Από τη μεγαλύτερη δημοσιονομική ώθηση στην ευρωζώνη το 2026 σε ένα από τα ισχυρότερα «φρένα» το 2027 κινδυνεύει να περάσει η Ελλάδα, καθώς το τέλος του Ταμείου Ανάκαμψης αφαιρεί από την οικονομία έναν από τους βασικούς χρηματοδοτικούς κινητήρες των τελευταίων ετών. Αυτό είναι το κεντρικό μήνυμα που εκπέμπει πρόσφατο Economic Brief στελεχών της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικών και Χρηματοδοτικών Υποθέσεων της Κομισιόν, το οποίο λειτουργεί σαν προειδοποιητικό «καμπανάκι» για την επόμενη ημέρα της οικονομικής πολιτικής.
Η ουσία δεν είναι ότι η χώρα «ξοδεύει ανεξέλεγκτα», αλλά ότι το 2026 συγκεντρώνει μια εξαιρετικά έντονη, αλλά χρονικά περιορισμένη, ροή ευρωπαϊκής χρηματοδότησης που ωθεί τις δημόσιες επενδύσεις, επιταχύνει έργα και στηρίζει την ανάπτυξη. Όταν αυτή η ροή σταματήσει, η μετάβαση στο 2027 μπορεί να αποδειχθεί απότομη, ειδικά αν δεν υπάρχουν έτοιμες εναλλακτικές πηγές χρηματοδότησης ή επαρκής ιδιωτική κινητοποίηση κεφαλαίων.
Το Ταμείο Ανάκαμψης οδηγεί το δημοσιονομικό «γκάζι» του 2026
Σύμφωνα με την ανάλυση της Κομισιόν, το Ταμείο Ανάκαμψης είναι ο καθοριστικός παράγοντας που τοποθετεί την Ελλάδα στην κορυφή της ευρωζώνης ως προς την επεκτατική δημοσιονομική πολιτική το 2026, μαζί με την Εσθονία. Η δημοσιονομική ώθηση υπολογίζεται κοντά στο 2,75% του ΑΕΠ—ένα νούμερο που ξεχωρίζει ακόμη και σε μια περίοδο όπου αρκετές ευρωπαϊκές οικονομίες προσπαθούν να ισορροπήσουν ανάμεσα στη στήριξη της ανάπτυξης και στη δημοσιονομική προσαρμογή.
Αυτή η επίδοση, ωστόσο, δεν προκύπτει από μια γενικευμένη αύξηση των πρωτογενών δαπανών του κράτους. Προκύπτει κυρίως από την επιτάχυνση των έργων που χρηματοδοτούνται από ευρωπαϊκές επιχορηγήσεις, καθώς το 2026 είναι το τελευταίο έτος λειτουργίας του μηχανισμού. Με απλά λόγια, η χρονική πίεση ωθεί σε ταχύτερη υλοποίηση και απορρόφηση, άρα και σε μεγαλύτερη βραχυπρόθεσμη τόνωση της ζήτησης και των επενδύσεων.
Η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις χώρες όπου οι δαπάνες που συνδέονται με επιχορηγήσεις του Ταμείου Ανάκαμψης και άλλα ευρωπαϊκά ταμεία προσφέρουν δημοσιονομική στήριξη μεγαλύτερη από 0,5% του ΑΕΠ. Αυτό δείχνει και το πόσο καθοριστικό είναι το ευρωπαϊκό σκέλος για την επενδυτική «μηχανή» της χώρας: πολλές παρεμβάσεις, από υποδομές και ψηφιακά έργα μέχρι δράσεις αναβάθμισης δεξιοτήτων και ενεργειακές επενδύσεις, στηρίχθηκαν σε αυτό το πλαίσιο.
Παράλληλα, η οικονομία ενισχύεται και από εθνικά χρηματοδοτούμενες επενδύσεις. Ιδιαίτερα ισχυρή εμφανίζεται η συνεισφορά από τα εξοπλιστικά και τις υπόλοιπες αμυντικές δαπάνες, οι οποίες λειτουργούν ως πρόσθετος παράγοντας τόνωσης σε μια περίοδο που ο δημόσιος τομέας καλείται να επενδύσει χωρίς να εκτροχιάσει τη δημοσιονομική ισορροπία.
Η απότομη «στροφή» του 2027 μετά το τέλος του Ταμείου Ανάκαμψης
Η εικόνα αλλάζει απότομα το 2027. Οι πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης μηδενίζονται και αντικαθίστανται μόνο εν μέρει από τα υπόλοιπα ευρωπαϊκά κονδύλια, τα οποία δεν έχουν την ίδια αρχιτεκτονική, τον ίδιο όγκο ή τον ίδιο ρυθμό εκταμίευσης. Με βάση το σενάριο αμετάβλητης πολιτικής, η ελληνική δημοσιονομική στάση μετατρέπεται από έντονα επεκτατική σε περιοριστική, με το «φρένο» να πλησιάζει το 1,5% του ΑΕΠ.
Έτσι, η Ελλάδα κατατάσσεται στις χώρες της ευρωζώνης που υφίστανται τη μεγαλύτερη αρνητική επίδραση από το τέλος του RRF, μαζί με τη Βουλγαρία, την Πορτογαλία και την Κύπρο. Πρόκειται για μια κατάταξη που δεν είναι απλώς τεχνική: αποτυπώνει το πόσο έντονα στηρίχθηκε η επενδυτική και αναπτυξιακή δυναμική των προηγούμενων ετών στη συγκεκριμένη, έκτακτη ευρωπαϊκή ροή πόρων.
Κρίσιμο είναι να αποσαφηνιστεί τι σημαίνει αυτό το «φρένο»—και τι δεν σημαίνει. Δεν συνεπάγεται αυτομάτως ότι η κυβέρνηση θα πρέπει να ανακοινώσει ένα ισοδύναμο πακέτο περικοπών ή νέων φόρων. Σε μεγάλο βαθμό, αποτυπώνει τη διαφορά ανάμεσα στο 2026, όταν κορυφώνεται η απορρόφηση των ευρωπαϊκών επιχορηγήσεων, και στο 2027, όταν αυτή η πηγή χρηματοδότησης παύει να υπάρχει. Παρ’ όλα αυτά, το συμπέρασμα παραμένει: δημιουργείται ένα σημαντικό κενό, το οποίο πρέπει να καλυφθεί για να μην υπάρξει απότομη απώλεια επενδυτικού ρυθμού.
Το στοίχημα, λοιπόν, δεν είναι μόνο δημοσιονομικό. Είναι αναπτυξιακό. Αν η μετάβαση γίνει χωρίς «γέφυρες» χρηματοδότησης, ο κίνδυνος είναι να καθυστερήσουν έργα, να παγώσουν επενδυτικές αποφάσεις ή να επιβραδυνθεί η δυναμική που στηρίχθηκε σε συγχρηματοδότηση, επιχορηγήσεις και μόχλευση ιδιωτικών κεφαλαίων.
Αμυντικές δαπάνες πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, αλλά όχι αρκετές για να κλείσουν το κενό
Ένα μέρος της απώλειας επιχειρείται να καλυφθεί από την αύξηση των αμυντικών επενδύσεων, για τις οποίες η Ελλάδα έχει ενεργοποιήσει την εθνική ρήτρα διαφυγής των ευρωπαϊκών δημοσιονομικών κανόνων. Οι συνολικές αμυντικές δαπάνες εκτιμάται ότι αυξάνονται από 2,2% του ΑΕΠ το 2024 σε 2,4% το 2025 και 2,6% το 2026, προτού περιοριστούν οριακά στο 2,5% το 2027.
Ακόμη πιο γρήγορα αυξάνονται οι αμιγώς επενδυτικές αμυντικές δαπάνες: από 0,2% του ΑΕΠ το 2024 σε 0,8% το 2026 και 0,9% το 2027. Αυτή η εξέλιξη, πέρα από τη γεωπολιτική της διάσταση, λειτουργεί και ως μοχλός επενδυτικής δαπάνης με εθνική χρηματοδότηση, σε μια φάση που οι ευρωπαϊκές επιχορηγήσεις του Ταμείου Ανάκαμψης παύουν να τροφοδοτούν την οικονομία.
Παρά την άνοδο, όμως, το κενό παραμένει μεγάλο. Η Ελλάδα είναι μία από τις οικονομίες που στηρίχθηκαν περισσότερο στις επιχορηγήσεις του μηχανισμού για τη χρηματοδότηση δημόσιων και ιδιωτικών επενδύσεων. Αυτό σημαίνει ότι η «επόμενη μέρα» δεν θα κριθεί μόνο από το ύψος των αμυντικών δαπανών, αλλά από το αν θα υπάρξει έγκαιρος σχεδιασμός για εναλλακτικά ευρωπαϊκά εργαλεία, καλύτερη αξιοποίηση των υπόλοιπων κοινοτικών κονδυλίων, σταθερό πλαίσιο για επενδύσεις και αποτελεσματική κινητοποίηση ιδιωτικών κεφαλαίων.
Στο τέλος, το βασικό μήνυμα των «καμπανακιών» της Κομισιόν είναι καθαρό: το 2026, το Ταμείο Ανάκαμψης δίνει στην Ελλάδα σημαντικό δημοσιονομικό «γκάζι», αλλά το 2027 μπορεί να φέρει απότομο φρένο αν δεν χτιστεί εγκαίρως η μετάβαση. Το πραγματικό διακύβευμα είναι να μη χαθεί η επενδυτική ορμή που δημιουργήθηκε τα τελευταία χρόνια και να μετατραπεί η προσωρινή ευρωπαϊκή στήριξη σε διατηρήσιμη ανάπτυξη, με το τέλος του Ταμείου Ανάκαμψης να μην σηματοδοτεί μια νέα περίοδο επιβράδυνσης, αλλά μια οργανωμένη στροφή σε πιο σταθερές πηγές χρηματοδότησης και παραγωγικής ενίσχυσης.





















