Η κυβέρνηση Τραμπ επανέρχεται δυναμικά στο προσκήνιο του παγκόσμιου εμπορίου, επιβάλλοντας νέους δασμούς 10% και 12,5% σε εισαγόμενα αγαθά από 60 εμπορικούς εταίρους. Στο επίκεντρο της αιτιολόγησης βρίσκεται η καταναγκαστική εργασία: ο Λευκός Οίκος υποστηρίζει ότι σε πολλές χώρες εφαρμόζονται «χαλαρά» οι απαγορεύσεις και οι έλεγχοι, με αποτέλεσμα προϊόντα που έχουν παραχθεί υπό αμφισβητούμενες εργασιακές συνθήκες να καταλήγουν στην αμερικανική αγορά.
Η κίνηση αυτή δεν είναι αποκομμένη από το ευρύτερο πολιτικό και νομικό πλαίσιο στις ΗΠΑ. Έρχεται αμέσως μετά τη λήξη του προσωρινού οριζόντιου δασμού 10% που ίσχυσε για 150 ημέρες, και ταυτόχρονα αποτελεί την πιο πρόσφατη προσπάθεια της κυβέρνησης να επαναφέρει την προεκλογική υπόσχεση του Ντόναλντ Τραμπ για έναν σχεδόν παγκόσμιο δασμό. Υπενθυμίζεται ότι τον Φεβρουάριο το Ανώτατο Δικαστήριο ακύρωσε τους περσινούς «αμοιβαίους» δασμούς (10% έως 50%), περιορίζοντας τον ελιγμό της Ουάσινγκτον και ωθώντας τη σε νέα, πιο στοχευμένη νομικά επιχειρηματολογία.
Οι νέοι δασμοί δημοσιεύθηκαν στην Ομοσπονδιακή Αρχή Μητρώου και, σύμφωνα με τα στοιχεία, καλύπτουν το 99,4% των εισαγωγών των ΗΠΑ. Ωστόσο, το μέτρο δεν είναι καθολικό: προβλέπονται πολλές εξαιρέσεις προϊόντων, όπως πετρέλαιο και φυσικό αέριο, λιπάσματα και ορισμένες κατηγορίες τροφίμων. Παράλληλα, τα εμπορεύματα που βρίσκονταν ήδη υπό διαμετακόμιση εξαιρούνται έως τις 28 Ιουλίου, ώστε να περιοριστεί το άμεσο σοκ σε αλυσίδες εφοδιασμού και συμβόλαια που είχαν κλειστεί πριν την ανακοίνωση.
Ο εμπορικός εκπρόσωπος των ΗΠΑ, Τζέιμισον Γκριρ, παρουσίασε το μέτρο ως πρωτοβουλία με διπλό στόχο: αφενός την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αφετέρου την αποκατάσταση της «δικαιοσύνης» στον ανταγωνισμό. Όπως σημείωσε, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν απαγορεύσει την εισαγωγή προϊόντων καταναγκαστικής εργασίας εδώ και σχεδόν έναν αιώνα, και «είναι καιρός οι εμπορικοί εταίροι να κάνουν το ίδιο». Κατά την Ουάσινγκτον, η καταναγκαστική εργασία δεν αποτελεί μόνο ηθικό πρόβλημα, αλλά και στρέβλωση της αγοράς: συμπιέζει το κόστος παραγωγής, πιέζει τις τιμές προς τα κάτω και δημιουργεί αθέμιτο πλεονέκτημα για όσους δεν τηρούν αυστηρά εργασιακά πρότυπα.
Πώς συνδέονται οι δασμοί Τραμπ με την καταναγκαστική εργασία
Η κεντρική γραμμή επιχειρηματολογίας της αμερικανικής κυβέρνησης είναι ότι οι δασμοί λειτουργούν ως μοχλός πίεσης για καλύτερους ελέγχους, διαφάνεια στις εφοδιαστικές αλυσίδες και πιο αυστηρή εφαρμογή απαγορεύσεων που σχετίζονται με την καταναγκαστική εργασία. Στην πράξη, όμως, μια τέτοια επιλογή έχει και σαφές γεωοικονομικό αποτύπωμα: αναδιατάσσει ροές εμπορίου, ωθεί εταιρείες να επανεξετάσουν προμηθευτές και αυξάνει το κόστος για συγκεκριμένες κατηγορίες εισαγωγών.
Το στοιχείο που προκαλεί τη μεγαλύτερη συζήτηση είναι ότι τα μέτρα δεν περιορίζονται σε χώρες που παραδοσιακά βρίσκονται υπό διεθνή κριτική για εργασιακές παραβιάσεις, αλλά αγγίζουν και ανεπτυγμένες οικονομίες, συμπεριλαμβανομένης της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Έτσι, πέρα από το ανθρωπιστικό επιχείρημα, αρκετοί αναλυτές βλέπουν και έναν πιο «σκληρό» εμπορικό στόχο: την ενίσχυση της διαπραγματευτικής ισχύος των ΗΠΑ και την επαναδιαπραγμάτευση όρων πρόσβασης στην αμερικανική αγορά.
Ποιες χώρες επιβαρύνονται και με τι συντελεστές
Οι ΗΠΑ επέβαλαν δασμό 10% σε προϊόντα από: Αργεντινή, Μπαγκλαντές, Βρετανία, Καμπότζη, Καναδά, Ισημερινό, Ελ Σαλβαδόρ, Γουατεμάλα, Ονδούρα, Ινδία, Ινδονησία, Ιορδανία, Μαλαισία, Μεξικό, Πακιστάν, Σρι Λάνκα, Τρινιδάδ και Τομπάγκο.
Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, την Ταϊβάν, την Ιαπωνία, τη Νότια Κορέα και την Ελβετία, οι νέοι δασμοί—σε συνδυασμό με προϋπάρχοντες δασμολογικούς συντελεστές—ανεβάζουν τη συνολική επιβάρυνση στο 10% ή 12,5%.
Για τις υπόλοιπες 38 χώρες ο συντελεστής ορίστηκε στο 12,5%. Στη λίστα περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, το Βιετνάμ, το οποίο αυτή την εβδομάδα εξέδωσε νέο διάταγμα με λεπτομερέστερους κανόνες απαγόρευσης εισαγωγών προϊόντων που έχουν παραχθεί με καταναγκαστική εργασία, αλλά και η Κίνα. Η τελευταία βρίσκεται εδώ και καιρό στο επίκεντρο αμερικανικών κατηγοριών για υποχρεωτική εργασία μειονοτήτων Ουιγούρων σε στρατόπεδα εργασίας—κατηγορίες που το Πεκίνο απορρίπτει κατηγορηματικά.
Τι απαντά η ΕΕ και πώς αντιδρούν οι υπόλοιποι εταίροι
Η απόφαση προκάλεσε άμεσες αντιδράσεις. Η επικεφαλής εξωτερικής πολιτικής της ΕΕ, Κάγια Κάλας, χαρακτήρισε τους νέους δασμούς «σοκ» και αμφισβήτησε τη λογική της Ουάσινγκτον, υπογραμμίζοντας ότι η ευρωπαϊκή εργατική νομοθεσία είναι ιδιαίτερα αυστηρή και, σε πολλά σημεία, παρέχει ισχυρότερες εγγυήσεις από αντίστοιχες ρυθμίσεις στις ΗΠΑ. Όπως δήλωσε στο Reuters στο περιθώριο των συναντήσεων του ASEAN στη Μανίλα, η σύγκριση δεν «στέκει», επικαλούμενη μεταξύ άλλων τις αμειβόμενες άδειες και τις συνθήκες εργασίας στην ΕΕ.
Ανάλογα επικριτικές ήταν και άλλες χώρες. Η Αυστραλία και η Βραζιλία χαρακτήρισαν τους δασμούς αδικαιολόγητους και δήλωσαν ότι θα επιδιώξουν την άρση τους, ενώ η Νορβηγία ανέφερε ότι δεν υπάρχει «καμία βάση» για την επιβολή τους. Ο Καναδάς, που επλήγη από νέους δασμούς σε αγαθά αξίας 20 δισ. δολαρίων, τόνισε ότι θα συνεχίσει να συνεργάζεται «εποικοδομητικά» με τις ΗΠΑ τόσο για το συγκεκριμένο θέμα όσο και για άλλα ανοιχτά ζητήματα.
Συνολικά, οι δασμοί αυτοί ανοίγουν ένα νέο κεφάλαιο έντασης στις διεθνείς εμπορικές σχέσεις, με την καταναγκαστική εργασία να λειτουργεί ως βασικό επιχείρημα αλλά και ως πεδίο πολιτικής αντιπαράθεσης. Το επόμενο διάστημα θα δείξει αν το μέτρο θα οδηγήσει σε ουσιαστική ενίσχυση των ελέγχων και των προτύπων ή αν θα κλιμακώσει έναν νέο κύκλο εμπορικών τριβών. Σε κάθε περίπτωση, η σύνδεση εμπορίου και καταναγκαστικής εργασίας μπαίνει πιο επιθετικά στο τραπέζι, και η ΕΕ καλείται να απαντήσει όχι μόνο διπλωματικά, αλλά και με αποδείξεις συμμόρφωσης, διαφάνειας και αποτελεσματικής επιτήρησης των εφοδιαστικών αλυσίδων.
