Οι συνεχώς αυξανόμενες ψηφιακές υποχρεώσεις φέρνουν ένα δυσβάσταχτο βάρος σε ολοένα και περισσότερες επιχειρήσεις, πιέζοντας ιδιαίτερα τις μικρομεσαίες. Μέτρα ψηφιακού μετασχηματισμού που επιβάλλονται από τις οικονομικές και φορολογικές αρχές με στόχο τη διαφάνεια στις συναλλαγές —όπως το ψηφιακό δελτίο αποστολής, η ηλεκτρονική τιμολόγηση, οι διασυνδέσεις με την ΑΑΔΕ και η Ψηφιακή Κάρτα Εργασίας— μετατρέπονται στην πράξη σε ένα σταθερό, μόνιμο «κόστος συμμόρφωσης». Για πολλές επιχειρήσεις, αυτό το κόστος ισοδυναμεί με ένα επιπλέον ενοίκιο κάθε μήνα, σε μια περίοδο όπου τα περιθώρια αντοχής είναι ήδη περιορισμένα.
Ο Εμπορικός Σύλλογος Πειραιά (ΕΣΠ) κρούει τον κώδωνα του κινδύνου: σήμερα, τουλάχιστον μία στις δύο μικρομεσαίες επιχειρήσεις βρίσκεται σε λεπτή ισορροπία ανάμεσα στην επιβίωση και τη χρεοκοπία. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, κάθε νέα υποχρέωση που προστίθεται χωρίς επαρκή μέριμνα για το πραγματικό κόστος εφαρμογής της, μπορεί να γίνει η «σταγόνα που ξεχειλίζει το ποτήρι».
Το κόστος συμμόρφωσης γίνεται νέο πάγιο έξοδο
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του ΕΣΠ, το ετήσιο κόστος συμμόρφωσης μπορεί να κυμαίνεται:
– από 2.000 έως 4.500 ευρώ για μια μικρή επιχείρηση,
– από 4.000 έως 12.000 ευρώ για μια επιχείρηση περίπου δέκα εργαζομένων με κύκλο εργασιών άνω του 1 εκατ. ευρώ,
– ενώ στο χονδρικό εμπόριο μπορεί να φτάσει ακόμη και τις 25.000 ευρώ ετησίως.
Δεν πρόκειται για εφάπαξ δαπάνες, αλλά για μόνιμες επιβαρύνσεις: συνδρομές λογισμικών, αμοιβές παρόχων ηλεκτρονικής τιμολόγησης, υπηρεσίες διασύνδεσης, αναβαθμίσεις, τεχνική υποστήριξη, καθώς και χρόνος (ή και πρόσθετο προσωπικό) για να «τρέξουν» όλες οι νέες διαδικασίες.
Ο πρόεδρος του ΕΣΠ, Δώρος Καπράλος, περιγράφει μια πραγματικότητα που πολλοί στην αγορά αναγνωρίζουν άμεσα: μια μικρή επιχείρηση που πληρώνει ενοίκιο 500 ευρώ μπορεί να χρειάζεται σχεδόν άλλο ένα αντίστοιχο ποσό μηνιαίως, μόνο και μόνο για να ανταποκριθεί στις ψηφιακές απαιτήσεις της νομοθεσίας.
Ψηφιακός μετασχηματισμός: αναγκαίος, αλλά όχι εις βάρος της βιωσιμότητας
Οι εκπρόσωποι των εμπόρων ξεκαθαρίζουν ότι δεν αμφισβητούν την ανάγκη ψηφιακού μετασχηματισμού. Αντίθετα, αναγνωρίζουν πως εργαλεία που ενισχύουν τη διαφάνεια, περιορίζουν τη φοροδιαφυγή και εκσυγχρονίζουν τις συναλλαγές μπορούν να λειτουργήσουν προς όφελος της αγοράς και των συνεπών επιχειρήσεων.
Το κρίσιμο ζήτημα, όμως, είναι ο τρόπος εφαρμογής. Όπως επισημαίνει ο κ. Καπράλος, κάθε νέα υποχρέωση συνοδεύεται από επιπλέον κόστος, το οποίο σήμερα καταλήγει να το επωμίζονται σχεδόν αποκλειστικά οι επιχειρήσεις. Κι αυτό δημιουργεί ένα θεσμικό παράδοξο: το κόστος συμμόρφωσης σπάνια αποτυπώνεται στους κρατικούς προϋπολογισμούς ή στις αιτιολογικές εκθέσεις, παρότι στην πραγματική οικονομία εξελίσσεται σε έναν από τους ταχύτερα αυξανόμενους πυλώνες λειτουργικού κόστους.
Με άλλα λόγια, οι επιχειρήσεις καλούνται να χρηματοδοτήσουν στην πράξη την εφαρμογή των νέων κανόνων, χωρίς να υπάρχει πάντα επαρκής αξιολόγηση του συνολικού αποτυπώματος στην καθημερινή λειτουργία τους.
ΟΟΣΑ και Έκθεση Ντράγκι: η Ευρώπη βλέπει το πρόβλημα
Το κόστος συμμόρφωσης δεν είναι αποκλειστικά ελληνικό ζήτημα. Διεθνείς οργανισμοί όπως ο ΟΟΣΑ έχουν αναγνωρίσει ότι οι μικρότερες επιχειρήσεις επιβαρύνονται δυσανάλογα σε σχέση με τις μεγαλύτερες, ακριβώς επειδή δεν διαθέτουν εξειδικευμένες οργανωτικές δομές και εσωτερικά τμήματα για νομική/τεχνική/λογιστική υποστήριξη.
Παράλληλα, η ευρωπαϊκή συζήτηση για την ανταγωνιστικότητα έχει φέρει στο προσκήνιο το διοικητικό βάρος που δημιουργείται όταν κάθε νέα υποχρέωση «χτίζεται» πάνω στις προηγούμενες, χωρίς να αφαιρούνται παλιές γραφειοκρατικές απαιτήσεις. Η Έκθεση Ντράγκι επισημαίνει ότι αυτό το μοντέλο λειτουργεί ανασταλτικά για την ανάπτυξη και την καινοτομία, οδηγώντας σε χαμηλότερη ανταγωνιστικότητα.
Η πρόταση για μείωση των διοικητικών και κανονιστικών βαρών κατά τουλάχιστον 25% συνολικά και κατά 35% για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις δεν στοχεύει στην απορρύθμιση ή στην υποβάθμιση κρίσιμων πλαισίων (όπως το GDPR). Στοχεύει σε απλούστερους, εναρμονισμένους και πιο αποτελεσματικούς κανόνες, ώστε η συμμόρφωση να μην εξελίσσεται σε εμπόδιο.
Ψηφιακό δελτίο αποστολής: αξία ή επιπλέον βάρος;
Ιδιαίτερη αναφορά κάνει ο ΕΣΠ στο ψηφιακό δελτίο αποστολής, εκφράζοντας σοβαρές επιφυλάξεις. Πολλές επιχειρήσεις έχουν ήδη επενδύσει σημαντικά ποσά για διασύνδεση ταμειακών συστημάτων με την ΑΑΔΕ και τα POS, ενώ η ηλεκτρονική διαβίβαση παραστατικών είναι πλέον καθημερινότητα.
Υπό αυτές τις συνθήκες, ο Σύλλογος υποστηρίζει ότι κάθε νέα ψηφιακή υποχρέωση πρέπει να περνά από αυστηρή αξιολόγηση: ποια είναι η πραγματική προστιθέμενη αξία της και δικαιολογεί το κόστος συμμόρφωσης που προκαλεί; Αν η απάντηση δεν είναι ξεκάθαρη, τότε ο κίνδυνος είναι να επιβληθεί ένα ακόμη ακριβό «στρώμα» διαδικασιών, χωρίς ουσιαστικό όφελος αναλογικό της επιβάρυνσης.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και ο προβληματισμός για την Ψηφιακή Κάρτα Εργασίας, ειδικά ως προς το πώς μετακυλίεται το κόστος σε παρόχους και τεχνικές λύσεις. Η θέση του ΕΣΠ είναι σαφής: όταν η Πολιτεία καθιστά υποχρεωτική τη χρήση νέων εργαλείων, πρέπει να εξασφαλίζει δωρεάν ή οικονομικά προσιτές εφαρμογές, ιδίως για τις πολύ μικρές επιχειρήσεις.
Περιορισμένος ανταγωνισμός στους παρόχους και μεγάλες αποκλίσεις τιμών
Ένα ακόμη κομβικό σημείο που αναδεικνύει ο ΕΣΠ, μέσα από τις τοποθετήσεις της διοίκησής του (μεταξύ άλλων του ταμία Νίκου Ορφανού και της Α’ αντιπροέδρου Μαρίας Πιττάκη), είναι η ανάγκη για μεγαλύτερη διαφάνεια στην αγορά των παρόχων ψηφιακών υπηρεσιών.
Σύμφωνα με τον κ. Καπράλο, λίγες εταιρείες φαίνεται να κυριαρχούν, περιορίζοντας τον ανταγωνισμό. Το αποτέλεσμα είναι μεγάλες αποκλίσεις τιμών για αντίστοιχες υπηρεσίες — αναφέρονται περιπτώσεις διαφορών έως και 40% — καθώς και αιφνίδιες αυξήσεις κόστους. Ενδεικτικά, αναφέρθηκε παράδειγμα όπου το κόστος διαχείρισης 6.000 τιμολογίων αυξήθηκε μέσα σε έναν μήνα από 400 σε 560 ευρώ.
Για μια μεγάλη εταιρεία, τέτοιες μεταβολές ίσως απορροφώνται ευκολότερα. Για μια μικρή ή μεσαία επιχείρηση, όμως, τέτοιες αυξήσεις προστίθενται στο ήδη υψηλό κόστος συμμόρφωσης και συμπιέζουν περαιτέρω τη ρευστότητα.
Συμπέρασμα: Η μείωση του κόστους συμμόρφωσης είναι ζήτημα ανταγωνιστικότητας
Το μήνυμα του Εμπορικού Συλλόγου Πειραιά δεν είναι «όχι» στον ψηφιακό μετασχηματισμό. Είναι «ναι, αλλά» με όρους βιωσιμότητας. Η αγορά χρειάζεται διαφάνεια, σύγχρονα εργαλεία και αποτελεσματικούς ελέγχους, όμως χρειάζεται ταυτόχρονα κανόνες απλούστερους, καλύτερα σχεδιασμένους και οικονομικά εφαρμόσιμους.
Αν το κόστος συμμόρφωσης συνεχίσει να αυξάνεται με αυτόν τον ρυθμό, χωρίς αντισταθμιστικά μέτρα, χωρίς πραγματική αξιολόγηση προστιθέμενης αξίας και χωρίς υγιή ανταγωνισμό στις ψηφιακές υπηρεσίες, τότε η «βροχή» υποχρεώσεων δεν θα οδηγήσει σε εκσυγχρονισμό, αλλά σε εξάντληση των επιχειρήσεων. Και στο τέλος, η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας θα κριθεί όχι μόνο από το πόσο γρήγορα ψηφιοποιείται, αλλά και από το αν μπορεί να το κάνει χωρίς να πνίγεται από το ίδιο της το κόστος συμμόρφωσης.
