Ο Σταμάτης Φασουλής βρέθηκε καλεσμένος της Νίκης Λυμπεράκη το απόγευμα της Κυριακής, στο νέο επεισόδιο της εκπομπής «Πάμε μια βόλτα;» στο MEGA, και μίλησε με σπάνια ειλικρίνεια για τις απαρχές της διαδρομής του στην τέχνη. Με λόγια που δεν επιδιώκουν να ωραιοποιήσουν τίποτα, ο Σταμάτης Φασουλής άνοιξε ένα προσωπικό κεφάλαιο που συνδυάζει τη λαχτάρα για δημιουργία, τη δύναμη της μητρικής παρουσίας και, την ίδια στιγμή, την αμηχανία και την απόσταση που ένιωθε από τον πατέρα του.
Αυτό που έκανε την εξομολόγηση να ξεχωρίσει δεν ήταν μόνο οι αναμνήσεις του από τα πρώτα βήματα, αλλά κυρίως ο τρόπος που περιέγραψε τη σιωπή. Όχι την καλοπροαίρετη σιωπή, αλλά εκείνη που μπορεί να λειτουργήσει σαν άρνηση: σαν να μην υπάρχεις. Ο Σταμάτης Φασουλής δεν στάθηκε σε γενικόλογες αφηγήσεις· κατέθεσε στιγμές και συναισθήματα με καθαρότητα, σαν να ξαναβλέπει μπροστά του το παιδί που προσπάθησε να χωρέσει το όνειρό του σε ένα σπίτι που δεν ήταν πάντα έτοιμο να το ακούσει.
Σταμάτης Φασουλής: Η καριέρα πριν από την καριέρα
Ο ίδιος ξεκίνησε να ξετυλίγει το νήμα από την Κυψέλη, τοποθετώντας την «αρχή» σε έναν χώρο που, θεωρητικά, δεν είχε σχέση με θέατρο: το Ινστιτούτο Αμερικανικών Σπουδών. Όπως είπε χαρακτηριστικά, η καριέρα του «άρχισε πριν από την καριέρα του» και άρχισε ακριβώς εκεί — όχι επειδή αφοσιώθηκε στα αγγλικά, αλλά επειδή εκεί συγκεντρώθηκαν οι πιο φιλότεχνοι της τάξης και δημιούργησαν κάτι δικό τους.
Αντί να ακολουθήσει το προφανές, προτίμησε το αναγκαίο: την ανάγκη να εκφραστεί. «Μαζευτήκαμε όλοι οι φιλότεχνοι της τάξης και κάναμε έναν θεατρικό θίασο. Το ήθελα εγώ πάρα πολύ και τους έπεισα», ανέφερε, σκιαγραφώντας έναν νεαρό που δεν περίμενε να του δοθεί χώρος, αλλά τον διεκδικούσε. Η επιθυμία δεν ήταν αφηρημένη· ήταν πρακτική, οργανωτική, σχεδόν επείγουσα. Ένα παιδί που δεν ήθελε απλώς να βλέπει θέατρο, αλλά να το φτιάχνει.
Η μητέρα ως «δώρο» θεάτρου και η πρώτη μεγάλη τροφοδότηση
Στη συνέχεια, ο Σταμάτης Φασουλής μίλησε για τη σχέση του με το θέατρο ως θεατής, φωτίζοντας μια λεπτομέρεια που λειτουργεί σαν κλειδί: το «δώρο» της μητέρας του. Κάθε Κυριακή απόγευμα, το πρόγραμμα είχε θέατρο. Όχι περιστασιακά, όχι όταν «περίσσευε χρόνος», αλλά ως συνήθεια που έχτιζε σταθερά μια εσωτερική παιδεία.
Το αποτέλεσμα ήταν εντυπωσιακό: μέχρι τη Γ’ Γυμνασίου είχε δει 27 παραστάσεις. Αυτό δεν είναι απλώς ένας αριθμός· είναι η απόδειξη μιας επένδυσης στον πολιτισμό και στη φαντασία, σε μια ηλικία που οι εμπειρίες διαμορφώνουν οριστικά τον τρόπο που κοιτάς τον κόσμο. Ο ίδιος εξήγησε ότι η μητέρα του «έκανε ότι δεν στήριζε» μετά το όνειρό του, όμως στην ουσία το στήριζε — και μάλιστα της άρεσε πολύ. Πρόκειται για εκείνη τη γνώριμη, ελληνική ισορροπία: η αγάπη που προστατεύει χωρίς να γίνεται κραυγαλέα, η στήριξη που δεν χρειάζεται μεγάλα λόγια για να είναι πραγματική.
Σταμάτης Φασουλής και η στάση του πατέρα: από διακριτικός μέχρι αδιάφορος
Το πιο φορτισμένο κομμάτι της αφήγησης ήρθε όταν ο Σταμάτης Φασουλής αναφέρθηκε στον πατέρα του. Όπως είπε, εκείνος είχε άλλες προσδοκίες: ήθελε ο γιος του να γίνει αξιωματικός του ναυτικού, σε μια οικογένεια όπου υπήρχε ήδη ναύαρχος — ο θείος του. Είναι μια κλασική σύγκρουση ανάμεσα στο «σίγουρο» και στο «ανεξήγητο», ανάμεσα σε μια καριέρα με κύρος και σε μια κλίση που μοιάζει ριψοκίνδυνη, ακόμη και απειλητική για την εικόνα που έχει μια οικογένεια για το μέλλον του παιδιού της.
Ωστόσο, ο Σταμάτης Φασουλής δεν περιέγραψε έναν πατέρα αυστηρό με φωνές ή απαγορεύσεις. Περιέγραψε κάτι πιο ύπουλο και, όπως τόνισε, πιο επώδυνο: την αδιαφορία. «Με τον πατέρα μου δεν είχαμε ουσιαστικά σχέση. Ήταν στο σπίτι αλλά ήταν από διακριτικός μέχρι αδιάφορος. Ήταν σαν να μην με βλέπει, δεν ενέκρινε καθόλου αυτή την τάση που είχα προς το θέατρο και την καλλιτεχνία», είπε.
Και εκεί έρχεται η φράση που συνοψίζει το βάρος: «Δεν μου είπε τίποτα ποτέ, αλλά έκανε κάτι χειρότερο. Έκανε πως δεν μ’ έβλεπε». Στην ουσία, δεν μίλησε για απόρριψη που εκφράζεται, αλλά για απόρριψη που υπονοείται. Για εκείνη την αίσθηση ότι το βλέμμα του άλλου γλιστρά από πάνω σου, σαν να μην είσαι θέμα που αξίζει να συζητηθεί.





















