Με ορίζοντα τη ΔΕΘ, η κυβέρνηση ετοιμάζει το πλαίσιο μιας νέας οικονομικής πολιτικής που φιλοδοξεί να αποτελέσει τη «γέφυρα» από το Ταμείο Ανάκαμψης στη μετα-2030 εποχή. Στο επίκεντρο βρίσκεται ένα αναπτυξιακό πρόγραμμα ύψους 23 δισ. ευρώ, το οποίο θα καλύψει την περίοδο έως το 2030 και θα λειτουργήσει ως ο βασικός μηχανισμός συνέχειας, μετά την ολοκλήρωση του Ταμείου εντός του 2026. Η ΔΕΘ, ως η τελευταία πριν από τις επόμενες βουλευτικές εκλογές, αναμένεται να αποτελέσει την κεντρική σκηνή όπου θα παρουσιαστούν όχι μόνο τα μέτρα που θα «φανούν» στις τσέπες των πολιτών από το 2027, αλλά και οι προτεραιότητες ολόκληρης της τετραετίας.
Στο υπουργείο Οικονομικών ολοκληρώνονται οι τελικοί υπολογισμοί για το ύψος του διαθέσιμου δημοσιονομικού χώρου, όχι μόνο για το 2027 αλλά για το σύνολο της περιόδου έως το 2030. Οι αριθμοί αυτοί θα καθορίσουν και τη «δέσμη» παρεμβάσεων που θα μπορεί να χρηματοδοτηθεί με ασφάλεια, χωρίς να τίθεται σε κίνδυνο η δημοσιονομική σταθερότητα.
ΔΕΘ: Ποιος είναι ο δημοσιονομικός χώρος για μέτρα στήριξης έως το 2030
Σύμφωνα με τα στοιχεία που έχουν προκύψει μέχρι στιγμής, για το 2027 εκτιμάται ότι υπάρχει δημοσιονομικός χώρος της τάξης του 1 έως 1,3 δισ. ευρώ. Πρόκειται για πόρους που μπορούν να αξιοποιηθούν για παρεμβάσεις οι οποίες θα έχουν άμεση, χειροπιαστή επίδραση στο διαθέσιμο εισόδημα: μειώσεις ή αναδιαρθρώσεις φόρων, στοχευμένες ενισχύσεις, αλλά και μέτρα που «ανεβάζουν» το πραγματικό εισόδημα μέσω αυξήσεων σε συντάξεις ή βελτίωσης συνθηκών στην αγορά εργασίας.
Παράλληλα, υπάρχει και ένα επιπλέον ποσό περίπου 1 δισ. ευρώ, το οποίο επίσης αναμένεται να αποτυπωθεί μέσα στο 2027, αλλά αφορά ψηφισμένα μέτρα που δεν έχουν ακόμη εφαρμοστεί πλήρως στην πράξη. Με άλλα λόγια, είναι παρεμβάσεις που έχουν ήδη αποφασιστεί θεσμικά, όμως η «ενεργοποίησή» τους μεταφέρεται χρονικά, με αποτέλεσμα να λειτουργούν ως δεύτερη «δεξαμενή» εντός της ίδιας χρονιάς.
Στο τραπέζι βρίσκεται επίσης η επέκταση της ρήτρας διαφυγής και για την αντιμετώπιση της ενεργειακής κρίσης. Αυτό μεταφράζεται σε προγράμματα συνολικού ύψους 1,5 δισ. ευρώ μέχρι το 2029, με αφετηρία το 2027. Το ποσό αυτό μπορεί να κατανεμηθεί σε δύο ή τρεις χρονιές, ανάλογα με τις συνθήκες στην αγορά ενέργειας, τις κοινωνικές ανάγκες και τη δυνατότητα στοχευμένων παρεμβάσεων.
Τέλος, Ελλάδα και Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχουν συμφωνήσει ότι μπορούν να εφαρμοστούν πρόσθετα μέτρα στήριξης επιπλέον 1 δισ. ευρώ και για τη διετία 2029-2030. Μαζί με τυχόν επιπλέον έσοδα που μπορεί να προκύψουν από παρεμβάσεις περιορισμού της φοροδιαφυγής, σχηματίζεται η συνολική εικόνα του δημοσιονομικού χώρου έως το 2030.
Οι προτεραιότητες: μεσαία τάξη, μικρομεσαίοι, συνταξιούχοι και στέγαση
Η κατεύθυνση των παρεμβάσεων που προαναγγέλλονται δείχνει σαφές βάρος στη στήριξη των μικρομεσαίων και, ευρύτερα, της μεσαίας τάξης. Η ΔΕΘ αναμένεται να λειτουργήσει ως σημείο εκκίνησης για να αποτυπωθεί ένα σχέδιο που δεν θα περιορίζεται σε ένα μόνο πακέτο, αλλά θα «χτίζεται» έως το 2030 με σταθερούς στόχους και συγκεκριμένες χρηματοδοτικές πηγές.
Στις βασικές προτεραιότητες περιλαμβάνονται:
– Στήριξη μικρομεσαίων επιχειρήσεων και αυτοαπασχολουμένων, με αλλαγές που θα βελτιώνουν τη φορολογική και λειτουργική τους πραγματικότητα, δίνοντας κίνητρα για ανάπτυξη και επενδύσεις.
– Μεγαλύτερες αυξήσεις στις συντάξεις, με εκτίμηση για ρυθμό κοντά στο 3%, με στόχο να προστατευτεί το εισόδημα των συνταξιούχων σε περιβάλλον αυξημένων αναγκών.
– Παρεμβάσεις για το στεγαστικό, που παραμένει ένα από τα πιο πιεστικά ζητήματα για νοικοκυριά και νέους εργαζόμενους, ειδικά σε μεγάλες πόλεις.
Ιδιαίτερη σημασία έχουν και δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα ψηφισμένων μέτρων που αναμένεται να αποδώσουν από το 2027: η κατάργηση της προσωπικής διαφοράς, ώστε να λαμβάνουν αυξήσεις όλοι οι συνταξιούχοι, και η νέα φορολογική κλίμακα για περίπου ένα εκατομμύριο αυτοαπασχολουμένων και ελεύθερων επαγγελματιών. Πρόκειται για αλλαγές που επηρεάζουν μεγάλο αριθμό πολιτών και μπορούν να λειτουργήσουν ως «ορατή» ενίσχυση εντός του επόμενου έτους.
Το νέο Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης: η επόμενη μέρα μετά το Ταμείο Ανάκαμψης
Το πλαίσιο της οικονομικής πολιτικής έως το 2030 παρουσιάστηκε με αφορμή το νέο Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης, ύψους 23 δισ. ευρώ, που αποτελεί το κεντρικό αναπτυξιακό εργαλείο της χώρας για την επόμενη πενταετία. Ο πρωθυπουργός τόνισε ότι, ενόψει και του προεκλογικού προγράμματος που θα αρχίσει να ξεδιπλώνεται από τη ΔΕΘ, στόχος είναι να τεθεί «ψηλά ο πήχης των προσδοκιών», με έμφαση στους υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης ως αποτέλεσμα δημόσιων και ιδιωτικών επενδύσεων, καλύτερης αξιοποίησης ευρωπαϊκών πόρων και ισχυρότερου συντονισμού.
Στο ίδιο πνεύμα, δίνεται έμφαση στη στρατηγική επιλογή να κατευθύνονται περισσότεροι πόροι σε επενδύσεις, αντί για οριζόντια επιδόματα. Το επιχείρημα είναι ότι οι επενδύσεις δημιουργούν σταθερότερη ανάπτυξη, περισσότερες και καλύτερες θέσεις εργασίας και τελικά υψηλότερα εισοδήματα.
Το νέο πρόγραμμα συνδέεται άμεσα με την Εθνική Στρατηγική για την Τοπική και Περιφερειακή Ανάπτυξη και «σπάει» σε ένα πλέγμα 37 επιμέρους προγραμμάτων: 20 τομεακά προγράμματα υπουργείων, 13 περιφερειακά προγράμματα και 4 ειδικά προγράμματα. Οι πόροι αναμένεται να κατευθυνθούν κυρίως σε περιφέρειες και δήμους, με προτεραιότητες όπως υποδομές, πολιτική προστασία, δράσεις για την κλιματική αλλαγή, ψηφιακός μετασχηματισμός, καινοτομία και κοινωνική συνοχή.
ΔΕΘ ως αφετηρία: από τα μέτρα του 2027 στον σχεδιασμό έως το 2030
Η ΔΕΘ δεν αντιμετωπίζεται απλώς ως το βήμα μιας ετήσιας ανακοίνωσης μέτρων, αλλά ως το σημείο όπου θα παρουσιαστεί ένας πολυετής οδικός χάρτης. Από τα 1-1,3 δισ. ευρώ του 2027, έως τις πρόσθετες «δεξαμενές» για την ενέργεια και τη διετία 2029-2030, η εικόνα που διαμορφώνεται δείχνει ένα πλαίσιο παρεμβάσεων με χρονικό βάθος και δημοσιονομική στόχευση.
Στο τέλος της ημέρας, το στοίχημα έως το 2030 είναι διπλό: να συνεχιστεί η αναπτυξιακή πορεία μετά το Ταμείο Ανάκαμψης και, ταυτόχρονα, να μεταφραστεί ο δημοσιονομικός χώρος σε μετρήσιμη βελτίωση της καθημερινότητας. Η ΔΕΘ αναμένεται να δώσει το πρώτο ολοκληρωμένο στίγμα για το πώς θα ισορροπήσουν οι επενδύσεις με τα μέτρα στήριξης, ώστε η οικονομική πολιτική έως το 2030 να έχει διάρκεια, κοινωνική στόχευση και απτό αποτέλεσμα για πολίτες και επιχειρήσεις.






















