Έντονη αναστάτωση στις διεθνείς αγορές προκαλούν οι φόβοι για πληθωριστικό σοκ, καθώς η κλιμάκωση της έντασης στον Περσικό Κόλπο ανεβάζει απότομα το κόστος της ενέργειας, πιέζει τα ομόλογα και οδηγεί τις ασιατικές μετοχές σε sell off. Σε ένα σκηνικό όπου η γεωπολιτική αβεβαιότητα συναντά ήδη ευαίσθητες ισορροπίες στην παγκόσμια οικονομία, οι επενδυτές επανατιμολογούν το ρίσκο: το πετρέλαιο εκτοξεύεται πάνω από τα 100 δολάρια, οι αποδόσεις των κρατικών τίτλων ανεβαίνουν και οι προσδοκίες για πιο «σκληρές» κεντρικές τράπεζες κερδίζουν έδαφος.
Η τιμή του Brent διατηρείται σταθερά πάνω από το ψυχολογικό όριο των 100 δολαρίων το βαρέλι, αφού σημείωσε άνοδο περίπου 7% μέσα στη νύχτα και άγγιξε υψηλό δύο μηνών κοντά στα 102 δολάρια. Η κίνηση αυτή αποδίδεται στις επιθέσεις των Χούθι σε σαουδαραβικά δεξαμενόπλοια στην Ερυθρά Θάλασσα, μια κρίσιμη αρτηρία για τον παγκόσμιο εφοδιασμό, ειδικά μετά το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ. Το μήνυμα των αγορών είναι σαφές: όταν απειλούνται οι πιο πολυσύχναστοι θαλάσσιοι διάδρομοι, οι τιμές της ενέργειας μπορεί να μετατραπούν σε καταλύτη για ευρύτερες πληθωριστικές πιέσεις.
Φόβοι για πληθωριστικό σοκ: πετρέλαιο πάνω από 100 δολάρια και νέα ανησυχία για την οικονομία
Η αναζωπύρωση της σύγκρουσης εντείνει τους φόβους για πληθωριστικό σοκ, καθώς το πετρέλαιο λειτουργεί σαν «φορολογία» σε ολόκληρη την οικονομία: αυξάνει το κόστος μεταφορών, επιβαρύνει την παραγωγή, πιέζει τα περιθώρια κέρδους και, τελικά, περνά στις τελικές τιμές για νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Σύμφωνα με εκτιμήσεις της αγοράς, το Brent έχει αυξηθεί σχεδόν 40% μόνο μέσα στον μήνα, γεγονός που αλλάζει τις ισορροπίες σε μια περίοδο όπου πολλοί είχαν αρχίσει να βλέπουν αποκλιμάκωση του πληθωρισμού.
Όπως σημείωσε ο Nigel Green, Διευθύνων Σύμβουλος της deVere Group, «δύο από τους πιο πολυσύχναστους ναυτιλιακούς διαδρόμους στον κόσμο απειλούνται και οι αγορές μόλις τώρα αρχίζουν να καταλαβαίνουν τι σημαίνει αυτό». Η ουσία της προειδοποίησής του είναι ότι η πρόσφατη πτώση των τιμών που είχε δώσει στη Fed περιθώριο για πιο ήπια στάση μπορεί να αντιστρέφεται. Με άλλα λόγια, αυτό που αρχικά θα μπορούσε να μοιάζει με μια πρόσκαιρη ενεργειακή αναταραχή, αρχίζει να αντιμετωπίζεται ως πιθανή επαναφορά του «ζητήματος του πληθωρισμού» στο προσκήνιο.
Ομόλογα υπό πίεση: άνοδος αποδόσεων και αυστηρότερες προσδοκίες για τις κεντρικές τράπεζες
Οι φόβοι για πληθωριστικό σοκ αποτυπώνονται άμεσα στην αγορά ομολόγων. Οι επενδυτές ζητούν υψηλότερες αποδόσεις για να αντισταθμίσουν τον κίνδυνο επίμονου πληθωρισμού και πιθανών αυξήσεων επιτοκίων. Οι αποδόσεις των 30ετών ομολόγων του αμερικανικού Δημοσίου πλησιάζουν επίπεδα που είχαν να εμφανιστούν από το 2007, ενώ το κόστος δανεισμού στην Ευρώπη ανεβαίνει στα υψηλότερα επίπεδα που έχουν παρατηρηθεί από το 2011. Πρόκειται για εξέλιξη με πολλαπλές επιπτώσεις: ακριβότερη χρηματοδότηση για κράτη και επιχειρήσεις, μεγαλύτερη πίεση σε κλάδους με υψηλή μόχλευση και αυξημένη μεταβλητότητα στις αγορές μετοχών.
Στις ΗΠΑ, η απόδοση του 10ετούς ομολόγου αναφοράς διατηρήθηκε κοντά στο 4,70%, αφού άγγιξε ενδοσυνεδριακά υψηλό 18 μηνών. Παράλληλα, οι αποδόσεις των 30ετών τίτλων κινήθηκαν γύρω στο 5,17%, λίγο κάτω από υψηλό 19 ετών. Όταν οι αποδόσεις «σκαρφαλώνουν», οι αποτιμήσεις σε μετοχές –ιδίως σε εταιρείες ανάπτυξης– συνήθως δοκιμάζονται, καθώς αυξάνεται το προεξοφλητικό επιτόκιο και μειώνεται η ελκυστικότητα του ρίσκου.
Στο ίδιο πλαίσιο, η είδηση ότι η κυβέρνηση των ΗΠΑ σχεδιάζει υψηλότερους δασμούς σε αγαθά από περίπου 60 εμπορικούς εταίρους προσθέτει ακόμη ένα στρώμα ανησυχίας. Οι δασμοί μπορούν να μεταφραστούν σε υψηλότερες τιμές εισαγόμενων προϊόντων και, άρα, σε πρόσθετη πληθωριστική πίεση — ιδιαίτερα όταν η ενέργεια ήδη «τρέχει» ανοδικά.
Η αγορά πλέον ποντάρει ότι οι κεντρικές τράπεζες ενδέχεται να χρειαστεί να γίνουν πιο επιθετικές. Η πιθανότητα αύξησης επιτοκίων από τη Federal Reserve την επόμενη εβδομάδα αποτιμάται περίπου στο 1/3, ενώ μια κίνηση τον Σεπτέμβριο θεωρείται κάτι παραπάνω από πιθανή. Από την άλλη, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα διατήρησε τα επιτόκια αμετάβλητα, όμως η αγορά εξακολουθεί να βλέπει αυξημένες πιθανότητες για άνοδο τον Σεπτέμβριο, κοντά στο 70%. Όσο ενισχύονται οι φόβοι για πληθωριστικό σοκ, τόσο πιο δύσκολο γίνεται για τις κεντρικές τράπεζες να «χαλαρώσουν» χωρίς να ρισκάρουν αναζωπύρωση των τιμών.
Sell off στην Ασία: μετοχές σε υποχώρηση, νομίσματα στο μικροσκόπιο
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, οι ασιατικές αγορές κινούνται καθοδικά, καθώς οι επενδυτές μειώνουν την έκθεσή τους στο ρίσκο. Ο δείκτης MSCI Ασίας εκτός Ιαπωνίας υποχώρησε περίπου 1%, ενώ ο Nikkei της Ιαπωνίας κατέγραψε απώλειες κοντά στο 2,9%. Στη Νότια Κορέα, ο KOSPI άνοιξε με πτώση 3,7% και στη συνέχεια οι απώλειες διευρύνθηκαν έως και 5,5%, δείχνοντας πόσο γρήγορα μπορεί να αλλάξει το κλίμα όταν οι αγορές «μυρίζονται» νέες πληθωριστικές εστίες.
Οι υψηλότερες αποδόσεις των αμερικανικών ομολόγων στήριξαν το δολάριο, καθώς οι επενδυτές αναζητούν καλύτερες αποδόσεις και σχετική ασφάλεια. Την ίδια στιγμή, το ιαπωνικό γεν παρέμεινε κοντά στα χαμηλότερα επίπεδα των τελευταίων δεκαετιών έναντι του δολαρίου, εξέλιξη που κρατά στο επίκεντρο τόσο τις ιαπωνικές αρχές όσο και τους traders που παρακολουθούν στενά το ενδεχόμενο παρεμβάσεων ή αλλαγών στη νομισματική πολιτική.
Τι σημαίνουν όλα αυτά για τις επόμενες εβδομάδες
Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι οι φόβοι για πληθωριστικό σοκ δεν περιορίζονται πλέον σε θεωρητικό επίπεδο. Με το πετρέλαιο σε τροχιά έντονης ανόδου, τους ναυτιλιακούς διαδρόμους υπό απειλή και τις αποδόσεις των ομολόγων να ανεβαίνουν, το κόστος χρήματος και το κόστος ενέργειας σφίγγουν ταυτόχρονα. Αυτός ο συνδυασμός είναι που κάνει τις αγορές πιο νευρικές: αυξάνει τις πιθανότητες επιθετικότερης στάσης από τις κεντρικές τράπεζες, επιβαρύνει τις προοπτικές ανάπτυξης και ενισχύει τη μεταβλητότητα σε μετοχές, ομόλογα και νομίσματα.
Εάν η ένταση στον Περσικό Κόλπο παραμείνει υψηλή και οι τιμές της ενέργειας συνεχίσουν να ανεβαίνουν, οι φόβοι για πληθωριστικό σοκ είναι πιθανό να συνεχίσουν να καθοδηγούν την επενδυτική συμπεριφορά. Σε μια περίοδο όπου η αγορά αναζητούσε σημάδια σταθεροποίησης, η επιστροφή του πληθωριστικού κινδύνου επαναφέρει το πιο δύσκολο ερώτημα: πόσο γρήγορα μπορούν οι οικονομίες να αντέξουν ακριβότερη ενέργεια και υψηλότερα επιτόκια χωρίς να πληγεί η ανάπτυξη.
