδους ξυλουργικές εργασίες.
Κάθε κομμάτι ξύλο  που σμιλευόταν  με τα εργαλεία τους διηγείται σήμερα και μια ιστορία. Οι ρόζοι, τα νερά, το χρώμα και η μυρωδιά του γοητεύουν και συγκινούν και απογειώνουν το ξύλο μέσα στο περιβάλλον ενός σπιτιού.

ΣΟΥΒΛΑΤΖΗΣ- ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΡΗΤΙΚΟΣ (ΚΑΡΟΥΣΟΣ)
Ποιός δεν έφαγε το μοναδικό παραδοσιακό σουβλάκι του Καρούσου. Ο Γιάννης Κρητικός γύριζε και πουλούσε το περίφημο σουβλάκι του με το καρότσι στις γειτονιές του χωριού.
Στέκι είχε της πρωινές ώρες το Γυμνάσιο, που στα διαλείμματα γινόταν χαμός για ένα σουβλάκι αξίας μίας δραχμής.

ΑΓΩΓΙΑΤΗΣ

Τα παλιά τα χρόνια που δεν υπήρχαν τα αυτοκίνητα, οι μετακινήσεις ήταν δύσκολες, αφού και μια απόσταση μικρή για τα σημερινά δεδομένα, π.χ. για να πάμε από το χωριό στην Κώμη που είναι 3 χιλιόμετρα, φαινόταν πολύ μεγάλη. Έπρεπε οι άνθρωποι να πάνε με τα πόδια ή με τα γαϊδούρια και τα μουλάρια. Έτσι έχαναν πολύ χρόνο αλλά και κουράζονταν. Σκεφτείτε τώρα τις δυσκολίες που είχαν για να μεταφέρουν τα προϊόντα τους. Γι’ αυτό υπήρχαν κάποιοι που έκαναν το επάγγελμα του αγωγιάτη. Χρησιμοποιώντας τα μουλάρια ή τα γαϊδούρια τους δεν έκαναν άλλη δουλειά παρά μόνο το καθημερινό δρομολόγιο από το χωριό μας σε άλλα χωριά κουβαλώντας ανθρώπους και εμπορεύματα.

ΝΤΕΛΑΛΗΣ- ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΟΥΤΕΛΑΚΗΣ

Τα παλιά τα χρόνια που δεν είχαν ανακαλυφτεί το ραδιόφωνο, η τηλεόραση και το μεγάφωνο, οι αρχές του χωριού είχαν πρόβλημα να επικοινωνήσουν με τους κατοίκους και να τους πουν για κάποια πράγματα ή αποφάσεις που τους αφορούσαν. Έτσι όταν ήθελαν να ανακοινώσουν κάτι στους κατοίκους είχαν τον ντελάλη. Δουλειά του ήταν να γυρίζει σε όλο το χωριό και να φωνάζει αυτό που έπρεπε να μάθουν όλοι οι χωριανοί. Κυρίως στεκόταν στα ψηλότερα σημεία  για να μπορεί να ακούγεται από όσο το δυνατόν περισσότερους. Αυτό το σημείο λοιπόν ήταν ιδανικό για τον ντελάλη έτσι ώστε να ακουστεί από πολλούς συγχωριανούς. Ο ντελάλης έπρεπε να είναι βροντόφωνος για να μπορεί να φωνάζει δυνατά και να τον ακούνε και υπομονετικός γιατί έπρεπε να γυρίσει όλο το χωριό και να φωνάζει για να μεταφέρει το μήνυμα. Πληρωνόταν από την Κοινότητα. Σήμερα που υπάρχουν τα μεγάφωνα μπορεί πιο εύκολα να ανακοινώσει η Κοινότητα αυτό που θέλει στους κατοίκους, κι έτσι δε χρειάζεται ο ντελάλης.

ΠΕΤΑΛΩΤΗΣ – ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΣΑΡΡΗΣ

Ο τελευταίως πεταλωτής που ασκούσε το επάγγελμα του πεταλωτή ήταν ο Βαγγέλης Σαρρής, ο οποίος συγχρόνως είχε καφενείο στην πάνω πλάτσα.

Τα παλιά χρόνια υπήρχαν πολλοί πεταλωτές μια και ήταν απαραίτητοι αφού κάθε σπίτι στο χωριό είχε και ένα ζώο για τις δουλειές του, γαϊδούρι ή μουλάρι. Ο πεταλωτής έβαζε στα ζώα τα πέταλα που ήταν ας πούμε τα παπούτσια τους. Τα εργαλεία που χρησιμοποιούσε ο πεταλωτής ήταν τα πέταλα, το σφυρί, η τανάλια, το σατράτσι και τα καρφιά. Στην αρχή ακινητοποιούσαν το πόδι του ζώου και ο πεταλωτής έβγαζε το παλιό φθαρμένο πέταλο. Μετά, με το σατράτσι που ήταν ένα μαχαίρι σε σχήμα μικρού τσεκουριού έκοβε την οπλή του ζώου από κάτω έτσι ώστε να την ισιώσει. Μετά έβαζε το καινούργιο το πέταλο και το κάρφωνε με τα ειδικά καρφιά. Τα καρφιά αυτά είχαν μεγάλο κεφάλι έτσι ώστε να προεξέχουν από την πατούσα του ζώου και να μη γλιστράει. Τα πέταλα ήταν σε διάφορα μεγέθη και τα κατασκεύαζαν από σίδερο. Τα πέταλα είχαν τρύπες γύρω – γύρω για να μπαίνουν τα καρφιά. Το πετάλωμα γινόταν και στα τέσσερα πόδια του ζώου. Αυτό γινόταν για να μπορεί να περπατάει στους κακοτράχαλους δρόμους χωρίς να πληγώνονται τα πόδια του και για να διατηρεί την ισορροπία του

ΣΙΔΕΡΑΣ-ΤΑΚΗΣ ΤΟΜΑΖΟΣ-Κ. ΚΑΡΓΑΣ

Το χωριό είχε δύο σιδεράδες, τον Τάκη Τομάζο και τον Κ. Κάργα. Οι σιδεράδες έφτιαχναν με τα χέρια τους ό,τι υπήρχε από μέταλλο, κυρίως σίδερο. Είχαν ένα μεγάλο φούρνο όπου φυσούσαν με μια φυσούνα ώστε να κρατάνε τη φωτιά αναμμένη και σε ψηλή θερμοκρασία. Σε αυτή τη φωτιά ζέσταιναν τα σίδερα για να τα κάνουν πιο εύπλαστα και στη συνέχεια τα έπιαναν με μια μεγάλη τανάλια και τα έβαζαν πάνω στο αμόνι. Το αμόνι ήταν μια μεγάλη σιδερένια βάση πάνω στην οποία έβαζαν τα σίδερα που θα επεξεργάζονταν. Εκεί χτυπούσαν το κοκκινισμένο από τη φωτιά σίδερο με ένα μεγάλο σφυρί και του έδιναν τη μορφή που ήθελαν. Η δουλειά αυτή ήταν πάρα πολύ σκληρή. Απαιτούσε δύναμη από τον σιδερά γιατί δούλευε με τα σίδερα που ήταν βαριά κι ακόμα ήταν συνέχεια δίπλα στη φωτιά και ζεσταινόταν και γέμιζε και με μουντζούρες.

ΝΕΡΟΜΥΛΟΣ ΣΤΟΝ ΚΑΤΡΑΡΗ

Η ροδάνα ήταν μια μεγάλη στρόγγυλη ξύλινη ρόδα που είχε στην περιφέρειά της μικρά ορθογώνια ξύλα πάνω στα οποία έπεφτε το νερό και τη γύριζε. Η ροδάνα μπορούσε να περιστρέφεται γύρω από έναν άξονα και ήταν συνδεδεμένη με διάφορα γρανάζια και τροχαλίες, παλιότερα ξύλινα και αργότερα σιδερένια, που δίνανε κίνηση στις πέτρες. Τα γρανάζια τα κατασκεύαζαν μόνοι τους και ήταν ξύλινες ρόδες που είχαν καρφωμένα κάθετα στην περιφέρειά τους μικρά ξύλα περίπου 10 εκατοστών. Οι ρόδες αυτές έμπαιναν κάθετα η μια στην άλλη και έτσι μετέδιδαν την κίνηση την οποία μπορούσαν να της αλλάζουν την φορά και από κάθετη που ήταν από την πτώση του νερού να την κάνουν οριζόντια για την κίνηση της μυλόπετρας.
Στο χωριό μας τα παλιότερα χρόνια, προτού έλθει το ηλεκτρικό ρεύμα ως κινητήρια δύναμη για τους μύλους ήταν το νερό. Σήμερα στο χωριό μας σώζεται ένας Νερόμυλος που βρίσκεται κοντά στο φράγμα του Κατράρη, ιδιοκτησία του Ισιδώρου Μιχ. Μονιάρου.

ΕΛΑΙΟΤΡΙΒΕΙΑ ΣΤΗΝ ΚΑΛΑΜΩΤΗ

Η ΦΑΜΠΡΙΚΑ ΣΤΗΝ ΚΑΛΑΜΩΤΗ

 Στην  Καλαμωτή λειτουργούσαν κάποτε πέντε  ιδιόκτητα ελαιοτριβεία   Ήταν τα ελαιοτριβεία που είχαν α) οι οικογένειες  Γαλάτουλα Δημήτρη – Γλαβά Γεωργίου στην Αγία Κυριακή, β) της οικογένειας Φιστέ  Ιακώβου στην πάνω Πόρτα γ) της οικογένειας Βιτέλλα Φιλόδωρου στην  κάτω Πόρτα, δ) της  οικογένειας Στεφανάκη Ισιδώρου στον Χριστό και της Ένωσης Μαστιχοπαραγωγών που το αγόρασε από τους κληρονόμους των μετόχων της ΣΑΒEMΙΚΑ την φάμπρικα το 1964 στου Λιαρί.

Ο κύριος λόγος ανάπτυξης αυτών των παραδοσιακών μονάδων ήταν η μεγάλη ποσότητα ελαιοκάρπου που συγκεντρώνονταν από τους κατοίκους, καθώς η συγκομιδή της ελιάς αποτελούσε και αποτελεί την κύρια και μοναδική χειμερινή ενασχόληση των κατοίκων. Η ελιά μαζί με την μαστίχα ήταν τα κύρια προϊόντα που επέφεραν από παλιά έσοδα στους κατοίκους της Καλαμωτής, απαραίτητα για την ανάπτυξη της κάθε οικογένειας ξεχωριστά και την ευημερία του χωριού.

Στο χωριό υπήρχαν πέντε ελαιοτριβεία, σήμερα κανένα. Οι παραγωγοί τις ελιές που είχαν μαζέψει στον ελαιώνα τις μετέφεραν με τα ζώα τους στο ελαιοτριβείο και τις έριχναν στις μυλόπετρες. Οι μυλόπετρες ήταν κάτι σαν ένα μεγάλο μίξερ όπου μέσα σε ένα κωνικό δοχείο γύριζαν με τη βοήθεια του νερού δυο μεγάλες πέτρες. Όταν έριχναν μέσα σε αυτό το δοχείο τις ελιές οι πέτρες όπως γύριζαν τις έλιωναν. Η πρέσα που σήμερα είναι ηλεκτροκίνητη παλιά ήταν χειροκίνητη.

Περνούσαν λοιπόν ένα μεγάλο ξύλο στον κρίκο που είχε στην κορυφή της και το γύριζαν ώστε να βιδωθεί και να πιέσει τις ψάθες με τις πολτοποιημένες ελιές, ώστε να βγάλει το λάδι τους. Το πρώτο λάδι που έβγαζαν το έλεγαν παρθένο ελαιόλαδο και ήταν το καλύτερο.

Όταν πήγαιναν το λάδι στο σπίτι τους το έβαζαν στα κιούπια (πήλινα δοχεία). Τα κιούπια τα είχαν στην αποθήκη. Σε μερικά σπίτια τα κιούπια βρίσκονταν μέσα στο πάτωμα του υπόγειου και δεν ξεχώριζε τίποτα παρά μόνο το στόμιό τους το οποίο το έκλειναν με μια πέτρα ή ένα σανίδι. Αυτό το έκαναν για το φόβο των  κατακτητών που πήγαιναν στα σπίτια και έκλεβαν την παραγωγή τους.

ΠΕΤΡΙΝΟΣ ΦΟΥΡΝΟΣ

Για να γίνει το ψωμί ήταν κι αυτό μια πολύ δύσκολη δουλειά. Για να φτιαχτεί σύμφωνα με την παράδοση έπρεπε οι γυναίκες να φτιάξουν το προζύμι στις 14 Σεπτεμβρίου, στη γιορτή της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού χρησιμοποιώντας το σταυρολούλουδο. Εκείνη την ημέρα φτιαχνόταν το προζύμι της χρονιάς.

Η κάθε γειτονιά είχε το δικό της φούρνο. Πολλές φορές και κάθε σπίτι είχε τον φούρνο του. Οι γυναίκες έπρεπε να σηκωθούν πολύ πρωί για να ζυμώσουν και να αφήσουν τη ζύμη να φουσκώσει για να πλάσουν στη συνέχεια το ψωμί και να το ψήσουν. Φυσικά αυτή τη δουλειά δεν την κάνανε κάθε μέρα. Ψωμί κάνανε μια φορά την εβδομάδα.

Αφού λοιπόν έπαιρναν προζύμι από κάποιον που είχε κάνει πρόσφατα ψωμί ζύμωναν με αυτό το δικό τους ψωμί. Κάθε νοικοκυρά κρατούσε λίγο προζύμι όταν ζύμωνε για να έχει και για την επόμενη φορά που θα ήθελε να ζυμώσει. Το προζύμι αυτό ξίνιζε αλλά έτσι έπρεπε να γίνει γιατί ξέρουμε ότι για να φουσκώσει το ψωμί πρέπει να γίνει η ζύμωση από τους μύκητες. Το ξινισμένο προζύμι δηλαδή γινόταν μαγιά. Το έβαζαν λοιπόν μαζί με άλλο αλεύρι και νερό (ανάλογα όσο ψωμί ήθελαν να κάνουν) και το ζύμωναν με τα χέρια τους σε μια μεγάλη ξύλινη σκάφη για να ανακατευτεί το προζύμι και να γίνει η ζύμωση σε όλο το ζυμάρι.

Το ζυμάρι που είχαν ζυμώσει στη μεγάλη ξύλινη σκάφη, το σκέπαζαν έβαζαν και κάτι βαρύ πάνω του και περίμεναν να φουσκώσει. Όταν φούσκωνε το έβαζαν σε μια βάση για να το πλάσουν. Έπαιρναν κομμάτια από ζυμάρι, αρκετά μεγάλα, και τα έδιναν το σχήμα του ψωμιού. Τα ψωμιά τότε ήταν στρόγγυλα. Πάνω στο ψωμί χάραζαν με τα χέρια τους το σχήμα του σταυρού, γιατί εκείνα τα χρόνια ήταν έντονη η θρησκευτικότητα και το ψωμί θεωρούνταν ιερό και ευλογημένο. Τα ψωμιά αυτά τα έβαζαν σε μια στενόμακρη ξύλινη σκάφη με χωρίσματα για το κάθε ψωμί τα σκέπαζαν και με ένα πανί  και ήταν έτοιμα για να πάνε να ψηθούν.

Τότε έπρεπε να ετοιμάσουν το φούρνο. Ο φούρνος ήταν σαν ένα μικρό σπιτάκι κτισμένος με τούβλα και πέτρες. Στη βάση είχαν τις πέτρες που ήταν ειδικές γιατί αυτές έπρεπε να κάψουν και πάνω σε αυτές θα έψηναν το ψωμί.

Στην αρχή έβαζαν μέσα στο φούρνο διάφορα κλαδιά και ξύλα και τα άναβαν. Αφού είχε κάψει ο φούρνος, τότε ‘έσβηναν’ το φούρνο, δηλαδή έβγαζαν έξω τα ξύλα που έκαιγαν ακόμα για να μην καπνίζουν και μυρίσει το ψωμί. Με μια ξύλινη τσουγκράνα τραβούσαν στην είσοδο του φούρνου τα μικρά καρβουνάκια που ήταν ακόμα αναμμένα και τα άφηναν εκεί για να κρατάει κάποια θερμοκρασία που ήταν απαραίτητη για το ψήσιμο του ψωμιού. Ύστερα με μια βρεγμένη πάνα καθάριζαν τη βάση του φούρνου γιατί εκεί πάνω θα έβαζαν τα ψωμιά να ψηθούν και έπρεπε να είναι καθαρά.

Αφού τελείωναν με την προετοιμασία του φούρνου, έφερναν την πινακωτή με τα ψωμιά που έπρεπε να ψηθούν. Τα έβαζαν ένα ένα πάνω σ’ ένα ξύλινο φτυάρι και τα έβαζαν μέσα στον φούρνο κατευθείαν πάνω στις πέτρες που έκαιγαν. Δε χρησιμοποιούσαν ταψί ή άλλο σκεύος. Το ζυμάρι τοποθετούνταν πάνω στις πέτρες του φούρνου. Στη συνέχεια έκλειναν την πόρτα του φούρνου με μια λαμαρίνα για να μη φεύγει η θερμότητα και περίμεναν να ψηθεί το ψωμί.

ΦΩΤΟΓΡΑΦΟΣ – ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΜΑΪΣΤΡΟΣ – ΜΙΧΑΛΗΣ ΜΑΪΣΤΡΟΣ

Ο αυτοδίδακτος μοναδικός φωτογράφος των Μαστιχοχωρίων, αγόρασε την πρώτη του   επαγγελματική μηχανή το 1956. Από τότε και μέχρι το 1970, η φωτογραφία θα γίνει το κύριο επάγγελμά του. Παντρεύτηκε την Καλλιόπη Βιτέλλα το 1947 και απέκτησαν δυο γιους, τον αείμνηστο  Μιχάλη και τον αείμνηστο Φιλόδωρο, που τόσο πρόωρα έφυγαν από την ζωή. Με σχεδόν μόνιμο συνοδό του τον πρωτότοκο γιό του Μιχάλη, που στα 14 χρόνια του, φωτογράφιζε ήδη γάμους,  γύριζε τα Μαστιχοχώρια της Χίου  ως πλανόδιος, αλλά και ως προσωπικός τους φωτογράφος, να απαθανατίζει σημαντικά, αλλά και ασήμαντα γεγονότα της ζωής τους. Ο «Φώτης», όπως τον αποκαλούσαν θα φωτογραφίσει όλη τη Νότια Χίο. Παρελάσεις, αγιασμοί, εγκαίνια σχολείων, αλλά και γάμοι, βαφτίσεις, κηδείες, πανηγύρια, αναμνηστικές φωτογραφίες και στιγμιότυπα από το μάζεμα της μαστίχας, τις εκδρομές, τις παρέες κ.λπ. θα είναι τα θέματά του. Στις αρχές του ’60, κάνει τη μεγαλύτερη μαζική φωτογράφιση. Βγάζει σε όλη τη Νότια Χίο φωτογραφίες για την αστυνομική ταυτότητα. Μια Κυριακή στο Πυργί, καθώς οι Πυργούσοι έβγαιναν από την εκκλησία, θα φωτογραφίσει γύρω στα 350 άτομα. Το συγκλονιστικό αυτό αρχείο, είναι έτοιμη πηγή για μελέτες Ιστορικής Ανθρωπολογίας, όπως επισημαίνει τον Δεκέμβριο του 2000, στο άρθρο της στην Καθημερινή, η Στέλλα Μανέ.

Ο Γεώργιος Μαΐστρος πέθανε το Φεβρουάριο του 2000, αλλά άφησε πίσω του έναν θησαυρό, του οποίου δεν είχε επίγνωση. Το φωτογραφικό του υλικό, όπως και το φιλμ του αδελφού του Κώστα, αποτελούν πολιτιστική μας κληρονομιά και για αυτόν τον λόγο τιμήθηκαν ο ίδιος και τα παιδιά του στο τριήμερο των εκδηλώσεων του Λαϊκού Πανεπιστημίου Καλαμωτής το 2016.

 Οι άνθρωποι σαν το Μαΐστρο μην έχοντας άλλου είδους μέτρα σύγκρισης και κριτήρια αρκούνταν να κάνουν σωστά τη δουλειά τους στον ρόλο και στον χώρο που βρέθηκαν. Του έφτανε που οι συντοπίτες του αγαπούσαν τις φωτογραφίες του, τις έκαναν κάδρα και τις έβαζαν στα σπίτια τους και που εκείνος μέσα από αυτές κατάφερε να ξεφύγει απ’ την ανωνυμία των προδιαγραφών του και να γράψει, με μία έννοια, ιστορία. 

Το όνομά του και οι φωτογραφίες του με τη σφραγίδα «Φώτο Μαΐστρος»,  δεσπόζουν σχεδόν σε όλα τα σπίτια της Καλαμωτής και των Νοτιοχώρων και θα επιβεβαιώνει ότι ο Γιώργης Μαΐστρος ήταν κάτι πολύ περισσότερο από ένας χωρικός. Ήταν, χωρίς να το ξέρει ίσως, ένας καλλιτέχνης, που θα μας φέρνει θύμησες και μνήμες από χρόνια τρυφερά, και πρόσωπα και γεγονότα αγαπημένα. Από μια Καλαμωτή που γνώρισε μεγαλεία και δόξες και που γαλούχησε επιστήμονες και ανθρώπους των γραμμάτων, που σήμερα κατέχουν αξιόλογες θέσεις σε ολόκληρη τη Χίο, αλλά και το Πανελλήνιο!

ΤΣΑΓΚΑΡΗΣ – ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΚΑΡΓΑΣ

Με το πέρασμα των χρόνων, καθώς ο τρόπος ζωής των ανθρώπων άλλαζε, πολλά επαγγέλματα εξαφανίστηκαν, μεταξύ αυτών και το επάγγελμα του τσαγκάρη που τείνει σήμερα να εξαφανιστεί τελείως. Στην Καλαμωτή πλέον δεν υπάρχει κανένας τσαγκάρης, Ο τελευταίος που άφησε το στίγμα του στο χωριό ήταν ο Κυριάκος Κάργας.

Πάντα ήταν σκυφτός πάνω από τον πάγκο του, με σύμμαχο το φως του παραθύρου αν ήταν τυχερός, διαφορετικά με το αδύναμο φως της λαμπίτσας του, κατάφερνε ταπεινά, να εξυπηρετεί τον κόσμο… Τα χρόνια εκείνα δεν είχαν την πολυτέλεια οι άνθρωποι να αγοράσουν παπούτσια κάθε φορά που χαλούσαν τα παλιά τους. Τα πήγαιναν στον Κυριάκο και τα διόρθωνε.

Τα εργαλεία που χρησιμοποιούσε ο Κυριάκος ήταν το ξύλινο καλαπόδι για να κατασκευάσει πάνω του το παπούτσι, οι ξύλινες πρόκες, το σουβλί, η τανάλια, η λίμα, η φαλτσέτα και η ποδοκίνητη μηχανή για να ράβει γρηγορότερα τα παπούτσια. Τα υλικά που χρησιμοποιούσε εκτός από το δέρμα ήταν κερί και κόλλα. Ο χρόνος που χρειαζόταν για να φτιαχτεί ένα ζευγάρι ήταν δύο ημέρες.

Το μαγαζί του Κυριάκου στην εποχή τού 1960 ήταν στέκι της νεολαίας του χωριού. Είχε αγοράσει ένα ραδιόφωνο με μπαταρίες και άκουγαν κάθε Κυριακή απόγευμα τους αγώνες ποδοσφαίρου, δίνοντάς του μισή δραχμή ο καθένας για να αγοράσει καινούργιες μπαταρίες. Εκτός από το επάγγελμα του τσαγκάρη ήταν και αυτοδίδακτος μουσικός ,έπαιζε ακορτεόν στα πανηγύρια μαζί με τον Καρούση που έπαιζε ούτι και σε εκδηλώσεις του Δημοτικού Σχολείου.

Σήμερα στο χωριό δεν υπάρχει τσαγκάρης, αφού όλοι αγοράζουν τα έτοιμα βιομηχανοποιημένα υποδήματα που είναι πιο φθηνά.

ΣΑΓΜΑΤΟΠΟΙΟΣ – ΙΩΑΝΝΗΣ ΔΑΜΑΛΑΣ

Ο τελευταίος σαγματοποιός ήταν ο Ιωάννης Δαμαλάς που είχε το μαγαζί του στην κάτω Πόρτα του χωριού. Σήμερα ο γιος του Γεώργιος Δαμαλάς έκανε λαογραφικό μουσείο τον ίδιο χώρο για να τιμήσει την μνήμη του αείμνηστου πατέρα του

Η εργασία που πρόσφερε ήταν να  κατασκευάζει τον απαραίτητο εξοπλισμό που απαιτούνταν για να προσφέρει το ζώο τις υπηρεσίες του στο αφεντικό του. Αυτό ήταν το σαμάρι που κατασκεύαζε με επεξεργασμένα σανίδια πλατάνου τα οποία σκάλιζε και έδινε σχήμα ανάλογο με το σώμα του ζώου. Στις αγροτικές εργασίες και γενικότερα στις καθημερινές δραστηριότητες το σαμάρι των ζώων ήταν απλά με ξύλινο σκελετό και εσωτερική επένδυση από δέρμα ή αρνόμαλλο.

ΜΠΑΚΑΛΗΣ 
Παντοπωλείο Νικολάου Κ. Κανάριου

Τα μπακάλικα την εποχή εκείνη ήταν τα στέκια, τα γεμάτα ζεστασιά και ανθρωπιά, ήταν τόπος συνάντησης και επικοινωνίας των κατοίκων της Καλαμωτής. Αυτό που ξεχώριζε αυτά τα μπακάλικα από τα σημερινά μίνι μάρκετ που υπάρχουν πια και στα πιο μικρά χωριά ήταν η χαρακτηριστική μυρωδιά τους.

Η διαμόρφωση τω παλιών παντοπωλείων και τα εμπορεύματά τους, που βρίσκονταν στα ξύλινα ράφια, ήταν τελείως διαφορετικά από τα σημερινά, αλλά φιλικά προς το περιβάλλον. Εκεί οι άνθρωποι του χωριού έβρισκαν τα πάντα. Από φρέσκο ψωμί που έφερνε στο μπακάλικο κάθε μέρα ο πλανόδιος φούρναρης, για όσους δε ζύμωναν στο σπίτι μέχρι μακαρόνια, ρύζια, ζάχαρες, αλεύρια, καφέ, όσπρια χύμα, κονσέρβες, σαρδέλες, φρίσες κι ό,τι άλλο μπορούσε να ζητήσει κανείς. Φυσικά πατάτες, , ντομάτες και φρούτα. Είχαν χύμα σε λευκά λινά τσουβάλια, αλεύρι, ζάχαρη, αλάτι, ρύζι, όσπρια όπως φακές, φασόλια, ρεβίθια, φάβα και ξηρούς καρπούς, και μερικά μπαχαρικά.

Οι αξέχαστοι μπακάληδες ή παντοπώλες στο χωριό μας ήταν στην δεκαετία του ΄50 και του ΄60 οι εξής:

Κάτω Πλάτσα- Βιτέλας Κώστας, Κανάριου Παρασκευή, Βιτέλας Νίκος, Παρθενίδης Δήμος, Κωσταρής Κώστας, Φιστές. 

Πάνω Πλάτσα- Βιτέλλα Ευανθία, Κανάριος Νικόλαος.

 Πάνω Πόρτα- Τρούλος Ξένος, Γαλάτουλας Αθανάσιος, Βεργίτσης Δημήτρης.

Έξω Πλατεία Απλάδα- Μπέλλας Γεώργιος, Βιτέλλας  Ισίδωρος, Σαρρής Γεώργιος- Μάγγας.

Παντοπωλείο ΚΩΣΤΑΡΗ

Σήμερα υπάρχουν στην  Καλαμωτή ένα μπακάλικο του Κωσταρή και δύο ΜΙΝΙ ΜΑΡΚΕΤ,  του Σαραντινούδη Δημήτρη και το Μινιόν.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΠΟΨΕΙΣ

Γράφει ο Σταύρος Παπαγιαννάκης Με την απόφαση του Ειρηνοδικείου ως αναρμόδιου για την εκδίκαση και καταδεικνύει τα διοικητικά δικαστήρια. Ο δε Αντιδήμαρχος και Πρόεδρος...

ΕΘΝΙΚΑ

«Δεν ξεχάσαμε και δεν θα ξεχάσουμε ποτέ τη Σφαγή της Τριπολιτσάς», αναφέρει σε ανάρτησή του στο Twitter ο πρόεδρος της Τουρκίας, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν....

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Ο Ντέιβιντ Μπόουι τιμήθηκε με πλακέτα στη Λεωφόρο της Δόξας της Μουσικής στο Κάμντεν στο Λονδίνο. Enjoyed being at Camden Town today for the...

ΑΘΛΗΤΙΚΑ

Στο επίκεντρο της δημοσιότητας αλλά για τους εντελώς λάθος λόγους βρέθηκε ο Νο. 4 τενίστας του κόσμου Ντανιίλ Μεντβέντεφ, ο οποίος φανερά εκνευρισμένος από...