Ο Θοδωρής Αθερίδης παραχώρησε συνέντευξη στο περιοδικό Hello και στον Γιάννη Βίτσα, με αφορμή την παράσταση «Ανα-τίναξε την ανθισμένη μυγδαλιά» στο Θέατρο Άλσος. Με το γνώριμο χιούμορ και την αυτοσαρκαστική του διάθεση, ο δημοφιλής ηθοποιός και σκηνοθέτης γύρισε πίσω στα παιδικά του χρόνια στη Θεσσαλονίκη, μίλησε για την απόφαση που τον οδήγησε στο θέατρο και μοιράστηκε ιστορίες που αποδεικνύουν ότι, για τον ίδιο, η φαντασία δεν είναι απλώς εργαλείο δουλειάς, αλλά τρόπος ζωής.
Η συνέντευξη κινείται ανάμεσα στη νοσταλγία και στη σπιρτάδα: από τη στιγμή που είδε το θέατρο ως μια «αναβάθμιση» για το μέλλον του, μέχρι το πώς αντιμετωπίζει την αλήθεια και το ψέμα στην καθημερινότητα. Και φυσικά, δεν λείπει το περιστατικό που έγινε σχεδόν θρύλος — ή, όπως λέει ο ίδιος, θα μπορούσε να είχε γίνει μύθος, αν δεν το αποκάλυπτε πριν καν πέσει η αυλαία.
Θοδωρής Αθερίδης: «Το μαρτύρησα προτού τελειώσει η παράσταση, αν το κρατούσα, θα είχα δημιουργήσει μύθο»
Ανατρέχοντας στα χρόνια του στη Θεσσαλονίκη, ο Θοδωρής Αθερίδης περιγράφει μια παιδική και εφηβική ζωή που δεν προμήνυε απαραίτητα κάποια μεγάλη «έκρηξη» δημιουργικότητας. Δεν μιλά για μια διαδρομή γεμάτη ευκαιρίες ή για ένα περιβάλλον που έστρωνε κόκκινο χαλί στα όνειρα. Αντίθετα, μιλά για μια «μέτρια κατάσταση», για μια καθημερινότητα όπου «δεν διαφαινόταν στον ορίζοντα κάτι ενδιαφέρον».
Και κάπως έτσι, το θέατρο εμφανίστηκε όχι μόνο ως επιθυμία, αλλά ως προοπτική. Το είδε, όπως λέει, σαν αναβάθμιση: μια ιδιότητα που δήλωνε ότι κάνει κάτι «ωραίο και σημαντικό», ένα μονοπάτι καλύτερο από ένα αβέβαιο αύριο. Όταν η ιδέα να ασχοληθεί με την υποκριτική μπήκε στο μυαλό του, δεν την αντιμετώπισε ως ρίσκο· την αντιμετώπισε ως κάτι που του ταίριαζε.
Η αυτοπεποίθηση που ξεκίνησε από… τα «καλά ψέματα»
Ερωτώμενος τι ήταν αυτό που του έδινε την αυτοπεποίθηση ότι «κάνει» για το θέατρο, η απάντησή του είναι αποστομωτική και ταυτόχρονα απολαυστική: έλεγε καλά ψέματα — τόσο καλά που τα πίστευαν οι άλλοι. «Σκέφτηκα “αυτό είναι η ηθοποιία” και δεν διαψεύστηκα», αναφέρει, συνοψίζοντας με έναν τρόπο απλό την ουσία της ερμηνείας: να πείθεις, να μεταφέρεις μια αλήθεια μέσα από μια κατασκευή.
Δεν σταματά, όμως, εκεί. Με τον γνωστό του τρόπο, παραδέχεται ότι τα ψέματα δεν ήταν μια φάση ή μια νεανική υπερβολή, αλλά σταθερό χαρακτηριστικό. «Πάντα λέω ψέματα! Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, δεν κάνω άλλη δουλειά. Μόνο ψέματα λέω», δηλώνει χωρίς να αφήνει περιθώρια για παρερμηνείες — και χωρίς να χάνει στιγμή το χιούμορ του.
«Κανείς δεν αντέχει την αλήθεια»
Στο ερώτημα αν δυσκολεύεται να πει την αλήθεια, απαντά με μια γενίκευση που, όσο κι αν ακούγεται προκλητική, κουβαλά μια σκληρή παρατήρηση: «Κανείς δεν αντέχει την αλήθεια, ούτε να την ακούσει ούτε να την πει». Εξηγεί ότι η αλήθεια πολλές φορές μπορεί να αποκαρδιώσει έναν άνθρωπο «με αφανιστικό τρόπο», άρα δεν γίνεται να χρησιμοποιείται χωρίς μέτρο.
Και βέβαια, δεν περιορίζει το ψέμα στις «σοβαρές» περιστάσεις. Το εντάσσει στην καθημερινότητα, εκεί όπου οι μικρές υπερβολές γίνονται σχεδόν αντανακλαστικές. Αν, για παράδειγμα, έχει μια καλή δικαιολογία επειδή άργησε σε ραντεβού, δεν θα αρκεστεί σε αυτή. Θα σκεφτεί μια καλύτερη. Όχι από κακία, αλλά από μια εσωτερική ανάγκη να κάνει την ιστορία πιο ενδιαφέρουσα.
Η ανθοδέσμη-φάρσα και ο μύθος που δεν γεννήθηκε ποτέ
Από τις πιο χαρακτηριστικές ιστορίες της συνέντευξης είναι εκείνη με την ανθοδέσμη που έστειλε… στον εαυτό του, στην πρεμιέρα μιας από τις πρώτες παραστάσεις του στην Αθήνα. Στην κάρτα έγραφε: «Καλή επιτυχία! Μαρία Δαμανάκη».
Ο Θοδωρής Αθερίδης εξηγεί ότι δεν γνώριζε προσωπικά τη Μαρία Δαμανάκη και δεν είχε κάποια σχέση μέσω κύκλων ή γνωριμιών. Εκείνη την περίοδο, όμως, ήταν μια προσωπικότητα που ξεχώριζε: όμορφη, δυναμική, «hot» με την έννοια της επιρροής και της δημόσιας εικόνας. Και μέσα στο περιβάλλον του Εθνικού, όπου —όπως περιγράφει— η «γενιά των παιδιών» ήταν λαμπερή και δικτυωμένη κοινωνικά, εκείνος ένιωθε ότι δεν είχε αντίστοιχο περίγυρο.
Η ανθοδέσμη ήταν, λοιπόν, ένα μικρό σκηνοθετημένο κόλπο για να κάνει εντύπωση. Ένα αστείο που θα δημιουργούσε συζητήσεις, βλέμματα και ίσως… υπονοούμενα.
Το καλύτερο; Το αποκάλυψε ο ίδιος πριν τελειώσει καν η παράσταση. «Επειδή μου φάνηκε τόσο έξυπνο το αστείο μου, τους το μαρτύρησα προτού τελειώσει η παράσταση. Αν το κρατούσα, θα είχα δημιουργήσει μύθο!». Με μία φράση, περιγράφει κάτι πολύ ανθρώπινο: την αδυναμία να κρατήσεις μέσα σου μια καλή ιστορία, επειδή απολαμβάνεις περισσότερο την αποκάλυψη από τη μυστικότητα.
Από τη «Δαμανάκη» στον… «Αλφόνσο Κουαρόν»
Στο ίδιο πνεύμα, θυμάται και ένα ακόμη περιστατικό, αυτή τη φορά με φόντο ένα τηλεοπτικό γύρισμα. Μια φίλη του παραπονέθηκε για τη συμπεριφορά συναδέλφου της και εκείνος, αντί να περιοριστεί σε συμβουλές, σκέφτηκε μια φάρσα-παράσταση μέσα στην πραγματικότητα.
Της ζήτησε το τηλέφωνό της, πήγε στις επαφές και άλλαξε το όνομά του από «Αθερίδης» σε «Αλφόνσο Κουαρόν». Το σχέδιο ήταν απλό: την επόμενη μέρα, να αφήσει το κινητό πάνω στο τραπέζι, να απομακρυνθεί και να την καλέσει, ώστε όλοι να δουν ότι «την παίρνει ο Αλφόνσο Κουαρόν». Ένα μικρό σκηνοθετικό τρικ, μια στιγμή εντυπωσιασμού, ένα παιχνίδι με την εικόνα — σχεδόν σαν μικρογραφία του ίδιου του θεάτρου.
Ο Θοδωρής Αθερίδης ανάμεσα στην αλήθεια, το ψέμα και τη σκηνή
Μέσα από τη συνέντευξή του, ο Θοδωρής Αθερίδης δεν προσπαθεί να εμφανιστεί ως «σοβαρός δάσκαλος» της ζωής. Αντίθετα, επιλέγει να είναι ειλικρινής για την ανασφάλεια, τη φιλοδοξία, την ανάγκη για αποδοχή και την ευχαρίστηση του παιχνιδιού. Και αυτό κάνει τις ιστορίες του να λειτουργούν: γιατί δεν είναι μόνο αστείες, είναι και αναγνωρίσιμες.
Στο τέλος, εκείνο που μένει είναι η αίσθηση πως για τον Θοδωρή Αθερίδη η πραγματικότητα δεν είναι κάτι στατικό. Είναι ένα υλικό που πλάθεται — άλλοτε για να προστατεύσει, άλλοτε για να διασκεδάσει, και άλλοτε απλώς για να γίνει η ζωή λίγο πιο ενδιαφέρουσα. Και όπως ο ίδιος λέει για την ανθοδέσμη που θα μπορούσε να έχει γίνει θρύλος, η λεπτομέρεια που ξεχωρίζει είναι πάντα η ίδια: το αποκάλυψε νωρίς, «προτού τελειώσει η παράσταση», γιατί τελικά η χαρά του μοιράσματος κέρδισε τον μύθο.





















