Μακριά από τις ρυθμίσεις παραμένει η μεγάλη πλειονότητα όσων έχουν τα υψηλότερα ληξιπρόθεσμα χρέη προς το Δημόσιο, γεγονός που αποδυναμώνει στην πράξη τις δυνατότητες ουσιαστικής είσπραξης. Παρότι τα συνολικά ληξιπρόθεσμα χρέη αποτελούν έναν αριθμό που εντυπωσιάζει, η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη: μεγάλο μέρος αυτών των οφειλών δεν «κινείται» ούτε μέσω διακανονισμών ούτε μέσω ρεαλιστικών μηχανισμών ανάκτησης. Σε αυτό το περιβάλλον, η μετάθεση για τον Φεβρουάριο του 2027 της δημοσιοποίησης της λίστας των μεγαλοοφειλετών δεν φαίνεται να αλλάζει την ουσία, καθώς οι περίπου 30.000 οφειλέτες με χρέη άνω των 150.000 ευρώ παραμένουν διαχρονικά εκτός ρυθμίσεων.
Αντίθετα, στα διαθέσιμα σχήματα διακανονισμού εντάσσονται κυρίως φυσικά πρόσωπα και επιχειρήσεις με μικρότερες, περισσότερο διαχειρίσιμες οφειλές, όπως προκύπτει από τα στοιχεία της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ). Έτσι, η απόφαση των υφυπουργών Οικονομικών και Εργασίας, Δημήτρη Μαρκόπουλου και Άννας Ευθυμίου, να μεταθέσουν τη δημοσιοποίηση των ονομάτων των μεγαλοοφειλετών μοιάζει να έχει κυρίως διαδικαστικό χαρακτήρα. Το κρίσιμο ερώτημα παραμένει άλλο: θα αξιοποιήσουν οι μεγάλοι οφειλέτες τη νέα ρύθμιση των 72 δόσεων που βρίσκεται σε εξέλιξη ή θα συνεχίσουν να βρίσκονται εκτός των μηχανισμών ρύθμισης, αφήνοντας την εισπρακτική εικόνα πρακτικά αμετάβλητη;
Ληξιπρόθεσμα χρέη: Γιατί οι μεγαλοοφειλέτες μένουν εκτός ρυθμίσεων
Η εμπειρία των τελευταίων ετών δείχνει ότι οι ρυθμίσεις «τραβούν» κυρίως όσους μπορούν να τις εξυπηρετήσουν. Όταν οι δόσεις συμβαδίζουν με τη φοροδοτική ικανότητα, η ένταξη είναι πιο πιθανή. Όταν όμως οι οφειλές είναι ιδιαίτερα υψηλές —και συχνά συνοδεύονται από προσαυξήσεις, πρόστιμα, παλαιότητα ή πολύπλοκες οικονομικές εκκρεμότητες— τότε η συμμετοχή μειώνεται δραστικά.
Αυτό εξηγεί γιατί, ενώ η δημόσια συζήτηση εστιάζει συχνά στα πολύ μεγάλα ποσά, το «ενεργό» κομμάτι των ρυθμίσεων αφορά άλλες κλίμακες χρέους. Επιπλέον, οι μεγαλοοφειλέτες δεν αποτελούν ενιαία κατηγορία: περιλαμβάνουν από επιχειρήσεις που κατέρρευσαν και άφησαν πίσω οφειλές, έως περιπτώσεις με σύνθετα νομικά ή περιουσιακά δεδομένα. Σε κάθε περίπτωση, η επαναλαμβανόμενη εικόνα είναι ότι μεγάλο μέρος των υψηλών ληξιπρόθεσμων χρεών παραμένει εκτός ρυθμίσεων.
Πού καταγράφεται η μεγαλύτερη συμμετοχή στις ρυθμίσεις
Τα στοιχεία της ΑΑΔΕ αποτυπώνουν καθαρά ότι η μαζική συμμετοχή στις ρυθμίσεις εντοπίζεται σε χαμηλές και μεσαίες οφειλές. Η μεγαλύτερη συγκέντρωση ρυθμισμένων οφειλών καταγράφεται στο εύρος από 500 έως 10.000 ευρώ, όπου το ποσοστό φθάνει το 15,52%. Ιδιαίτερα υψηλή είναι η συμμετοχή στην κατηγορία οφειλών από 2.000 έως 3.000 ευρώ, όπου το ποσοστό των ρυθμίσεων ανέρχεται στο 18,16%. Πρόκειται για ένα σαφές μήνυμα: όταν το χρέος είναι σχετικά «συμμαζεμένο», οι φορολογούμενοι ανταποκρίνονται ευκολότερα.
Η εικόνα αυτή επιβεβαιώνεται και στα φυσικά πρόσωπα. Το μεγαλύτερο ποσοστό ένταξης στις ρυθμίσεις εμφανίζεται επίσης στις οφειλές από 500 έως 10.000 ευρώ (15,34%), ενώ στην κατηγορία 2.000 έως 3.000 ευρώ φτάνει το 18,40%. Με απλά λόγια, οι μικρές και μεσαίες οφειλές είναι εκείνες που «μπαίνουν» σε ρυθμίσεις και έχουν πιθανότητες να αποπληρωθούν.
Στις επιχειρήσεις, ωστόσο, υπάρχει μια διαφοροποίηση: η μεγαλύτερη συμμετοχή εμφανίζεται στις οφειλές από 10.000 έως 100.000 ευρώ, με ποσοστό 21,66%, ενώ στην κατηγορία 10.000 έως 20.000 ευρώ το ποσοστό αγγίζει το 25%. Η ανάγκη διατήρησης φορολογικής ενημερότητας —προϋπόθεση για συναλλαγές, χρηματοδότηση και ομαλή λειτουργία— ωθεί πολλές επιχειρήσεις να αναζητούν διακανονισμό, ακόμη κι όταν τα ποσά δεν είναι μικρά.
Τα πραγματικά εισπράξιμα ποσά πίσω από τα συνολικά μεγέθη
Η συνολική εικόνα των ληξιπρόθεσμων χρεών προς την εφορία φτάνει περίπου τα 114,5 δισ. ευρώ. Όμως αυτός ο αριθμός δεν είναι ισοδύναμος με πραγματική εισπρακτική δυνατότητα. Από το σύνολο, 35,25 δισ. ευρώ έχουν ήδη χαρακτηριστεί ανεπίδεκτα είσπραξης, με αποτέλεσμα το πραγματικό ληξιπρόθεσμο υπόλοιπο να περιορίζεται στα 79,25 δισ. ευρώ.
Ακόμη και αυτό, όμως, δεν θεωρείται στο σύνολό του εισπράξιμο. Σύμφωνα με το Γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής, ρεαλιστικά μπορεί να ανακτηθεί περίπου ένα μέρος της τάξης των 27 δισ. ευρώ, καθώς το υπόλοιπο αφορά κυρίως πολύ παλαιές οφειλές, προσαυξήσεις και πρόστιμα. Με άλλα λόγια, η «λογιστική» διόγκωση των ληξιπρόθεσμων χρεών δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε έσοδα.
Με βάση το υπουργείο Οικονομικών, στη νέα ρύθμιση των 72 δόσεων μπορούν δυνητικά να ενταχθούν περίπου 1,3 εκατ. φυσικά πρόσωπα και 284.000 επιχειρήσεις, με συνολικές οφειλές που προσεγγίζουν τα 95 δισ. ευρώ. Ωστόσο, το τελικό αποτέλεσμα θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο θα «μπουν στο παιχνίδι» οφειλές που σήμερα μένουν εκτός κάθε ρύθμισης —και ειδικά εκείνες που αφορούν μεγάλους οφειλέτες, όπου μέχρι στιγμής η συμμετοχή παραμένει περιορισμένη.
Η παλαιότητα των οφειλών και το βάρος των «παλιών» χρεών
Καθοριστικό ρόλο στην εισπραξιμότητα των ληξιπρόθεσμων χρεών παίζει η ηλικία τους. Οφειλές που ξεπερνούν την πενταετία γίνονται σταδιακά δυσκολότερο να εισπραχθούν, ενώ όταν υπερβαίνουν τη δεκαετία οι πιθανότητες ανάκτησης μειώνονται δραστικά. Αυτός είναι και ο λόγος που η φορολογική διοίκηση δίνει αυξημένο βάρος στις νεότερες οφειλές, όπου υπάρχουν σαφώς μεγαλύτερες πιθανότητες είσπραξης, αλλά και στους μεγάλους οφειλέτες, για τους οποίους μπορούν να εφαρμοστούν στοχευμένα ελεγκτικά και εισπρακτικά μέτρα.
Παράλληλα, κερδίζει έδαφος η ιδέα ότι τα οριζόντια σχήματα διακανονισμού δεν αρκούν για όλες τις περιπτώσεις. Μια πιθανή λύση που θα μπορούσε να ενισχύσει την αποτελεσματικότητα είναι οι εξατομικευμένες ρυθμίσεις, προσαρμοσμένες στη φοροδοτική ικανότητα κάθε οφειλέτη. Ένα τέτοιο μοντέλο θα μπορούσε να αυξήσει την εισπραξιμότητα, προσφέροντας μια πραγματική διέξοδο ακόμη και σε φορολογουμένους ή επιχειρήσεις με μεγάλες οφειλές, οι οποίοι αδυνατούν να ανταποκριθούν στα σημερινά, γενικού χαρακτήρα σχήματα.
Συνολικά, η εικόνα παραμένει σαφής: τα ληξιπρόθεσμα χρέη δεν αποτελούν μόνο πρόβλημα ύψους, αλλά και πρόβλημα δομής, παλαιότητας και συμμετοχής. Όσο οι μεγαλοοφειλέτες μένουν εκτός ρυθμίσεων, οι πραγματικές δυνατότητες είσπραξης θα συνεχίσουν να υπολείπονται των εντυπωσιακών συνολικών μεγεθών. Και όσο η πολιτική διαχείριση περιορίζεται σε μεταθέσεις και διαδικαστικές αλλαγές, το βασικό ζητούμενο θα παραμένει: πώς θα μετατραπούν τα ληξιπρόθεσμα χρέη από στατιστικό βάρος σε ρεαλιστικά ανακτήσιμα έσοδα.
