Το ενδεχόμενο να παρατείνει τη ρύθμιση της τριετούς φοροαπαλλαγής για ιδιοκτήτες που θα ανοίξουν για ενοικίαση κλειστά ακίνητα εξετάζει η κυβέρνηση, σε μια προσπάθεια να απαντήσει στο χρόνιο πλέον πρόβλημα της χαμηλής προσφοράς κατοικιών.
Η λογική είναι απλή: περισσότερα σπίτια στην αγορά σημαίνει μεγαλύτερη διαθεσιμότητα, άρα και καλύτερες προϋποθέσεις για συγκράτηση των τιμών. Σε αυτό το πλαίσιο, το μέτρο λειτουργεί ως κίνητρο ώστε ακίνητα που παραμένουν εκτός αγοράς επί χρόνια να επιστρέψουν στη μακροχρόνια μίσθωση.
Η ρύθμιση ισχύει ήδη από τον Σεπτέμβριο του 2024, με καταληκτική ημερομηνία την 31/12/2026. Ωστόσο, στο κυβερνητικό επιτελείο εξετάζεται σοβαρά το σενάριο παράτασης έως το τέλος του 2027, ώστε να δοθεί περισσότερος χρόνος στους ιδιοκτήτες να προετοιμάσουν τα ακίνητά τους και να ολοκληρώσουν τη διαδικασία ένταξης. Πρόκειται για ένα μέτρο που συνδέεται άμεσα με τις πιέσεις που καταγράφονται σε φοιτητικές πόλεις, τουριστικές περιοχές και περιοχές με αυξημένη ζήτηση για εποχική εργασία.
Παράταση της τριετούς φοροαπαλλαγής: τι εξετάζεται και γιατί
Η συζήτηση για παράταση της τριετούς φοροαπαλλαγής δεν γίνεται σε κενό χρόνο. Η στεγαστική πίεση έχει ενταθεί, ενώ πολλά ακίνητα παραμένουν κλειστά είτε λόγω κόστους ανακαίνισης, είτε λόγω φόβου για ασυνέπεια μισθωτών, είτε επειδή οι ιδιοκτήτες τα κρατούν «σε αναμονή» για μια πιο συμφέρουσα αξιοποίηση.
Η κυβέρνηση επιχειρεί να μετατρέψει αυτή την αδράνεια σε ενεργό προσφορά κατοικίας, ανταμείβοντας όσους επιλέγουν να διαθέσουν τα ακίνητά τους στη μακροχρόνια μίσθωση.
Εάν τελικά προχωρήσει η παράταση, θα διευκολύνει κυρίως εκείνους που χρειάζονται χρόνο για εργασίες, τακτοποιήσεις ή απλώς για να αποφασίσουν το κατάλληλο μισθωτικό μοντέλο. Παράλληλα, ενισχύει το μήνυμα ότι η πολιτεία επιδιώκει σταθερά, και όχι αποσπασματικά, μέτρα για την αύξηση της προσφοράς κατοικιών.
Ποιοι μπορούν να ενταχθούν στη ρύθμιση και με ποιες προϋποθέσεις
Για την ένταξη στο καθεστώς τριετούς φοροαπαλλαγής ισχύουν συγκεκριμένα κριτήρια, τα οποία στοχεύουν να φέρουν στην αγορά ακίνητα που πραγματικά ήταν εκτός αξιοποίησης ή να μετακινήσουν ακίνητα από τη βραχυχρόνια στη μακροχρόνια μίσθωση.
Οι βασικές προϋποθέσεις που αναφέρονται είναι οι εξής:
– Το ακίνητο πρέπει να έχει εμβαδό έως 120 τετραγωνικά μέτρα.
– Πρέπει να είναι δηλωμένο ως κενό στο έντυπο Ε2 για τουλάχιστον τρία χρόνια.
– Για ακίνητα που είχαν διατεθεί σε βραχυχρόνια μίσθωση, το κριτήριο είναι η μετατροπή τους σε μακροχρόνια.
– Η μίσθωση που θα συναφθεί πρέπει να έχει διάρκεια τουλάχιστον τριών ετών.
– Η διαδικασία ολοκληρώνεται ηλεκτρονικά με την υποβολή της σχετικής δήλωσης μίσθωσης.
Με αυτά τα φίλτρα, το μέτρο επιχειρεί να «κλειδώσει» πραγματική αύξηση διαθέσιμων κατοικιών και όχι προσωρινές ή ευκαιριακές κινήσεις.
Το οικονομικό όφελος για τον ιδιοκτήτη: ένα πρακτικό παράδειγμα
Το όφελος από την τριετή φοροαπαλλαγή είναι μετρήσιμο και, σε αρκετές περιπτώσεις, καθοριστικό για την απόφαση ενός ιδιοκτήτη να ανοίξει ένα κλειστό ακίνητο.
Ενδεικτικά, αν ένας ιδιοκτήτης εισπράττει 800 ευρώ τον μήνα, τότε τα ετήσια έσοδα φτάνουν τα 9.600 ευρώ. Υπό κανονικές συνθήκες φορολογείται το 95% των ενοικίων, δηλαδή 9.120 ευρώ. Με τη ρύθμιση, προκύπτει ετήσια απαλλαγή φόρου 1.368 ευρώ. Σε ορίζοντα τριετίας, το συνολικό όφελος ανέρχεται σε 4.104 ευρώ. Για πολλούς ιδιοκτήτες, ειδικά εκείνους που χρειάζονται ένα «μαξιλάρι» για εργασίες συντήρησης ή αναβάθμισης, το ποσό αυτό μπορεί να λειτουργήσει ως σημαντικό κίνητρο.
Υψηλό κόστος στέγασης για φοιτητές και εποχικούς εργαζομένους
Το ζήτημα της προσιτής στέγης παραμένει ένας από τους μεγαλύτερους πονοκεφάλους για φοιτητές και εποχικούς εργαζομένους. Σε πολλές περιοχές, η αναζήτηση κατοικίας θυμίζει «αγώνα αντοχής», με λίγες διαθέσιμες επιλογές και τιμές που συχνά δεν αντιστοιχούν στα εισοδήματα.
Στην Πάτρα, για μια γκαρσονιέρα οι τιμές ξεκινούν από περίπου 300 ευρώ και συχνά ξεπερνούν τα 400 ευρώ για νεότερες κατασκευές, ενώ τα δυάρια ξεκινούν από τα 500 ευρώ.
Στη Θεσσαλονίκη, οι πιέσεις είναι ακόμη μεγαλύτερες: για μια επιπλωμένη γκαρσονιέρα μπορεί να ζητηθούν έως και 700 ευρώ, ενώ εκτός κέντρου και για μη επιπλωμένο ακίνητο, οι γκαρσονιέρες ξεκινούν συνήθως από 350–400 ευρώ. Σε αυτό το περιβάλλον, κάθε επιπλέον κατοικία που επιστρέφει στη μακροχρόνια μίσθωση μπορεί να συμβάλει έστω και σταδιακά στη βελτίωση της εικόνας.
Πού και πώς γίνεται η αίτηση
Όσοι ιδιοκτήτες ενδιαφέρονται να υπαχθούν στο καθεστώς φοροαπαλλαγής μπορούν να προχωρήσουν στη σχετική αίτηση μέσω του ιστότοπου της ΑΑΔΕ, ακολουθώντας τη διαδικασία που προβλέπεται για την ηλεκτρονική υποβολή μίσθωσης. Η ηλεκτρονική διαχείριση μειώνει τη γραφειοκρατία και επιταχύνει τα βήματα, αρκεί να έχουν προηγουμένως διασφαλιστεί οι προϋποθέσεις (δήλωση κενού στο Ε2, σωστή κατηγοριοποίηση, διάρκεια μίσθωσης).
Η πιθανή παράταση της τριετούς φοροαπαλλαγής έρχεται να ενισχύσει ένα εργαλείο που στοχεύει ταυτόχρονα σε δύο μέτωπα: να δώσει κίνητρο στους ιδιοκτήτες να αξιοποιήσουν κλειστά ακίνητα και να προσφέρει περισσότερες επιλογές σε όσους αναζητούν σπίτι σε μια δύσκολη αγορά. Αν τελικά η ρύθμιση παραταθεί έως το 2027, θα πρόκειται για μια ακόμη ευκαιρία να αυξηθεί η προσφορά και να επιστρέψουν περισσότερα κλειστά ακίνητα στην αγορά της μακροχρόνιας μίσθωσης, με άμεσα οφέλη τόσο για τους ιδιοκτήτες όσο και για την κοινωνία που πιέζεται από το υψηλό κόστος στέγασης.





















