Connect with us

Hi, what are you looking for?

ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Ναυτιλία, ναυπηγεία, λιμάνια, ενέργεια και ο ρόλος της Ελλάδας στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ – Τα συμπεράσματα του Athens Defence Conference

Η καθοριστική σημασία της ναυτιλίας, των ναυπηγείων, των λιμανιών και της ενέργειας που διακινείται μέσω θαλάσσης για τις γεωπολιτικές και οικονομικές ισορροπίες των επόμενων δεκαετιών αναδείχθηκε στο Athens Defence Conference, που διοργάνωσαν το Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών και το Ελληνικό Ίδρυμα Ευρωπαϊκής και Εξωτερικής Πολιτικής (ΕΛΙΑΜΕΠ).

Οι συμμετέχοντες υπογράμμισαν ότι οι θαλάσσιες μεταφορές, τα λιμάνια, η ναυπηγική βιομηχανία και η ενεργειακή ασφάλεια θα αποτελέσουν βασικούς πυλώνες των διεθνών ισορροπιών και των στρατηγικών επιλογών των κρατών την επόμενη 25ετία. Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στον ρόλο της Ελλάδας, που αναδεικνύεται σε κρίσιμο γεωστρατηγικό κόμβο για το ΝΑΤΟ, την Ευρωπαϊκή Ένωση και την ασφάλεια της Ανατολικής Μεσογείου, καθώς οι διεθνείς ανακατατάξεις και οι νέες προκλήσεις ασφαλείας επαναπροσδιορίζουν τη σημασία των λιμανιών, των υποδομών και της αμυντικής βιομηχανίας της χώρας.

Η στρατιωτική κινητικότητα αναβαθμίζει τον ρόλο των ελληνικών λιμανιών

Ανοίγοντας τη συζήτηση, η κ. Αγάτσα υπογράμμισε ότι «διανύουμε μια εποχή έντονων γεωπολιτικών ανακατατάξεων και κρίσεων, καθώς η Ανατολική Μεσόγειος αποτελεί το επίκεντρο του παγκόσμιου ενδιαφέροντος». Όπως τόνισε, μέσα σε αυτό το ιδιαίτερα ρευστό περιβάλλον, η Ελλάδα έχει μετεξελιχθεί «από γεωγραφικό σύνορο σε έναν αναντικατάστατο πυλώνα σταθερότητας».

Απαντώντας σε ερώτηση σχετικά με τον ρόλο των ελληνικών λιμανιών στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής στρατιωτικής κινητικότητας, ο πρέσβης της Γερμανίας στην Ελλάδα, Ανδρέας Κιντλ, ανέδειξε τη σημασία της εφαρμογής του ευρωπαϊκού σχεδίου στρατιωτικής κινητικότητας, επισημαίνοντας ότι οι σύγχρονες υποδομές αποτελούν πλέον κρίσιμο παράγοντα αποτροπής και άμυνας.

«Η Γερμανία έως το 1989 ήταν κράτος συνόρων. Σήμερα έχει μετατραπεί σε κράτος διέλευσης. Οι δρόμοι, οι γέφυρες και οι υποδομές μας πρέπει να μπορούν να υποστηρίξουν τη μετακίνηση έως και 800.000 στρατιωτών και 200.000 οχημάτων προς την ανατολική Ευρώπη», ανέφερε χαρακτηριστικά, προσθέτοντας ότι η χώρα του έχει επενδύσει σημαντικά κεφάλαια στις σχετικές υποδομές.

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στο λιμάνι του Bremerhaven, που χρησιμοποιείται για τη διακίνηση βαρέων φορτίων, οχημάτων, εμπορευματοκιβωτίων και στρατιωτικού υλικού, υπογραμμίζοντας ότι το ΝΑΤΟ αναγνωρίζει πλήρως τον αυξανόμενο στρατηγικό ρόλο της Ελλάδας στην Ανατολική Μεσόγειο.

«Γνωρίζουμε πολύ καλά τη σημασία της Ελλάδας και την αναγκαιότητα της στρατιωτικής κινητικότητας. Μοιραζόμαστε τις ίδιες ανησυχίες για την ασφάλεια των θαλάσσιων οδών και είμαστε έτοιμοι να συνεργαστούμε ακόμη στενότερα με την Ελλάδα στην Ανατολική Μεσόγειο», σημείωσε, υπενθυμίζοντας την ενεργή γερμανική παρουσία σε επιχειρήσεις του ΝΑΤΟ και τις κοινές δράσεις με τις ελληνικές αρχές.

Πρέσβης Νορβηγίας: Οι κρίσιμες θαλάσσιες υποδομές απαιτούν συμμαχία κράτους και ιδιωτικού τομέα

Τη σημασία της προστασίας των κρίσιμων θαλάσσιων και υποθαλάσσιων υποδομών, καθώς και της στενής συνεργασίας δημόσιου και ιδιωτικού τομέα για την ενίσχυση της στρατηγικής ανθεκτικότητας, ανέδειξε η πρέσβης της Νορβηγίας στην Ελλάδα, Harriet Elisabeth Berg, απαντώντας σε ερώτηση της Άριας Αγάτσα, σχετικά με τα διδάγματα που μπορούν να μεταφερθούν από τον βόρειο άξονα του ΝΑΤΟ στην Ελλάδα και στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου.

Η Berg υπογράμμισε ότι, παρότι η Νορβηγία δεν είναι μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, συμμετέχει ενεργά στις πρωτοβουλίες στρατιωτικής κινητικότητας του ΝΑΤΟ, επισημαίνοντας ότι η γεωγραφική της θέση την καθιστά κρίσιμο διάδρομο μεταφοράς στρατιωτικού εξοπλισμού προς τη Σουηδία και τη Φινλανδία. «Αυτό δείχνει πόσο αλληλένδετα είναι τα συμφέροντά μας στον τομέα της στρατιωτικής κινητικότητας», ανέφερε χαρακτηριστικά. Αναφερόμενη στη νορβηγική εμπειρία, τόνισε ότι η χώρα έχει αναπτύξει ένα ισχυρό σύστημα συνεργασίας μεταξύ του κράτους, της ναυτιλιακής βιομηχανίας, των πανεπιστημίων, των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και των λιμένων, στο πλαίσιο συμπράξεων δημόσιου και ιδιωτικού τομέα (ΣΔΙΤ), με στόχο τη διασφάλιση της επιχειρησιακής ετοιμότητας απέναντι σε κάθε μορφής κρίση.

Όπως σημείωσε, η Νορβηγία διαθέτει περίπου 600 λιμάνια, οι οποίοι συμμετέχουν σε ένα ολοκληρωμένο σύστημα συνεργασίας και σχεδιασμού για την αντιμετώπιση εκτάκτων καταστάσεων.

«Οι λιμένες του μέλλοντος πρέπει να είναι έτοιμοι να ανταποκριθούν τόσο σε κρίσεις όσο και στις προκλήσεις της ψηφιοποίησης, της κυβερνοασφάλειας, των τεχνολογικών εξελίξεων και της ενεργειακής μετάβασης», ανέφερε. Η Νορβηγίδα πρέσβης υπογράμμισε επίσης ότι η χώρα της, σε συνεργασία με τις υπόλοιπες σκανδιναβικές χώρες, σχεδιάζει από κοινού την ανθεκτικότητα των λιμενικών και θαλάσσιων υποδομών, προκειμένου να διασφαλιστεί η αποτελεσματική αντιμετώπιση πιθανών απειλών και κρίσεων.

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στην προστασία των υποθαλάσσιων κρίσιμων υποδομών, επισημαίνοντας ότι, ως ένας από τους σημαντικότερους προμηθευτές ενέργειας της Ευρώπης, η Νορβηγία αντιμετωπίζει αυξημένες προκλήσεις ασφαλείας.

Όπως ανέφερε, μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία και το σαμποτάζ στους αγωγούς Nord Stream, η χώρα ενίσχυσε σημαντικά τη συνεργασία τόσο με τον ιδιωτικό τομέα όσο και με διεθνείς εταίρους, μεταξύ των οποίων το Βέλγιο και άλλα κράτη, προκειμένου να ενδυναμώσει την προστασία των κρίσιμων υποθαλάσσιων υποδομών και να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ.

Βαρβιτσιώτης: Η Ελλάδα πρέπει να εμπιστευθεί τα ελληνικά ναυπηγεία

Στο ζήτημα της επανεκκίνησης των Ναυπηγείων αναφέρθηκε ο πρώην υπουργός, Αντιπρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος των Ναυπηγείων Σκαραμαγκά, Μιλτιάδης Βαρβιτσιώτης, απαντώντας σε ερώτηση της Άριας Αγάτσα, για το τι διαχωρίζει μια πρόσκαιρη εμπορική ανάκαμψη από μια πραγματική στρατηγική ικανότητα εθνικής κλίμακας, ικανή να στηρίξει τόσο εμπορικό έργο όσο και ναυτική και αμυντική εφοδιαστική.

Ο κ. Βαρβιτσιώτης σημείωσε ότι, όταν εισήλθε στα Ναυπηγεία Σκαραμαγκά, «τίποτα δεν εκινείτο» και η παρουσία εργαζομένων ήταν περιορισμένη. Όπως ανέφερε, σήμερα η εικόνα είναι διαφορετική, καθώς όποιος επισκεφθεί την εγκατάσταση θα δει γεμάτες προβλήτες και δεξαμενές.

Υπογράμμισε ότι πρόκειται για μια έκταση που ξεπερνά τα 1.000 στρέμματα, επισημαίνοντας πως μέσα σε δυόμισι χρόνια επανήλθε σε λειτουργία μια εμβληματική υποδομή, την οποία χαρακτήρισε ως την τρίτη σημαντικότερη βιομηχανική υποδομή της χώρας μετά τα δύο διυλιστήρια.

Ο ίδιος τόνισε ότι το επόμενο ζητούμενο είναι η βαθύτερη και ουσιαστικότερη συμμετοχή των Ναυπηγείων Σκαραμαγκά τόσο στο ναυπηγικό όσο και στο αμυντικό έργο της χώρας. Στο πλαίσιο αυτό, ο κ. Βαρβιτσιώτης άσκησε έντονη κριτική για τη διαχρονική απουσία εθνικής και ευρωπαϊκής πολιτικής στήριξης της ναυπηγικής βιομηχανίας, τονίζοντας ότι το ελληνικό κράτος οφείλει να εμπιστευθεί τα ελληνικά ναυπηγεία.

«Η Ελλάδα προγραμματίζει να δαπανήσει περίπου 6 δισ. ευρώ για αμυντικά προγράμματα στο εξωτερικό. Το πρώτο που πρέπει να συμβεί είναι να εμπιστευτεί το ελληνικό κράτος τα ελληνικά ναυπηγεία», ανέφερε, υπογραμμίζοντας ότι δεν απαιτούνται επενδύσεις δισεκατομμυρίων ευρώ για να κατασκευαστεί ένα ελληνικό υποβρύχιο στα Ναυπηγεία Σκαραμαγκά. «Αρκεί μία παραγγελία από το ελληνικό κράτος για να μπορέσουμε να το κατασκευάσουμε, όπως ακριβώς συνέβη και στο παρελθόν», σημείωσε χαρακτηριστικά.

Παράλληλα, υπενθύμισε ότι τα ελληνικά ναυπηγεία έχουν κατασκευάσει στο παρελθόν υποβρύχια, ενώ σήμερα συντηρούν τον υφιστάμενο στόλο και έχουν ήδη καταθέσει, σε συνεργασία με τη γερμανική TKMS, πρόταση για τον εκσυγχρονισμό των υποβρυχίων τύπου 214 «Παπανικολής». Όπως υποστήριξε, κάθε ευρώ που δαπανάται για αμυντική παραγωγή εντός της χώρας επιστρέφει κατά περίπου 25% στα δημόσια ταμεία, γεγονός που καθιστά τις εγχώριες αμυντικές επενδύσεις ουσιαστικά οικονομικότερες και ταυτόχρονα αναπτυξιακές.

Ο κ. Βαρβιτσιώτης απέδωσε τη σημερινή υποχώρηση της ευρωπαϊκής ναυπηγικής βιομηχανίας σε πολιτικές αποφάσεις που ελήφθησαν τις τελευταίες δεκαετίες. Όπως σημείωσε, ενώ το 2000 η Ευρώπη κατασκεύαζε περίπου το 55% των νέων πλοίων παγκοσμίως, σήμερα το ποσοστό αυτό έχει περιοριστεί περίπου στο 5% σε αριθμό πλοίων. «Η Ευρώπη αποφάσισε ότι δεν χρειάζεται να διαθέτει ναυπηγεία. Αποκλείστηκαν από τα ευρωπαϊκά χρηματοδοτικά εργαλεία, επιβλήθηκαν αυστηροί κανόνες που περιόρισαν την ανταγωνιστικότητά τους και, ταυτόχρονα, οι ασιατικές χώρες στήριξαν ενεργά τη ναυπηγική τους βιομηχανία», τόνισε.

Καταλήγοντας, προειδοποίησε ότι παρά τη διαρκώς αυξανόμενη ανάγκη στρατηγικής αυτονομίας της Ευρώπης, δεν διαφαίνεται ακόμη ένα ολοκληρωμένο ευρωπαϊκό σχέδιο ανασυγκρότησης της ναυπηγικής βιομηχανίας, επισημαίνοντας ότι οι πρωτοβουλίες που αναλαμβάνουν σήμερα οι Ηνωμένες Πολιτείες θα έπρεπε ήδη να έχουν κινητοποιήσει την Ευρώπη προς την ίδια κατεύθυνση.

Τσάκωνας: Από «transit hub» σε στρατηγικό κόμβο τα ελληνικά λιμάνια

Τη σημασία της μετατροπής των ελληνικών λιμανιών από απλές εμπορικές υποδομές σε κόμβους στρατηγικής ισχύος, ανέδειξε ο Παναγιώτης Τσάκωνας, καθηγητής Διεθνών Σχέσεων, Σπουδών Ασφάλειας και Ανάλυσης Εξωτερικής Πολιτικής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και κύριος ερευνητής, επικεφαλής του Προγράμματος Εξωτερικής Πολιτικής και Ασφάλειας του ΕΛΙΑΜΕΠ.

Απαντώντας σε ερώτηση της Άριας Αγάτσα για το πότε ένα λιμάνι παύει να αποτελεί απλώς εμπορική υποδομή και μετατρέπεται σε εργαλείο ισχύος στην Ανατολική Μεσόγειο, ο κ. Τσάκωνας υπογράμμισε την ανάγκη μετάβασης από το μοντέλο του «transit hub» σε εκείνο του «strategic hub».

Όπως εξήγησε, οι λιμενικές υποδομές και οι αλυσίδες εφοδιασμού μπορούν να συνδέσουν τα γεωγραφικά πλεονεκτήματα μιας χώρας με την πολιτική σταθερότητα, τη δυνατότητα προσέλκυσης μακροπρόθεσμων επενδύσεων και τη διαλειτουργικότητα μεταξύ διαφορετικών, κυρίως συμμαχικών, συστημάτων. Στόχος, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι η γεωγραφική θέση της Ελλάδας να μην αποτελεί απλώς ένα στατικό πλεονέκτημα, αλλά να μεταφράζεται σε συγκεκριμένα και μετρήσιμα στρατηγικά αποτελέσματα.

Ο κ. Τσάκωνας επισήμανε, ωστόσο, ότι για να επιτευχθεί αυτή η μετάβαση απαιτείται να αντιμετωπιστούν σημαντικές προκλήσεις. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η αποτελεσματική σύνδεση των λιμανιών με την ενδοχώρα, η ανάπτυξη σύγχρονων χερσαίων υποδομών και η ένταξή τους σε ένα ευρύτερο και ανθεκτικό δίκτυο εφοδιαστικών αλυσίδων.

«Τα λιμάνια δεν μπορούν να λειτουργήσουν μόνα τους», τόνισε, επισημαίνοντας ότι η στρατηγική τους αξία εξαρτάται από τις σιδηροδρομικές, οδικές, ενεργειακές και ψηφιακές διασυνδέσεις που τα υποστηρίζουν. Ιδιαίτερη αναφορά έκανε, επίσης, στην ανάγκη αντιμετώπισης των σύγχρονων απειλών, οι οποίες έχουν ενταθεί και αποκτήσει νέες μορφές μετά τον πόλεμο στην Ουκρανία, καθώς και στην ανάγκη χρηματοδότησης νέων τεχνολογιών.

Στο πλαίσιο αυτό, έθεσε ως προτεραιότητα την αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης, την ενίσχυση της ανθεκτικότητας των εφοδιαστικών αλυσίδων και τη σύνδεση του εγχώριου συστήματος καινοτομίας με τις ανάγκες της ασφάλειας και της οικονομικής ανάπτυξης.

Όπως κατέληξε, μόνο μέσα από έναν ενιαίο σχεδιασμό που θα συνδυάζει υποδομές, τεχνολογία, ασφάλεια, χρηματοδότηση και πολιτική σταθερότητα μπορούν τα ελληνικά λιμάνια να αποκτήσουν ουσιαστική στρατηγική υπόσταση και να λειτουργήσουν ως πολλαπλασιαστές ισχύος στην Ανατολική Μεσόγειο.

Μαθιουλάκης: Πότε μια ενεργειακή υποδομή αποκτά γεωπολιτική αξία

Τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες μια ενεργειακή υποδομή μετατρέπεται σε στρατηγικό κόμβο ανέλυσε ο Μιχάλης Μαθιουλάκης, αναλυτής Ενεργειακής Στρατηγικής του ΕΛΙΑΜΕΠ και ακαδημαϊκός διευθυντής του Ελληνικού Ενεργειακού Φόρουμ.

Απαντώντας σε ερώτηση για το κατά πόσο εγκαταστάσεις LNG, ηλεκτρικές διασυνδέσεις, αποθηκευτικοί χώροι καυσίμων και άλλες ενεργειακές υποδομές προσδίδουν πραγματική γεωπολιτική αξία σε ένα λιμάνι, ο κ. Μαθιουλάκης επισήμανε ότι ο χαρακτηρισμός ενός έργου ως «στρατηγικού» απαιτεί σαφή κριτήρια.

Όπως ανέφερε, μια ενεργειακή υποδομή αποκτά στρατηγικό χαρακτήρα όταν συμβάλλει στην προσπάθεια ενός κράτους να ενισχύσει τη θέση του στο διεθνές σύστημα, να περιορίσει την εξάρτησή του από τρίτες χώρες και να αυξήσει τη δυνατότητα άσκησης επιρροής προς άλλες κατευθύνσεις. «Ένα λιμάνι αποκτά στρατηγική αξία όταν διαθέτει ενεργειακές υποδομές που βοηθούν τη χώρα να μειώσει την επιρροή τρίτων και να ενισχύσει τη δική της επιρροή», σημείωσε.

Σύμφωνα με τον ίδιο, η στρατηγική σημασία μιας υποδομής δεν εξαρτάται από το είδος της. Μπορεί να αφορά έναν τερματικό σταθμό LNG, ένα FSRU, ένα υποθαλάσσιο ηλεκτρικό καλώδιο, εγκαταστάσεις πετρελαίου ή έναν συνδυασμό διαφορετικών ενεργειακών έργων. Το κρίσιμο στοιχείο είναι κατά πόσο η συγκεκριμένη υποδομή εξυπηρετεί τους βασικούς στόχους ενεργειακής ασφάλειας και εξωτερικής πολιτικής της χώρας.

Αναφερόμενος ειδικότερα στα ευρωπαϊκά λιμάνια, ο κ. Μαθιουλάκης υπογράμμισε ότι η συζήτηση για τη στρατηγική αυτονομία δεν πρέπει να περιορίζεται μόνο στη μείωση της επιρροής της Ρωσίας και της Κίνας. Όπως επισήμανε, στο σημερινό διεθνές περιβάλλον η Ευρώπη οφείλει να εξετάσει συνολικά τις ενεργειακές της εξαρτήσεις, συμπεριλαμβανομένης και της ανάγκης περιορισμού της υπερβολικής εξάρτησης από τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Υπό αυτή την έννοια, η γεωπολιτική αξία ενός λιμανιού δεν προκύπτει απλώς από την ύπαρξη ενεργειακών εγκαταστάσεων, αλλά από τον βαθμό στον οποίο αυτές ενισχύουν την ανθεκτικότητα, την αυτονομία και τη διεθνή ισχύ της χώρας σύμφωνα με τον ίδιο.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΧΙΟΣ

Μετά την επικύρωση των αποτελεσμάτων, των αρχαιρεσιών του Ιατρικού Συλλόγου Χίου που πραγματοποιήθηκαν την 14.06.2026, με την υπ’ αριθμό 16966/29.06.2026 απόφαση της Γραμματέως Αποκεντρωμένης...

ΧΙΟΣ

Σε τροχιά υλοποίησης εισέρχεται η πρόταση για τη δημιουργία Κέντρου Ομηρικών Σπουδών και Πολιτιστικής Προβολής στη Δασκαλόπετρα, καθώς ολοκληρώθηκε και παραδόθηκε προς τον Δήμο...

ΥΓΕΙΑ

Στο επίκεντρο η οδοντιατρική φροντίδα στο «Σκυλίτσειο» – Συνάντηση Οδοντιατρικού Συλλόγου Χίου με τη νέα διοίκηση Στο κρίσιμο ζήτημα της δημόσιας οδοντιατρικής περίθαλψης στο...

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Συγκλονισμένος δηλώνει ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης για τον θάνατο της Βάγιας Νέστορα, μητέρας της Αφροδίτη Νέστορα, όπως αναφέρει σε δημόσια ανάρτησή του. Ο...

Advertisement