Σημαντική πτώση καταγράφουν οι εκπομπές CO2 της ελληνικής ηλεκτροπαραγωγής τα τελευταία χρόνια, με την τάση να συνεχίζεται και φέτος. Από περίπου 45 εκατ. τόνους το 2013, οι εκπομπές υποχώρησαν πέρυσι στους 16 εκατ. τόνους και το 2026 κινούνται ακόμη χαμηλότερα, επιβεβαιώνοντας ότι η απολιγνιτοποίηση και η ενίσχυση των ΑΠΕ αλλάζουν ουσιαστικά το αποτύπωμα του κλάδου. Η εξέλιξη αυτή δεν αποτελεί απλώς έναν θετικό δείκτη για το κλίμα· συνδέεται άμεσα με τον τρόπο που λειτουργεί πλέον το εγχώριο ενεργειακό μείγμα, με τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας να κερδίζουν μερίδιο και τις λιγνιτικές μονάδες να αποσύρονται σταδιακά.
Η εικόνα που σχηματίζεται μέσα στο 2026 είναι ενδεικτική της νέας πραγματικότητας. Σύμφωνα με στοιχεία που παρουσίασε το Green Tank για το πρώτο πεντάμηνο του έτους, οι συμβατικές μονάδες ηλεκτροπαραγωγής έχουν ήδη εκπέμψει 5,93 εκατ. τόνους CO2. Με απλά λόγια, σε μόλις πέντε μήνες έχει καταναλωθεί περίπου το 66% του “ανθρακικού προϋπολογισμού” που προβλέπει το Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα (ΕΣΕΚ) για όλο το έτος. Αυτό σημαίνει ότι απομένει περιθώριο περίπου 3 εκατ. τόνων για το υπόλοιπο του 2026, ώστε να επιτευχθεί το σχετικό —και μη δεσμευτικό— ορόσημο.
Παρότι το πλαίσιο του ΕΣΕΚ λειτουργεί ως πυξίδα, η πραγματικότητα της αγοράς και οι ανάγκες του συστήματος δείχνουν ότι η Ελλάδα πιθανότατα θα βρεθεί πάνω από το όριο των 9 εκατ. τόνων για το σύνολο της χρονιάς, αν και όχι υπερβολικά. Η κατεύθυνση, ωστόσο, παραμένει σαφής: οι εκπομπές CO2 της ελληνικής ηλεκτροπαραγωγής περιορίζονται σταθερά, με τις αποφάσεις για την απόσυρση των λιγνιτικών μονάδων να παίζουν καθοριστικό ρόλο.
Εκπομπές CO2 της ελληνικής ηλεκτροπαραγωγής και ο ρόλος της απολιγνιτοποίησης
Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα της επίδρασης που έχει η απολιγνιτοποίηση στις συνολικές εκπομπές ήρθε τον Μάιο, όταν σταμάτησε οριστικά η λειτουργία του μεγάλου λιγνιτικού σταθμού του Αγίου Δημητρίου. Ο σταθμός αυτός θεωρούνταν ο μεγαλύτερος ρυπαντής στο εγχώριο σύστημα ηλεκτροπαραγωγής και η απόσυρσή του αλλάζει άμεσα τη συνολική εικόνα.
Για να γίνει αντιληπτό το μέγεθος, ο ΑΗΣ Αγ. Δημητρίου παρήγαγε 1,76 εκατ. τόνους CO2 μόνο στο πρώτο πεντάμηνο του 2026. Ο αμέσως επόμενος σταθμός σε εκπομπές βρέθηκε πολύ χαμηλότερα, με 563.000 τόνους. Η διαφορά αυτή δείχνει πόσο δυσανάλογη μπορεί να είναι η συμβολή ενός μεγάλου λιγνιτικού κόμβου στο συνολικό αποτύπωμα της χώρας. Κατ’ επέκταση, η απόσυρση του ΑΗΣ Αγ. Δημητρίου αναμένεται να “κόψει” μερικά εκατομμύρια τόνους CO2 σε ετήσια βάση, ενισχύοντας την πιθανότητα να πλησιάσει περισσότερο η χώρα στους στόχους του ΕΣΕΚ.
Το αποτέλεσμα δεν προκύπτει μόνο από το κλείσιμο μονάδων. Εξίσου σημαντική είναι η συνεχώς αυξημένη παραγωγή των ΑΠΕ, που αντικαθιστά ώρες λειτουργίας συμβατικών σταθμών. Όσο περισσότερη πράσινη παραγωγή μπαίνει στο σύστημα, τόσο λιγότερο χρειάζεται να καλυφθεί η ζήτηση από καύσιμα υψηλών εκπομπών.
Τι προβλέπει το ΕΣΕΚ και πόσο ρεαλιστικός είναι ο στόχος για το 2030
Πέρα από το 2026, το βλέμμα στρέφεται αναπόφευκτα στο 2030. Εκεί, οι εκπομπές CO2 της ελληνικής ηλεκτροπαραγωγής “υποτίθεται” ότι πρέπει να υποχωρήσουν ακόμη περισσότερο, φτάνοντας περίπου στους 4 εκατ. τόνους. Πρόκειται για έναν ιδιαίτερα απαιτητικό στόχο, καθώς η μετάβαση δεν ολοκληρώνεται με την απολιγνιτοποίηση και μόνο.
Ακόμη κι αν προχωρήσει η μετατροπή της τελευταίας λιγνιτικής μονάδας, της Πτολεμαΐδας 5, σε φυσικό αέριο, το κέρδος σε εκπομπές δεν αρκεί από μόνο του για να καλύψει το σύνολο της απόστασης μέχρι τα 4 εκατ. τόνους. Το φυσικό αέριο εκπέμπει σαφώς λιγότερο CO2 από τον λιγνίτη, αλλά παραμένει ορυκτό καύσιμο, με τον στόλο των σταθμών να συνεχίζει να υπάρχει και να λειτουργεί.
Η αγορά, άλλωστε, βλέπει τις μονάδες φυσικού αερίου ως βασικό “στήριγμα” του συστήματος για τα επόμενα χρόνια. Όσο αυξάνονται οι ΑΠΕ και, κυρίως, όσο μπαίνουν περισσότερα έργα αποθήκευσης, οι ώρες λειτουργίας του αερίου αναμένεται να μειώνονται. Όμως αυτό έχει όρια, ειδικά σε περιόδους χαμηλής παραγωγής από ΑΠΕ ή αυξημένης ζήτησης. Γι’ αυτό και παράγοντες της αγοράς εκτιμούν ότι οι μονάδες αερίου θα διατηρήσουν σημαντικό μερίδιο στην ηλεκτροπαραγωγή τουλάχιστον μέχρι τα τέλη της δεκαετίας.
