Γράφει ο Χρήστος Κοντογιάννης
Ήταν μια εποχή που ζούσαμε φτωχικά αλλά περίσσευε η αγάπη στην ψυχή μας.
Ήμαστε μικρά παιδιά και περιμέναμε να έρθει η γιορτή των Χριστουγέννων, όπως και όλες οι άλλες, για να χαρούμε μαζί με τους γονείς μας και τους γείτονές μας στο χωριό.
Την παραμονή των Χριστουγέννων μέσα στο σκοτάδι τα παιδιά το καθένα με την παρέα του γυρίζαμε στις γειτονιές και λέγαμε τα κάλαντα. Χτυπούσαμε τις πόρτες των σπιτιών και ρωτούσαμε τους νοικοκύρηδες: Να σας τα πούμε; Τις περισσότερες φορές η απάντηση ήταν θετική και η χαρά μας μεγάλη. Ψάλλαμε τα κάλαντα και στη συνέχεια ακολουθούσαν τα παινέματα, που ταιριάζαμε ανάλογα με τη γνώση που είχαμε για την κάθε οικογένεια. Αρχίζαμε με τον νοικοκύρη: «Σ’ αυτό το σπίτι που’ ρθαμε πέτρα να μη ραγίσει κι ο νοικοκύρης του σπιτιού χρόνια πολλά να ζήσει». Δεν αφήναμε όμως παραπονεμένη και τη σπιτονοικοκυρά: «Σ’ αυτό το σπίτι που’ μαστε ροδόσταμο μυρίζει, μυρίζει κι η νοικοκυρά όπου το συγυρίζει». Στο τέλος εκφράζαμε τις ευχές μας έχοντας την περιέργεια να δούμε ποια θα ήταν η ανταμοιβή μας. Οι περισσότεροι μας έδιναν ένα πενηντάλεπτο έως μια ή δύο δραχμές. Το πεντάδραχμο ήταν πολύ σπάνιο.
Προσπαθούσαμε να επισκεφτούμε όσο μπορούσαμε περισσότερα σπίτια για να αυξήσουμε τις εισπράξεις μας. Στο τέλος πηγαίναμε έξω από το παράθυρο ενός καφενείου και με το λιγοστό φως, που σκορπούσε το σκοτάδι, κάναμε τη μοιρασιά των χρημάτων που είχαμε μαζέψει.
Όπως τότε, νομίζω ότι ταιριάζει να τα πούμε και σήμερα αξιοποιώντας τη σύγχρονη τεχνολογία.
Εύχομαι να είστε πάντα καλά και χαρούμενοι!






















