Το ελληνικό παράδειγμα οικονομικής ανάκαμψης μετά τη βαθιά κρίση χρέους του 2015 βρίσκεται ξανά στο επίκεντρο διεθνούς συζήτησης, αυτή τη φορά ως πιθανός οδηγός για τη Βρετανία. Σύμφωνα με ανάλυση του Bloomberg, η πορεία που ακολούθησε η Ελλάδα —από την απώλεια εμπιστοσύνης των αγορών στη σταθεροποίηση, τη δημοσιονομική εξυγίανση και την επιστροφή στην επενδυτική βαθμίδα— μπορεί να προσφέρει χρήσιμα μαθήματα στο Λονδίνο, καθώς ο Άντι Μπέρναμ ετοιμάζεται να αναλάβει την πρωθυπουργία στις 20 Ιουλίου 2026, σε ένα περιβάλλον υψηλού χρέους και περιορισμένων δημοσιονομικών περιθωρίων.
Ο Μπέρναμ έχει υποσχεθεί μια ριζική αναμόρφωση του βρετανικού κράτους, με περισσότερο δημόσιο έλεγχο σε νευραλγικούς τομείς όπως η ενέργεια, το νερό, οι μεταφορές και η εκπαίδευση, καθώς και ένα κύμα επενδύσεων σε κοινωνική κατοικία και στρατηγικές υποδομές. Το σύνθημά του είναι σαφές και πολιτικά φορτισμένο: «Ανάπτυξη σε κάθε ταχυδρομικό κώδικα, ελπίδα σε κάθε καρδιά». Όμως το κρίσιμο ερώτημα παραμένει: πώς χρηματοδοτείται αυτό το σχέδιο χωρίς να προκληθεί νέα αναταραχή στις αγορές ομολόγων;
Η ανάλυση επισημαίνει ότι η Βρετανία κουβαλά ήδη το βάρος ενός οικονομικού μοντέλου που, επί χρόνια, βασίστηκε στις ιδιωτικοποιήσεις, στη χαμηλή φορολογία και στη χαλαρή ρύθμιση. Το αποτέλεσμα ήταν χρόνια υποεπένδυση, υποδομές που γερνούν, πιεσμένες δημόσιες υπηρεσίες, χαμηλή παραγωγικότητα και στασιμότητα στο βιοτικό επίπεδο, ενώ τα δημοσιονομικά και εξωτερικά ελλείμματα παρέμειναν επίμονα. Η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση, το Brexit και οι διαδοχικές αναταράξεις επιδείνωσαν το τοπίο, αυξάνοντας παράλληλα το δημόσιο χρέος.
Ταυτόχρονα, η πολιτική μνήμη του «σοκ» από το φιάσκο της σύντομης πρωθυπουργίας της Λιζ Τρας λειτουργεί σαν προειδοποίηση: ο αυξημένος δανεισμός μπορεί να είναι οικονομικά και πολιτικά εκρηκτικός. Ο ίδιος ο Μπέρναμ, δεσμευμένος στους ισχύοντες δημοσιονομικούς κανόνες, θα αναλάβει με περιορισμένα περιθώρια κινήσεων και με ένα δημοσιονομικό κενό που υπολογίζεται σε 5 δισ. λίρες. Σε αυτό το πλαίσιο, η Ελλάδα προβάλλει ως ένα παράδειγμα διαφορετικής προσέγγισης: όχι «μαγικά» πρωτογενή πλεονάσματα ή ανεξέλεγκτο νέο χρέος, αλλά ενεργοποίηση του υπάρχοντος δημόσιου πλούτου.
Η Ελλάδα ως παράδειγμα οικονομικής ανάκαμψης
Από το χείλος της χρεοκοπίας το 2015, η Ελλάδα πέτυχε μια εντυπωσιακή ανατροπή. Το δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ μειώθηκε από επίπεδα κοντά στο 200% στο αναμενόμενο 137% φέτος, χαμηλότερα ακόμη και από της Ιταλίας. Τα ελληνικά ομόλογα έχουν επιστρέψει στην επενδυτική βαθμίδα από όλους τους μεγάλους οίκους αξιολόγησης, ενώ οι αποδόσεις των 10ετών τίτλων κινούνται περίπου στο 3,6% — πάνω από μία ποσοστιαία μονάδα χαμηλότερα από το αντίστοιχο κόστος δανεισμού του βρετανικού Δημοσίου.
Η διαδρομή αυτή δεν ήταν αποτέλεσμα ενός μόνο παράγοντα. Ωστόσο, το Bloomberg ξεχωρίζει έναν θεσμό που, παρά την αρχική καχυποψία, αποδείχθηκε κομβικός: το Υπερταμείο, το οποίο δημιουργήθηκε στο πλαίσιο του προγράμματος διάσωσης του 2015 υπό την πίεση της «τρόικας» (Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ΕΚΤ, ΔΝΤ). Αρχικά, πολλοί το αντιμετώπισαν ως μια έμμεση εκχώρηση εθνικής περιουσίας. Στην πράξη, όμως, λειτούργησε ως μηχανισμός συγκέντρωσης, επαγγελματικής διαχείρισης και αξιοποίησης δημόσιων περιουσιακών στοιχείων με σκοπό τη δημιουργία αξίας.
Από το Υπερταμείο στο Ελληνικό Ταμείο Ανάπτυξης
Παρά τις αντιδράσεις των πρώτων ετών, το Υπερταμείο έχει αποφέρει περισσότερα από 20 δισ. ευρώ στο ελληνικό κράτος από την ίδρυσή του, εκ των οποίων περίπου 15 δισ. ευρώ κατευθύνθηκαν στη μείωση του χρέους. Σύμφωνα με όσα επικαλείται η ανάλυση, συνέβαλε στη μείωση της πίεσης στον προϋπολογισμό, μετατρέποντας ζημιογόνα ή αναποτελεσματικά διαχειριζόμενα περιουσιακά στοιχεία σε πιο παραγωγικές δομές: αξιοποίησε συμμετοχές σε τράπεζες που είχαν κρατικοποιηθεί, προχώρησε σε πωλήσεις ή συνεργασίες σε λιμάνια και αεροδρόμια και αναβάθμισε τη διαχείριση ακινήτων, σιδηροδρόμων και άλλων κρίσιμων assets.
Ενδεικτικό της αλλαγής εικόνας είναι ότι το 2025 η Ελλάδα προχώρησε σε πρόωρη αποπληρωμή 1,1 δισ. ευρώ προς τη Γαλλία, κίνηση που όχι μόνο μείωσε βάρη, αλλά λειτούργησε και συμβολικά ως επιβεβαίωση αξιοπιστίας.
Το ενδιαφέρον, όμως, δεν σταματά στην απομείωση του χρέους. Το Υπερταμείο μετασχηματίζεται πλέον σε Ελληνικό Ταμείο Ανάπτυξης (Hellenic Growth Fund), με πιο καθαρά επενδυτικό ρόλο. Με τη συναίνεση των πιστωτών, μέρος των κερδών του —που προβλέπεται να φτάσουν το 1 δισ. ευρώ φέτος— θα επανεπενδύεται σε στρατηγικά έργα που ενισχύουν τη μελλοντική ανάπτυξη. Ήδη έχουν ενεργοποιηθεί εργαλεία όπως ταμείο υποδομών και καινοτομίας για συνέργειες με τον ιδιωτικό τομέα σε ενέργεια, μεταφορές και ψηφιακές υποδομές, καθώς και έργα όπως το Pharos AI Factory, μία από τις επτά αντίστοιχες εγκαταστάσεις που αναπτύσσονται στην ΕΕ.
Τι μπορεί να αποκομίσει η Βρετανία από την ελληνική εμπειρία
Το ελληνικό μοντέλο εντάσσεται σε μια ευρύτερη διεθνή τάση: κυβερνήσεις που αντιμετωπίζουν πλέον τους ισολογισμούς τους ως στρατηγικό εργαλείο. Από τις συζητήσεις για κρατικά επενδυτικά ταμεία στον Καναδά μέχρι τις πρωτοβουλίες στο Ηνωμένο Βασίλειο (National Wealth Fund, Great British Energy), η ιδέα είναι κοινή: οι δημόσιοι πόροι δεν είναι μόνο δαπάνες, αλλά και περιουσία που μπορεί να αποδώσει, αν καταγραφεί σωστά και διοικηθεί με εμπορική πειθαρχία.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται το σημείο που κάνει την Ελλάδα ιδιαίτερα «διδακτική» για τη Βρετανία: πέτυχε να κινητοποιήσει αξία χωρίς να διαθέτει πετρελαϊκά πλεονάσματα και χωρίς να βασιστεί σε ανεξέλεγκτο νέο δανεισμό. Ξεκίνησε από αυτό που ήδη είχε — ακίνητα, υποδομές, συμμετοχές σε επιχειρήσεις — και προσπάθησε να τα μετατρέψει σε πηγή εσόδων, επενδύσεων και αξιοπιστίας.
Η Βρετανία, παρά το ότι πολλές μεγάλες δημόσιες υπηρεσίες της βρίσκονται σε ιδιωτικά χέρια, εξακολουθεί να διαθέτει τεράστια δημόσια περιουσιακά στοιχεία που παραμένουν ελλιπώς καταγεγραμμένα ή ανεπαρκώς αξιοποιημένα: ακίνητα του NHS, δίκτυα μεταφορών, γη, κτίρια και άλλες υποδομές. Η ελληνική εμπειρία δείχνει ότι ένα πλαίσιο επαγγελματικής διαχείρισης μπορεί να δημιουργήσει νέο πλούτο, χωρίς να ενεργοποιεί τους γνωστούς φόβους των αγορών ομολόγων, εφόσον συνοδεύεται από διαφάνεια, καθαρή στρατηγική και μετρήσιμους στόχους.
Βέβαια, υπάρχει και η «σκληρή αλήθεια» που το Bloomberg δεν παραβλέπει: η Ελλάδα έφτασε σε αυτό το σημείο υπό ακραία εξωτερική πίεση, αφού είχε χάσει την πρόσβαση στις αγορές. Χωρίς την κρίση, ίσως να μην είχε υπάρξει ποτέ η πολιτική βούληση να ξεπεραστούν παγιωμένα συμφέροντα και γραφειοκρατικές αγκυλώσεις. Ακόμη και σήμερα, ο εκσυγχρονισμός του ελληνικού κράτους δεν έχει ολοκληρωθεί: το πλήρες κτηματολόγιο παραμένει ζητούμενο και αρκετά αξιοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία βρίσκονται εκτός του ταμείου.
Παρά τις αδυναμίες, όμως, το κεντρικό συμπέρασμα παραμένει ισχυρό: η Ελλάδα απέδειξε ότι μπορεί να υπάρξει οικονομική ανάκαμψη όταν ο δημόσιος πλούτος αντιμετωπίζεται ως εργαλείο στρατηγικής και όχι ως αδρανές βάρος. Και αυτό είναι το μεγάλο στοίχημα για τον Μπέρναμ: αν η Βρετανία μπορεί να αντλήσει τα σωστά διδάγματα από την ελληνική οικονομική ανάκαμψη, κινητοποιώντας τον δικό της δημόσιο ισολογισμό με τρόπο που χτίζει ανάπτυξη και, ταυτόχρονα, καθησυχάζει τις αγορές.
