Το Σύστημα Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών (Emissions Trading System – ETS) βρίσκεται στο επίκεντρο της κλιματικής και βιομηχανικής πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρουσίασε εκτεταμένη αναθεώρησή του για την περίοδο μετά το 2030, με στόχο να το μετατρέψει σε «μηχανή» επενδύσεων και καινοτομίας.
Πώς λειτουργεί το ETS
Στον πυρήνα του, το ETS είναι ένα αγοραίο σύστημα. Για κάθε τόνο διοξειδίου του άνθρακα (CO2) που εκπέμπει, η βιομηχανία πρέπει να παραδίδει ένα δικαίωμα εκπομπής, το οποίο είτε λαμβάνει δωρεάν είτε αγοράζει σε πλειστηριασμό ή στη δευτερογενή αγορά. Τα δωρεάν δικαιώματα λειτουργούν ως προστασία έναντι της «διαρροής άνθρακα» (carbon leakage), δηλαδή της μετεγκατάστασης ρυπογόνων δραστηριοτήτων εκτός Ευρώπης.
Το βασικό πλεονέκτημα του συστήματος είναι ότι απαλλάσσει την ΕΕ από την ανάγκη λεπτομερούς και υπαγορευτικής νομοθεσίας για το ποιοι τομείς πρέπει να απανθρακοποιηθούν και με ποιον τρόπο. Είναι τεχνολογικά ουδέτερο και δεν προδιαγράφει τον τρόπο μείωσης των εκπομπών, αλλά αφήνει την αγορά να βρει τη φθηνότερη διαδρομή.
Τα αποτελέσματα θεωρούνται ενθαρρυντικά. Είκοσι χρόνια μετά τη θέσπισή του (2005), οι εκπομπές στους καλυπτόμενους τομείς έχουν μειωθεί κατά περίπου 50%, με τη μεγαλύτερη πτώση στον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας. Παράλληλα, το σύστημα έχει αποφέρει έσοδα άνω των 260 δισ. ευρώ, εκ των οποίων περίπου το 80% κατευθύνεται στα κράτη-μέλη και το υπόλοιπο παραμένει σε ευρωπαϊκό επίπεδο για τα Ταμεία Καινοτομίας και Εκσυγχρονισμού.
Το ενδιαφέρον για την τιμολόγηση του άνθρακα επεκτείνεται διεθνώς. Πέρυσι το 30% των παγκόσμιων εκπομπών καλυπτόταν από κάποια μορφή τιμολόγησης, έναντι μόλις 4% το 2005. Την επέκταση ενισχύει και ο Μηχανισμός Συνοριακής Προσαρμογής Άνθρακα (CBAM), ο «διεθνής αδελφός» του εγχώριου ETS.
Τα εργαλεία στήριξης των βιομηχανικών επενδύσεων
Το βασικό αίτημα που η Κομισιόν λέει ότι εισπράττει διαρκώς από επενδυτές και επιχειρήσεις είναι η προβλεψιμότητα και η ρυθμιστική σταθερότητα. Για την απομείωση κινδύνου (de-risking) των επενδύσεων, η αναθεώρηση προβλέπει τρία βασικά εργαλεία.
Πρώτον, τη δημιουργία Τράπεζας Βιομηχανικής Απανθρακοποίησης ύψους 100 δισ. ευρώ, με πρώτη φάση έναν «ενισχυτή επενδύσεων» 30 δισ. ευρώ πριν το 2030.
Δεύτερον, τη συνέχιση του Ταμείου Καινοτομίας, με έμφαση στις καθαρές τεχνολογίες «πρώτης εφαρμογής», και του Ταμείου Εκσυγχρονισμού για τα κράτη χαμηλότερου εισοδήματος.
Τρίτον, την προστασία έναντι της διαρροής άνθρακα και της «διαρροής επενδύσεων». Η δωρεάν κατανομή δικαιωμάτων συνεχίζεται, αλλά υπό όρο επένδυσης στην απανθρακοποίηση εντός Ευρώπης — το 100% της αξίας τους θα πρέπει να επενδύεται εντός ΕΕ. Παράλληλα, τα κράτη-μέλη υποχρεώνονται να δαπανούν το 50% των εθνικών εσόδων από το ETS σε επενδύσεις απανθρακοποίησης.
Οι αλλαγές για ναυτιλία και αεροπορία
Στο πλαίσιο της μετάβασης «σε όλη την οικονομία», η αναθεώρηση επεκτείνεται και στις μεταφορές, με άμεσο ενδιαφέρον για την Ελλάδα.
Στη ναυτιλία, το πεδίο εφαρμογής διευρύνεται ώστε να καλύψει και μικρότερα πλοία, με το όριο να κατεβαίνει από τους 5.000 στους 400 κόρους ολικής χωρητικότητας, με εξαίρεση για τα οχηματαγωγά και μέτρα κατά της αποφυγής του συστήματος μέσω λιμανιών εκτός ΕΕ. Στον κλάδο θα επιστρέφουν περίπου 15 δισ. ευρώ ετησίως για τη στήριξη βιώσιμων ναυτιλιακών καυσίμων.
Στην αεροπορία, από το 2029 η τιμολόγηση άνθρακα θα εφαρμόζεται σε κάθε πτήση που προσγειώνεται εντός 5.000 χιλιομέτρων από το γεωγραφικό κέντρο της Ευρώπης, ενώ στο σύστημα εντάσσονται και όλα τα ιδιωτικά τζετ. Παράλληλα, τα αστικά απόβλητα που αποτεφρώνονται εντάσσονται σταδιακά στο σύστημα, ώστε να ενθαρρυνθεί η ανακύκλωση.
Ο συντελεστής γραμμικής μείωσης και το σημείο τριβής
Ένα από τα πλέον αμφιλεγόμενα σημεία αφορά τον συντελεστή γραμμικής μείωσης (Linear Reduction Factor – LRF), δηλαδή το ετήσιο ποσοστό μείωσης του συνολικού ανώτατου ορίου εκπομπών.
Το ισχύον ETS σχεδιάστηκε για τους στόχους του 2030. Αν συνεχιζόταν ως έχει, με LRF στο 4,4%, θα οδηγούσε σε μηδενικά δικαιώματα ήδη από το τέλος της δεκαετίας. Καθώς όμως ο ευρωπαϊκός κλιματικός νόμος ορίζει μείωση εκπομπών 90% (και όχι 100%) έως το 2040, η Επιτροπή προτείνει ηπιότερο ρυθμό, 3,7% για το 2031-2035 και 1,7% για το 2036-2040, ώστε να παραμείνουν διαθέσιμα δικαιώματα βαθιά μέσα στη δεκαετία του 2040.
Εδώ οι θέσεις αποκλίνουν. Η Γερμανία ζητεί ο συντελεστής να παραμείνει στο 4,4% τουλάχιστον έως το 2035, ενώ άλλοι υποστηρίζουν σημαντικά χαμηλότερο επίπεδο — αν και κανείς δεν κατεβαίνει κοντά στο 3%.
Οι διεθνείς πιστωτικές μονάδες άνθρακα
Ανοιχτό ζήτημα, και εντός της ίδιας της Επιτροπής, παραμένει το εάν και πώς θα ενσωματωθούν διεθνείς πιστωτικές μονάδες άνθρακα στο ETS, δυνατότητα που ανοίγει ο κλιματικός νόμος. Η Επιτροπή έχει θέσει ως «κόκκινη γραμμή» ότι δεν θα τις αποδεχθεί ως άμεσα εργαλεία συμμόρφωσης. Εφόσον προχωρήσει η ενσωμάτωσή τους, αυτή θα ισχύσει μόνο από το 2036 και θα καλύπτει περίπου 2% των εκπομπών, ενώ η προμήθεια των πιστώσεων προκρίνεται να γίνεται κεντρικά, σε επίπεδο ΕΕ.
Η ευρύτερη εικόνα
Η Επιτροπή επιμένει ότι το ETS δεν είναι «ούτε η πηγή κάθε οικονομικού κακού ούτε η πηγή κάθε σωτηρίας», αλλά ένα εργαλείο σε ένα ευρύτερο μείγμα πολιτικών, μέρος της «Καθαρής Βιομηχανικής Συμφωνίας» (Clean Industrial Deal). Το διακύβευμα, όπως το περιγράφει, είναι να γεφυρωθεί η πόλωση ανάμεσα στους «επενδυτές» της οικονομίας του μέλλοντος, που χρειάζονται ένα ισχυρότερο ETS, και στους «κατεστημένους» παίκτες, για τους οποίους το σύστημα συνιστά κυρίως κόστος.





















