Το «Furious», το νέο ψυχολογικό crime thriller της Elizabeth Meriwether, έχει καταφέρει να ξυπνήσει την περιέργεια του κοινού πριν καν προλάβουν να «στρώσουν» οι πρώτες προβολές του στη γνωστή πλατφόρμα.
Η δημιουργός του New Girl αφήνει συνειδητά πίσω της την άνεση της κωμωδίας και περνά σε ένα πολύ πιο σκοτεινό πεδίο, όπου η εκδίκηση, η δικαιοσύνη και η τραυματική εμπειρία συγκρούονται ασταμάτητα. Και παρότι ο τίτλος προϊδεάζει για οργή, η σειρά δεν περιορίζεται σε μια εύκολη υπόσχεση έντασης· επιχειρεί να κοιτάξει κατάματα το πώς γεννιέται η βία, ποιοι τη συντηρούν και τι συμβαίνει όταν οι γυναίκες αποφασίζουν ότι δεν θα μείνουν άλλο σιωπηλές.
Στη συνέντευξη Τύπου για τη νέα σειρά του Disney+, η κουβέντα δεν έμεινε στα «ασφαλή»—φόνους, στοιχεία, ανατροπές. Αντίθετα, μετατοπίστηκε εκεί όπου πονάει: στην ψυχολογία των χαρακτήρων, στην έμφυλη βία, στη λεπτή γραμμή ανάμεσα στον θύτη και το θύμα, και στην οργή ως κινητήρια δύναμη που άλλοτε λυτρώνει και άλλοτε καταβροχθίζει. «Δεν με ενδιέφερε να γράψω μια ιστορία όπου υπάρχουν οι “καλοί” και οι “κακοί”. Ήθελα το κοινό να αμφισβητεί συνεχώς ποιον υποστηρίζει και γιατί», είπε η Elizabeth Meriwether, συνοψίζοντας την πρόθεση πίσω από το εγχείρημά της.
«Furious»: Όταν το crime thriller κοιτάζει μέσα στους ανθρώπους
Παρότι έγινε γνωστή μέσα από κωμωδίες, η Meriwether παραδέχθηκε ότι για χρόνια ήταν παθιασμένη με τα αστυνομικά θρίλερ. «Γύριζα σπίτι από τα δωμάτια των σεναριογράφων κωμωδίας και χαλάρωνα βλέποντας σκοτεινές ιστορίες εγκλημάτων. Ήθελα εδώ και χρόνια να γράψω κάτι σε αυτό το είδος», ανέφερε. Αυτή η προσωπική εμμονή όμως δεν μεταφράζεται σε ένα «ποιος το έκανε» που απλώς ζητά λύση. Το «Furious» μοιάζει πιο πολύ να ενδιαφέρεται για το «πώς φτάνει κάποιος εκεί»—και τι απομένει μετά, όταν η πράξη έχει ήδη συμβεί και το σώμα, το μυαλό, οι σχέσεις, όλα έχουν αλλάξει.
Η Emmy Rossum, πρωταγωνίστρια και εκτελεστική παραγωγός, τόνισε ότι την γοήτευσε κυρίως η προσπάθεια κατανόησης των ακραίων επιλογών. «Τι χρειάζεται για να σκοτώσει μια γυναίκα; Και τι χρειάζεται για να σκοτώσει περισσότερες από μία φορές; Αυτή η εμμονή με την ολοκλήρωση μιας αποστολής είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα. Διαβάζοντας το σενάριο έπιασα τον εαυτό μου να σκέφτεται: “Μήπως ταυτίζομαι με μια κατά συρροή δολοφόνο;”». Είναι μια παραδοχή άβολη—και ακριβώς γι’ αυτό λειτουργεί: γιατί δείχνει ότι η σειρά δεν θέλει να κρατήσει τον θεατή σε απόσταση ασφαλείας.
Η Rossum επέμεινε πως η ενσυναίσθηση για έναν ηθοποιό δεν είναι επιλογή αλλά προϋπόθεση. «Είτε υποδύεσαι τον καλό είτε τον κακό, η δουλειά σου είναι να προσεγγίσεις τον χαρακτήρα με ενσυναίσθηση. Η αφήγηση λειτουργεί καλύτερα όταν σε αναγκάζει να κοιτάξεις κάτι μέσα σου». Και αυτό ακριβώς φαίνεται να επιδιώκει το «Furious»: να σε υποχρεώσει να δεις τη σκοτεινή πλευρά όχι σαν “εξαίρεση”, αλλά σαν πιθανότητα που γεννιέται μέσα σε συγκεκριμένες συνθήκες.
Η Lola Petticrew, στον ρόλο της Catherine, ξεκαθάρισε ότι δεν την ενδιέφερε ποτέ να κρίνει ηθικά τον χαρακτήρα της. «Δεν είναι δική μου δουλειά να αποφασίσω αν αυτά που κάνει η Catherine είναι σωστά ή λάθος. Αυτό είναι δουλειά του θεατή. Εγώ πρέπει να επιστρέψω σπίτι, να ταιριάξω τις κάλτσες μου και να βάλω το πλυντήριο πιάτων», είπε, αποφορτίζοντας για λίγο μια βαριά συζήτηση—και υπενθυμίζοντας πόσο εύκολα το “ακραίο” συνυπάρχει με το απολύτως καθημερινό.
Γκρίζες ζώνες, όχι εύκολες απαντήσεις
Η Meriwether υπογράμμισε ότι το μεγαλύτερο στοίχημα ήταν να μην επιτρέψει ποτέ στον θεατή να αισθανθεί ασφαλής απέναντι στους χαρακτήρες. Κάθε επεισόδιο, είπε, πρέπει να αποκαλύπτει ένα ακόμη στρώμα της προσωπικότητάς τους, να κλονίζει την πρώτη εντύπωση, να κάνει τον θεατή να αμφιβάλλει ξανά. Έτσι, ακόμη και οι άνθρωποι των διωκτικών αρχών δεν παρουσιάζονται ως «άκαμπτοι φορείς του νόμου», αλλά ως βαθιά τραυματισμένες προσωπικότητες.
Η Rossum μίλησε για τη μακρά έρευνα που προηγήθηκε των γυρισμάτων, με συναντήσεις με εν ενεργεία πράκτορες του FBI. «Ανακαλύψαμε ότι για πολλούς από αυτούς η δουλειά δεν είναι απλώς επάγγελμα. Είναι κομμάτι της ταυτότητάς τους». Η Meriwether στάθηκε ιδιαίτερα στους μηχανισμούς άμυνας: «Με εντυπωσίασε πόσο χιούμορ χρησιμοποιούν για να επιβιώσουν ψυχολογικά». Και ο Scoot McNairy συμπλήρωσε ότι τον ενδιέφερε κυρίως η προσωπική ζωή των αστυνομικών: τι συμβαίνει όταν κλείνει η πόρτα του σπιτιού, πώς αντέχουν οι σχέσεις, πώς κουβαλιέται η φρίκη στην καθημερινότητα.
Γιατί μας τραβούν οι ιστορίες εγκλήματος;
Το ερώτημα επανήλθε πολλές φορές: γιατί το κοινό δεν χορταίνει ιστορίες εγκλημάτων; Η Meriwether έδωσε μια απάντηση που μοιάζει σχεδόν ανθρωπολογική: «Το έγκλημα αφαιρεί όλες τις κοινωνικές συμβάσεις και αφήνει τους χαρακτήρες γυμνούς απέναντι στον εαυτό τους». Η Petticrew πρότεινε μια άλλη ανάγνωση: ότι οι θεατές απολαμβάνουν να γίνονται ντετέκτιβ, δικαστές, ένορκοι—να ενώνουν κομμάτια και να αποφασίζουν. Η Rossum το έθεσε πιο συναισθηματικά: η «μαγεία» είναι όταν μια ιστορία σε απορροφά τόσο, ώστε να ξεχνάς το σώμα σου και να ζεις μέσα στον κόσμο της.
Κομβική στιγμή της συνέντευξης ήταν η σύνδεση του τίτλου με τη σημερινή πραγματικότητα: υποθέσεις σεξουαλικής κακοποίησης, δυσπιστία στους θεσμούς, και μια κοινωνία που μοιάζει να βράζει. Η Meriwether παραδέχθηκε ότι η οργή είναι βασικό συστατικό του «Furious», αλλά όχι ο τελικός του προορισμός. «Η οργή μπορεί να λειτουργήσει λυτρωτικά, αλλά μπορεί επίσης να σε παγιδεύσει. Ήθελα να εξερευνήσω και τις δύο πλευρές της».
Η Petticrew έκανε μια αναφορά που αγγίζει και την Ελλάδα, υπενθυμίζοντας πως ο τίτλος παραπέμπει στις Ερινύες της αρχαίας ελληνικής μυθολογίας: η γυναικεία οργή δεν είναι «μόδα», είναι επαναλαμβανόμενη ιστορία αιώνων. Και η Rossum πρόσθεσε κάτι ακόμη πιο σκληρό: ότι η σειρά δεν θέλει να προσωποποιήσει το πρόβλημα σε έναν μόνο θύτη, γιατί πίσω από κάθε “όνομα” υπάρχει σύστημα, ανοχές, σιωπές. «Όλοι γνωρίζουμε το όνομα του δράστη, αλλά ελάχιστοι γνωρίζουμε τα ονόματα των γυναικών που επέζησαν».
Γυναίκες χωρίς εξιδανίκευση
Σημαντικό μέρος της συζήτησης αφορούσε το πώς παρουσιάζονται οι γυναίκες: όχι ως «τέλεια θύματα», όχι ως σύμβολα, όχι ως μονοδιάστατες μορφές που υπάρχουν για να υπηρετήσουν ένα μήνυμα. Η Rossum δήλωσε πως πλέον αναζητά χαρακτήρες που κινούνται στις γκρίζες ζώνες, που σε κάνουν να νιώθεις άβολα, που σε αναγκάζουν να αναμετρηθείς με τις προκαταλήψεις σου. «Οι γυναίκες δεν είναι ούτε άγγελοι ούτε διάβολοι. Είναι πολύ πιο σύνθετες από αυτό». Αυτή η σύνθετη ματιά μοιάζει να είναι και η μεγαλύτερη δύναμη του «Furious»: ότι αρνείται τις εύκολες απαντήσεις.
Η Meriwether ξεκαθάρισε πως δεν θέλει να παραδώσει πολιτικό μανιφέστο ούτε ηθική διάλεξη. «Δεν μπορώ να γράψω ξεκινώντας από μια θέση ή μια θεωρία. Πρέπει πάντα να ξεκινώ από τον άνθρωπο». Και εκεί, ακριβώς, φαίνεται να στοχεύει το «Furious»: όχι να εξηγήσει το κακό, ούτε να δικαιολογήσει τη βία, αλλά να σε αναγκάσει να αναρωτηθείς πού τελειώνει η δικαιοσύνη, πού αρχίζει η εκδίκηση και πόσο εύκολα μετακινούνται τα όρια της ηθικής όταν ο πόνος γίνεται η μοναδική κινητήρια δύναμη.
Προσωπικά, βλέποντας τα πρώτα επεισόδια, ένιωσα ότι υπάρχει ροή στην αφήγηση αλλά και σαφής στράτευση. Και ίσως αυτό να είναι τελικά το στοίχημα που κάνει το «Furious» να ξεχωρίζει: χρησιμοποιεί το μυστήριο ως όχημα για κάτι πολύ πιο ανθρώπινο—την ανάγκη να ακουστεί η φωνή όσων για χρόνια έμεναν στο περιθώριο. Καλύτερα να λέγονται αυτές οι ιστορίες, έστω και από προσδιορισμένη οπτική, παρά να παραμένουν—μαζί με τις πραγματικές ηρωίδες—στη σιωπή.






















