Έντονο επενδυτικό ενδιαφέρον καταγράφηκε στον δεύτερο κύκλο υποβολής αιτήσεων για τα τρία βασικά καθεστώτα του νέου Αναπτυξιακού Νόμου, επιβεβαιώνοντας ότι η αγορά ανταποκρίνεται όταν υπάρχει σταθερό πλαίσιο, σαφείς κανόνες και μετρήσιμα κίνητρα. Συνολικά κατατέθηκαν 270 επενδυτικά σχέδια έως την ολοκλήρωση της προθεσμίας (Παρασκευή 24 Ιουλίου), σε μια συγκυρία όπου η ανάγκη για παραγωγική αναβάθμιση, ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και δημιουργία θέσεων εργασίας παραμένει κεντρική προτεραιότητα για την ελληνική οικονομία.
Από τις αιτήσεις που υποβλήθηκαν, τα 170 επενδυτικά σχέδια αφορούν το καθεστώς «Μεταποίηση – Εφοδιαστική Αλυσίδα», τα 86 εντάσσονται στις «Περιοχές Ειδικής Ενίσχυσης» και τα 14 κατατέθηκαν στο καθεστώς «Μεγάλες Επενδύσεις». Κάθε καθεστώς διαθέτει προϋπολογισμό ενίσχυσης 150 εκατ. ευρώ, γεγονός που αποτυπώνει την πρόθεση της πολιτείας να στηρίξει στοχευμένα τόσο τον βιομηχανικό κορμό όσο και περιοχές με μεγαλύτερη ανάγκη αναπτυξιακής ώθησης.
Τα 3 καθεστώτα του Αναπτυξιακού Νόμου και το μήνυμα της αγοράς
Τα συγκεκριμένα καθεστώτα ήταν τα πρώτα που προκηρύχθηκαν στο πλαίσιο του νέου Αναπτυξιακού Νόμου. Η αυξημένη ανταπόκριση οδήγησε σε άμεση επαναπροκήρυξη, ενισχύοντας τη νέα φιλοσοφία «συνέχειας, σταθερότητας και αξιοπιστίας» που έχει θέσει ως στόχο το υπουργείο Ανάπτυξης. Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι οι επιχειρήσεις μπορούν να σχεδιάζουν πιο ώριμα τις κινήσεις τους, με λιγότερη αβεβαιότητα και με πιο προβλέψιμο χρονοδιάγραμμα για την αξιολόγηση και την έγκριση.
Ο νέος κύκλος «χτίζει» πάνω στα αποτελέσματα του προηγούμενου, στον οποίο εντάχθηκαν 125 επενδυτικά σχέδια συνολικού ύψους άνω των 870 εκατ. ευρώ, τα οποία εκτιμάται ότι δημιουργούν 2.200 νέες θέσεις εργασίας. Πρόκειται για έναν κρίσιμο δείκτη, καθώς η ποιότητα και η ανθεκτικότητα της ανάπτυξης συνδέονται άμεσα με επενδύσεις που παράγουν προστιθέμενη αξία, μεταφέρουν τεχνογνωσία και στηρίζουν εξαγωγικές δυνατότητες.
Σε δήλωσή του στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, ο υπουργός Ανάπτυξης Τάκης Θεοδωρικάκος τόνισε ότι ο Αναπτυξιακός Νόμος αποτελεί «ένα αξιόπιστο και αποτελεσματικό εργαλείο» για τον παραγωγικό μετασχηματισμό της οικονομίας. Όπως σημείωσε, η στόχευση κατευθύνει τους διαθέσιμους πόρους «εκεί όπου παράγεται πραγματική αξία»: στη βιομηχανία και τη μεταποίηση, στις μεγάλες επενδύσεις, στην περιφέρεια και στις περιοχές με εισόδημα χαμηλότερο από τον εθνικό μέσο όρο. Παράλληλα, υπογράμμισε ότι η Ελλάδα του 2030 χρειάζεται να παράγει αποτελεσματικότερα, να εξάγει περισσότερο και να καινοτομεί με διάρκεια, ώστε να διασφαλίζεται και η κοινωνική συνοχή.
Βιομηχανία, περιφέρεια και παραγωγή στο επίκεντρο του Αναπτυξιακού Νόμου
Η στόχευση των καθεστώτων αποτυπώνει τον πυρήνα ενός νέου παραγωγικού μοντέλου: μεγαλύτερο βάρος στη μεταποίηση και τη βιομηχανία, έμφαση στις μεγάλες επενδύσεις, καθώς και ειδική μέριμνα για παραμεθόριες περιοχές και περιφέρειες με αυξημένες ανάγκες ανάπτυξης. Ο στόχος είναι διπλός και σαφής: αφενός να διοχετευθούν οι διαθέσιμοι πόροι σε παραγωγικές επενδύσεις με πραγματικό αποτύπωμα, αφετέρου να μειωθούν οι περιφερειακές ανισότητες μέσα από νέες θέσεις εργασίας και ενίσχυση της τοπικής οικονομικής δραστηριότητας.
Την ίδια στιγμή, το υπουργείο Ανάπτυξης διευρύνει το φάσμα των κινήτρων με την προκήρυξη νέων καθεστώτων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το καθεστώς για την Αγροδιατροφή, επίσης ύψους 150 εκατ. ευρώ. Ο β’ κύκλος ανοίγει για αιτήσεις στις 3 Αυγούστου, με έμφαση στον εκσυγχρονισμό της παραγωγής, στη μεταποίηση γεωργικών προϊόντων, στη βελτίωση της ποιότητας και στην ενίσχυση της απασχόλησης. Με αυτόν τον τρόπο, ο Αναπτυξιακός Νόμος λειτουργεί συμπληρωματικά, συνδέοντας πρωτογενή παραγωγή, μεταποίηση και εφοδιαστική αλυσίδα σε ένα πιο συνεκτικό αναπτυξιακό σχήμα.
Αξιολόγηση εντός 90 ημερών: επιτάχυνση με μετρήσιμα αποτελέσματα
Κομβικό στοιχείο του νέου πλαισίου είναι η επιτάχυνση των διαδικασιών. Η αξιολόγηση και έγκριση των επενδυτικών σχεδίων ολοκληρώνεται πλέον αυστηρά εντός 90 ημερών, επίδοση που αναγνωρίζεται ως σημείο αναφοράς όχι μόνο σε εθνικό αλλά και σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Για τον επιχειρηματικό κόσμο, η ταχύτητα δεν είναι απλώς «ευκολία»· είναι παράγοντας που μειώνει το κόστος, περιορίζει τον επενδυτικό κίνδυνο και επιτρέπει καλύτερο προγραμματισμό ρευστότητας και υλοποίησης.
Η αποτελεσματικότητα αντανακλάται και στις πρόσφατες επιδόσεις της Γενικής Γραμματείας Ιδιωτικών Επενδύσεων σχετικά με την έκδοση αποφάσεων φορολογικής απαλλαγής. Εκδόθηκαν αποφάσεις ύψους άνω των 134 εκατ. ευρώ για 90 επενδυτικά σχέδια στους τομείς της μεταποίησης και του τουρισμού, καλύπτοντας εμπρόθεσμα το 100% των υποβληθέντων αιτημάτων για την τρέχουσα περίοδο φορολογικών δηλώσεων. Η επίδοση χαρακτηρίζεται ιστορική, καθώς το ποσό είναι σχεδόν πενταπλάσιο σε σύγκριση με το 2025 (29 εκατ. ευρώ), που αποτελούσε μέχρι σήμερα την υψηλότερη καταγραφή.
Τα επόμενα βήματα: 930 σχέδια σε υλοποίηση και νέα στοχευμένα καθεστώτα
Συνολικά, στο πλαίσιο των αναπτυξιακών νόμων βρίσκονται αυτή τη στιγμή σε φάση υλοποίησης σε όλη τη χώρα 930 επενδυτικά σχέδια, συνολικού προϋπολογισμού 3,1 δισ. ευρώ, με δημόσια ενίσχυση άνω του 1,5 δισ. ευρώ και δημιουργία πάνω από 15.000 νέων θέσεων εργασίας. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεωγραφικό αποτύπωμα: η Βόρεια Ελλάδα βρίσκεται στο επίκεντρο, καθώς στη Μακεδονία και τη Θράκη κατευθύνεται πάνω από το 50% των επενδύσεων, στοιχείο που ενισχύει τον στόχο της περιφερειακής σύγκλισης.
Ο σχεδιασμός για το επόμενο διάστημα προβλέπει την προκήρυξη νέων καθεστώτων που θα καλύψουν κρίσιμους τομείς της οικονομίας. Στο πλάνο περιλαμβάνονται στοχευμένα προγράμματα για την εξωστρέφεια και την καινοτομία, την κοινωνική επιχειρηματικότητα και τη χειροτεχνία, τις σύγχρονες τεχνολογίες και την τεχνητή νοημοσύνη, καθώς και την αμυντική βιομηχανία. Με αυτόν τον τρόπο, ο Αναπτυξιακός Νόμος επιχειρεί να λειτουργήσει ως συνεκτικός μηχανισμός που δεν επιδοτεί απλώς επενδύσεις, αλλά καθοδηγεί μια μακροπρόθεσμη μετάβαση σε οικονομία υψηλότερης παραγωγικότητας.
Το ισχυρό ενδιαφέρον των 270 επενδυτικών σχεδίων στον δεύτερο κύκλο δείχνει ότι, όταν ο Αναπτυξιακός Νόμος προσφέρει σταθερότητα, ταχύτητα και καθαρή στόχευση, η αγορά ανταποκρίνεται με ουσιαστικές προτάσεις. Το ζητούμενο πλέον είναι η συνέχιση της ίδιας αξιοπιστίας στην αξιολόγηση, στην υλοποίηση και στην παρακολούθηση των έργων, ώστε οι πόροι να μεταφράζονται σε πραγματική παραγωγή, περισσότερες εξαγωγές, ισχυρότερη βιομηχανία και καλύτερα αμειβόμενες θέσεις εργασίας σε όλη τη χώρα.





















