Στους λογαριασμούς ρεύματος των συνεπών καταναλωτών, εκείνων δηλαδή που πληρώνουν κανονικά και στην ώρα τους, «γράφεται» έμμεσα ένα σημαντικό κομμάτι από το τεράστιο χρέος που έχει συσσωρευτεί στη λιανική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας. Πρόκειται για μια «τρύπα» που αγγίζει τα 3 δισ. ευρώ και προέρχεται σε μεγάλο βαθμό από τους λεγόμενους «ενεργειακούς τουρίστες»: καταναλωτές που αλλάζουν προμηθευτή συστηματικά, αφήνοντας πίσω τους ανεξόφλητες οφειλές. Έτσι, ενώ η δυνατότητα αλλαγής παρόχου αποτελεί βασικό στοιχείο μιας ανταγωνιστικής αγοράς, όταν γίνεται με στόχο την αποφυγή πληρωμής, μετατρέπεται σε μηχανισμό μεταφοράς κόστους προς όλους τους υπόλοιπους.
Η ουσία είναι απλή αλλά οδυνηρή: οι συνεπείς πληρώνουν τα «σπασμένα» των ασυνεπών. Όχι με μια άμεση «χρέωση» που εμφανίζεται ξεκάθαρα στον λογαριασμό, αλλά με έναν έμμεσο τρόπο. Οι εταιρείες προμήθειας, για να αντέξουν το βάρος των επισφαλειών και να καλύψουν τον αυξημένο πιστωτικό κίνδυνο, ενσωματώνουν αυτό το κόστος στις τιμές. Και αυτό, σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, μπορεί να σημαίνει αύξηση έως και 6 λεπτά ανά κιλοβατώρα.
«Ενεργειακοί τουρίστες» και λογαριασμοί ρεύματος: Πώς στήνεται ο φαύλος κύκλος
Σύμφωνα με στοιχεία της ΡΑΑΕΥ, από τα περίπου 3 δισ. ευρώ ανεξόφλητων οφειλών στη λιανική αγορά, πάνω από το 50% συνδέεται με περιπτώσεις «ενεργειακών τουριστών». Συγκεκριμένα, ποσό ύψους 1,53 δισ. ευρώ αποδίδεται σε καταναλωτές που μετακινούνται από προμηθευτή σε προμηθευτή αφήνοντας χρέη, κάτι που καθιστά την είσπραξη ιδιαίτερα δύσκολη.
Η πρακτική αυτή δεν επηρεάζει μόνο τα οικονομικά των εταιρειών προμήθειας. Δημιουργεί ένα συνεχώς διογκούμενο απόθεμα επισφαλειών, το οποίο αυξάνει τις ανάγκες χρηματοδότησης και ανεβάζει το λειτουργικό κόστος. Με απλά λόγια, όταν ένας προμηθευτής δεν μπορεί να εισπράξει όσα έχει ήδη τιμολογήσει, πρέπει να «χτίσει» προβλέψεις, να καλύψει κενά ρευστότητας και να προσαρμόσει την τιμολογιακή του πολιτική ώστε να παραμείνει βιώσιμος.
Η ΡΑΑΕΥ το περιγράφει ξεκάθαρα, επισημαίνοντας ότι το συνολικό ύψος των οφειλών αναδεικνύει την έκταση του προβλήματος και τη σημασία του για τη βιωσιμότητα των προμηθευτών, για τη διαχείριση του πιστωτικού κινδύνου και τελικά για τη συνολική λειτουργία της αγοράς. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στις παλαιές οφειλές πελατών που έχουν ήδη μετακινηθεί, καθώς εκεί βρίσκεται το πιο «σκληρό» κομμάτι του προβλήματος: χρέη που συσσωρεύονται, αλλά δεν ακολουθούν αποτελεσματικά τον οφειλέτη όταν αλλάζει πάροχο.
Ποιοι χρωστούν τα περισσότερα: νοικοκυριά και μικρές επιχειρήσεις στην πρώτη γραμμή
Τα στοιχεία δείχνουν ότι το μεγαλύτερο μέρος των οφειλών προέρχεται από τη χαμηλή τάση, δηλαδή από νοικοκυριά και μικρές επιχειρήσεις. Περίπου το 80% των συνολικών χρεών αντιστοιχεί σε ποσό 2,1 δισ. ευρώ και προέρχεται ακριβώς από αυτή την κατηγορία καταναλωτών.
Ακολουθεί η μέση τάση με οφειλές 683,79 εκατ. ευρώ (περίπου 25,8%), ενώ στην υψηλή τάση οι οφειλές διαμορφώνονται σε 214,3 εκατ. ευρώ (περίπου 8%). Παρότι τα ποσοστά αυτά δείχνουν ότι το πρόβλημα απλώνεται σε όλο το φάσμα της αγοράς, η «μάζα» των χρεών εντοπίζεται ξεκάθαρα εκεί όπου υπάρχουν τα περισσότερα ρολόγια: στη χαμηλή τάση.
Πιο αναλυτικά:
– Οι οφειλές των νοικοκυριών ανέρχονται σε 710 εκατ. ευρώ.
– Το μεγαλύτερο ποσό, περίπου 819 εκατ. ευρώ, αντιστοιχεί σε οφειλές από εμπορικές, βιομηχανικές και άλλες μικρές επιχειρήσεις.
– Στη μέση τάση, οι οφειλές επιχειρήσεων φτάνουν τα 577 εκατ. ευρώ.
– Στην υψηλή τάση, οι μεγάλες επιχειρήσεις εμφανίζουν οφειλές περίπου 55 εκατ. ευρώ.
Η εικόνα αυτή δείχνει ότι το πρόβλημα δεν είναι μονοδιάστατο. Ένα μέρος σχετίζεται με πραγματική αδυναμία πληρωμής, άλλο μέρος όμως συνδέεται με στρατηγική ασυνέπεια και με πρακτικές μετακίνησης που αφήνουν «ουρά» οφειλών πίσω.
Η κρυφή επιβάρυνση στους συνεπείς: έως 5,931 λεπτά ανά kWh
Το πιο κρίσιμο σημείο για τους συνεπείς καταναλωτές είναι η έμμεση επιβάρυνση στους λογαριασμούς ρεύματος. Σύμφωνα με τη ΡΑΑΕΥ, η επιβάρυνση από παλαιές οφειλές υπολογίζεται σε 3,041 λεπτά ανά κιλοβατώρα, ενώ από τρέχουσες οφειλές σε 2,89 λεπτά ανά κιλοβατώρα. Σωρευτικά, η επιβάρυνση αγγίζει τα 5,931 λεπτά ανά κιλοβατώρα.
Αυτό μεταφράζεται σε πραγματικό κόστος για κάθε σπίτι και κάθε μικρή επιχείρηση που προσπαθεί να είναι εντάξει: όσο πιο μεγάλος ο όγκος των επισφαλειών, τόσο πιο έντονη η πίεση προς τα πάνω στις τιμές, ειδικά σε μια περίοδο όπου το ενεργειακό κόστος είναι ήδη μια από τις βασικές έγνοιες της καθημερινότητας.
Καθολική Υπηρεσία: προστασία από τη διακοπή, αλλά με αυξημένο ρίσκο
Ένα ακόμη σημαντικό κομμάτι των ληξιπρόθεσμων οφειλών συνδέεται με την Καθολική Υπηρεσία, η οποία έχει σχεδιαστεί ώστε να μην μένουν χωρίς ρεύμα καταναλωτές που δεν διαθέτουν ενεργή σύμβαση προμήθειας. Ωστόσο, όπως καταγράφεται, ο συγκεκριμένος μηχανισμός συνοδεύεται από αυξημένο πιστωτικό κίνδυνο.
Οι οφειλές που προέρχονται από την Καθολική Υπηρεσία φτάνουν τα 421,52 εκατ. ευρώ, δηλαδή περίπου το 14,2% των συνολικών ληξιπρόθεσμων. Από αυτά:
– 108,64 εκατ. ευρώ αφορούν οφειλές πελατών που παραμένουν στον ίδιο πάροχο.
– 312,89 εκατ. ευρώ είναι παλαιές οφειλές καταναλωτών που άλλαξαν πάροχο.
Η διάκριση αυτή είναι αποκαλυπτική: ένα πολύ μεγάλο κομμάτι συνδέεται ξανά με τη μετακίνηση καταναλωτών, δηλαδή με τη δυσκολία να ελεγχθεί αποτελεσματικά το ρίσκο όταν κάποιος αποχωρεί αφήνοντας χρέη.
Τι σημαίνει αυτό για την αγορά και για τους λογαριασμούς ρεύματος
Το φαινόμενο των «ενεργειακών τουριστών» δεν είναι απλώς μια στρέβλωση. Είναι ένας μηχανισμός που απειλεί την ισορροπία της λιανικής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας και «τιμωρεί» όσους είναι συνεπείς. Όσο οι οφειλές παραμένουν υψηλές και η είσπραξή τους δυσχεραίνεται, τόσο οι προμηθευτές θα ενσωματώνουν μεγαλύτερο κόστος στα τιμολόγια για να προστατεύσουν τη βιωσιμότητά τους.
Στο τέλος της ημέρας, ο συνεπής καταναλωτής βλέπει τον λογαριασμό ρεύματος να επιβαρύνεται όχι επειδή κατανάλωσε περισσότερο, αλλά επειδή ένα μέρος της αγοράς λειτουργεί χωρίς επαρκείς δικλίδες. Και όσο αυτό το μοντέλο συνεχίζεται, οι λογαριασμοί ρεύματος θα παραμένουν πεδίο όπου οι συνεπείς πληρώνουν, έστω και έμμεσα, τα «σπασμένα» όσων επιλέγουν να είναι «ενεργειακοί τουρίστες».





















