Η συζήτηση για την ερήμωση της Βόρειας Χίου αναζωπυρώνεται κάθε τόσο, με πολιτικούς και τοπικούς παράγοντες να αναζητούν τρόπους «αναζωογόνησης» της περιοχής.
Με ανάρτησή του, ο συγγραφέας Γιάννης Μακριδάκης έδωσε μια ρεαλιστική —και ίσως πικρή— απάντηση στο πώς μπορεί να ξαναβρεί ζωή η Βόρεια Χίος, καταλήγοντας πως όσα κίνητρα κι αν δοθούν, χωρίς μόνιμες θέσεις εργασίας και ουσιαστικές συνθήκες ζωής, κανείς δεν θα μείνει.
Ο κ. Μακριδάκης, που ζει εδώ και χρόνια στη Βορειοδυτική Χίο, παρατηρεί πως οι διάφορες πρωτοβουλίες για «επιστροφή στη φύση» ή για εγκατάσταση νέων οικογενειών στα χωριά του νησιού συχνά ξεκινούν από καλές προθέσεις, αλλά καταλήγουν σε αποτυχία. Αναφέρει μάλιστα χαρακτηριστικά την περίπτωση ενός σχολείου που είχε βρει χορηγό για να δίνει 200 ευρώ το μήνα ανά παιδί που θα ερχόταν με μεταγραφή. Το αποτέλεσμα; Ήρθαν λίγα παιδιά, έφυγαν τα ντόπια, και το σχολείο τώρα κινδυνεύει να κλείσει.
Πράγματι, το ζήτημα αυτό δεν αφορά μόνο τη Χίο, αλλά και άλλες περιοχές ανά τον κόσμο, όπως το παράδειγμα της Σαρδηνίας. Εκεί, σύμφωνα με δημοσίευμα της lifo.gr το ιταλικό κράτος προσφέρει 15.000 ευρώ και σπίτια με 1 ευρώ σε όποιον θελήσει να εγκατασταθεί στα εγκαταλελειμμένα χωριά. Κι όμως, οι περισσότεροι δεν πάνε. Γιατί; Γιατί δεν αρκούν μόνο τα χρήματα για να ριζώσει κανείς σε έναν τόπο. Αν δεν υπάρχει μόνιμη εργασία, κοινωνική ζωή, ουσία και προοπτική, το οικονομικό κίνητρο μετατρέπεται σε πρόσκαιρο πείραμα.
Η ανάγκη του ανθρώπου να συνυπάρχει και να αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης ενεργούς κοινότητας αποτελεί μία βασική παράμετρο. Καθοριστικό βέβαια ρόλο διαδραματίζει και ο καπιταλιστικός τρόπος ζωής, ο οποίος ωθεί τους περισσότερους ανθρώπους να ζουν μέσα στη μαζικότητα της κατανάλωσης, κοντά δηλαδή στα αστικά κέντρα όπου «κυκλοφορεί το χρήμα», σε ένα περιβάλλον δηλαδή που ο κάτοικος θα έχει ένα ευρύ φάσμα επιλογών όχι μόνο διασκέδασης, απασχόλησης, χαλάρωσης, αλλά και κοινωνικής ζωής με την ευρύτερη έννοια.
Έτσι, ακόμα και αν μετακινηθούν προσωρινά σε «παραδείσους» όπως η Βόρεια Χίος ή τα χωριά της Σαρδηνίας, καταλήγουν να τα μετατρέπουν σε εποχικά τουριστικά θέρετρα.
Ίσως λοιπόν, αντί να αναζητούμε επιδοματικά «κίνητρα», να χρειάζεται να δούμε τι πραγματικά λείπει από την Αμανή. Μόνο μέσα από μια ειλικρινή συζήτηση όλων των αρμόδιων φορέων, των κατοίκων και των νέων που θα αποτελέσουν το αύριο του τόπου — μπορεί να χαραχθεί μια πορεία που δεν θα βασίζεται στην επιδοματική πολιτική, αλλά στη βούληση για την ουσιαστική αλλαγή του τόπου ή και του τρόπου ζωής.





















