Σε τροχοπέδη για την ανάπτυξη εξελίσσεται ο πληθωρισμός, ο οποίος –παρά την υποχώρησή του στο 4,4% τον Ιούνιο– παραμένει επίμονα υψηλός σε σύγκριση με τον μέσο όρο της Ευρωζώνης (2,8%). Η εικόνα αυτή δεν είναι απλώς μια στατιστική απόκλιση: ο πληθωρισμός συμπιέζει τα εισοδήματα, περιορίζει την κατανάλωση και τελικά «κόβει» ταχύτητα από το ΑΕΠ, την ώρα που οι ονομαστικές αυξήσεις μισθών κινδυνεύουν να ακυρωθούν στην πράξη. Ανεξάρτητα από το πώς θα εξελιχθεί η ένταση στη Μέση Ανατολή και ειδικότερα στον Περσικό Κόλπο, η εμμονή του πληθωρισμού –κυρίως στα τρόφιμα και σε βασικές υπηρεσίες– λειτουργεί ως μόνιμη πίεση στην αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών.
Καθώς τα νοικοκυριά αναγκάζονται να κατευθύνουν μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματός τους σε αναγκαίες δαπάνες (σούπερ μάρκετ, ενέργεια, ενοίκιο), στερεύει η ρευστότητα για αγορές που τροφοδοτούν την ανάπτυξη: λιανεμπόριο, ένδυση, ηλεκτρονικά είδη, εστίαση και ψυχαγωγία. Έτσι, ο πληθωρισμός μετατρέπεται σε έναν «αθόρυβο φόρο» που μετακινεί πόρους από την ευρύτερη κατανάλωση προς τα απολύτως απαραίτητα, περιορίζοντας τη δυναμική της οικονομίας.
Πώς ο πληθωρισμός «κόβει» από το ΑΕΠ
Η σχέση πληθωρισμού και ανάπτυξης είναι πιο άμεση απ’ όσο συχνά γίνεται αντιληπτό. Έχει υπολογιστεί ότι μία ποσοστιαία μονάδα απρόσμενης αύξησης του πληθωρισμού αφαιρεί κατά μέσο όρο περίπου 0,3% από τον ρυθμό ανάπτυξης μιας οικονομίας σε ορίζοντα ενός έτους. Με δεδομένο ότι ο μέσος πληθωρισμός στο πρώτο εξάμηνο του 2026 διαμορφώνεται στο 4,02% –σημαντικά υψηλότερα από τις αρχικές προβλέψεις– η επίτευξη ακόμη και του αναθεωρημένου στόχου για ανάπτυξη 2% (από 2,2% αρχικά) γίνεται ιδιαίτερα δύσκολη.
Παρότι είναι νωρίς για ασφαλή συμπεράσματα, καθώς το γεωπολιτικό τοπίο στη Μέση Ανατολή παραμένει θολό και κάθε νέα εξέλιξη γύρω από το Ιράν και τα Στενά του Ορμούζ μπορεί να επηρεάσει την παγκόσμια προσφορά ενέργειας, το νέο σενάριο γέρνει προς περαιτέρω επιβράδυνση. Ο ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ εκτιμάται πλέον στην περιοχή του 1,8%, με ανοιχτό το ενδεχόμενο να υποχωρήσει ακόμη και στο 1,7%, εφόσον ο πληθωρισμός επιμείνει ή ενισχυθεί από νέους εξωγενείς κραδασμούς.
Ο πληθωρισμός ροκανίζει τους μισθούς και μηδενίζει τις αυξήσεις
Το ισχυρότερο πλήγμα, ωστόσο, καταγράφεται στα πραγματικά εισοδήματα. Αν οι μισθοί δεν αυξηθούν αναλογικά, ο πληθωρισμός εξαφανίζει την αξία των ονομαστικών αυξήσεων. Την εικόνα αυτή υπογράμμισε και το Ελληνικό Δημοσιονομικό Συμβούλιο (ΕΔΣ) στην εαρινή έκθεσή του, επισημαίνοντας ότι οι ονομαστικές αυξήσεις που δόθηκαν την τελευταία διετία στην Ελλάδα «πάγωσαν» ή εξανεμίστηκαν σχεδόν ολοκληρωτικά, λόγω των ανατιμήσεων.
Σύμφωνα με το ΕΔΣ, η πραγματική αγοραστική δύναμη των μισθωτών αυξήθηκε μόλις κατά 0,1% το 2025, ενώ η ίδια οριακή –και ουσιαστικά μηδενική– τάση (περίπου 0,1%) προβλέπεται και για το σύνολο του 2026. Με απλά λόγια, οι εργαζόμενοι μπορεί να βλέπουν υψηλότερο αριθμό στον μισθό τους, όμως το «καλάθι» των αγαθών και υπηρεσιών που μπορούν να αγοράσουν παραμένει σχεδόν αμετάβλητο.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και ο ρόλος του δομικού πληθωρισμού, ο οποίος εξαιρεί την ενέργεια (καύσιμα, ρεύμα, φυσικό αέριο) και τα νωπά προϊόντα (φρούτα, λαχανικά, κρέατα), επειδή οι τιμές τους επηρεάζονται εύκολα από αστάθμητους παράγοντες όπως οι καιρικές συνθήκες, η εποχικότητα και οι γεωπολιτικές κρίσεις. Το 2025 ο δομικός πληθωρισμός ήταν 3,6% και λειτούργησε ως μόνιμη «τάπα» που απορρόφησε την ονομαστική άνοδο των αποδοχών, μετατρέποντας τις αυξήσεις σε λογιστικό, όχι ουσιαστικό, όφελος.
Ο «ονομαστικός» τζίρος ανεβαίνει, ο πραγματικός όγκος πέφτει
Ένα ακόμη κρίσιμο –και συχνά παρανοημένο– σημείο αφορά τον πραγματικό τζίρο των επιχειρήσεων. Σε κλάδους όπως τα τρόφιμα, ο τζίρος μπορεί να εμφανίζεται σταθερός ή και αυξημένος λόγω των υψηλών τιμών, όμως ο πραγματικός όγκος (τα τεμάχια που πωλούνται) μειώνεται. Αυτό σημαίνει ότι ο πληθωρισμός δεν «φουσκώνει» υγιώς την αγορά· απλώς μεταφράζει σε ευρώ την ίδια ή μικρότερη κατανάλωση.
Κάθε νέα αύξηση τιμών αναγκάζει τους καταναλωτές να διαθέτουν μεγαλύτερο ποσοστό του μισθού τους στο σούπερ μάρκετ και στους λογαριασμούς, κόβοντας αντίστοιχα δαπάνες από άλλους τομείς. Το αποτέλεσμα είναι ένας κύκλος πίεσης: περιορισμός μη αναγκαίων δαπανών, επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας και τελικά πιο αδύναμη ανάπτυξη.
Επιβράδυνση μεν, υψηλός δε: τι δείχνουν τα στοιχεία του Ιουνίου
Τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ επιβεβαιώνουν ότι ο πληθωρισμός μεν επιβραδύνθηκε τον Ιούνιο στο 4,4% από 5,2% τον Μάιο και 5,4% τον Απρίλιο, όμως παραμένει υψηλός σε σχέση με την Ευρωζώνη. Ειδικά στα τρόφιμα, η αύξηση ήταν 2,7% έναντι 1,6% στη ζώνη του ευρώ.
Σε επιμέρους κατηγορίες καταγράφονται έντονες ανατιμήσεις: το μοσχάρι αυξήθηκε κατά 15,6% και το αρνί-κατσίκι κατά 16,2%, ενώ τα ψάρια κατά 11,1%. Η μαργαρίνη και τα φυτικά λίπη ανέβηκαν 9,7% και οι χυμοί φρούτων 6,5%. Στην ενέργεια, το φυσικό αέριο ήταν ακριβότερο κατά 24,6%, ενώ τα καύσιμα (πετρέλαιο κίνησης και βενζίνη) ανατιμήθηκαν 12%. Παράλληλα, τα αεροπορικά εισιτήρια ήταν 15,6% ακριβότερα και το «πακέτο διακοπών» αυξήθηκε 5,3%. Στέγαση και υπηρεσίες συνεχίζουν επίσης να πιέζουν: τα ενοίκια αυξήθηκαν 7,1% και τα ασφάλιστρα υγείας 7%.
Αναθεωρήσεις προς τα πάνω και αυξημένη αβεβαιότητα
Με βάση τα έως τώρα δεδομένα, η ανάπτυξη φαίνεται να υποχωρεί, ενώ ο πληθωρισμός ακολουθεί πιο επίμονη πορεία από τις αρχικές εκτιμήσεις. Η Τράπεζα της Ελλάδος ανέβασε την πρόβλεψή της για τον πληθωρισμό στο 3,8% (από 3,1%), ενώ η Ευρωπαϊκή Επιτροπή τοποθετεί τον πληθωρισμό στην Ελλάδα στο 3,7% (από 2,3% που ήταν η αρχική φθινοπωρινή εκτίμηση), δηλαδή αναθεώρηση κατά 1,4 ποσοστιαίες μονάδες. Σε επίπεδο Ευρωζώνης, ο μέσος πληθωρισμός αναθεωρήθηκε στο 3% (και 3,1% για το σύνολο της ΕΕ), περίπου μία μονάδα υψηλότερα από τις αρχικές εκτιμήσεις.
Συνολικά, ο πληθωρισμός παραμένει ο κεντρικός παράγοντας που σφίγγει ταυτόχρονα την κατανάλωση, τα πραγματικά εισοδήματα και τις προοπτικές ανάπτυξης. Όσο οι ανατιμήσεις επιμένουν –ιδίως σε τρόφιμα, ενέργεια και στέγαση– τόσο θα δυσκολεύεται η οικονομία να πιάσει τους στόχους της και τόσο πιο εύκολα θα «μηδενίζονται» οι αυξήσεις στους μισθούς, όχι στα χαρτιά, αλλά στο ταμείο του σούπερ μάρκετ και στους μηνιαίους λογαριασμούς.






















