Την ανάγκη η Ευρωπαϊκή Ένωση να κάνει ένα ουσιαστικό άλμα: να περάσει από τη λογική της απλής κατανομής πόρων στη συστηματική δημιουργία νέας οικονομικής αξίας, ανέδειξε ο Πρόεδρος του Eurogroup και υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Κυριάκος Πιερρακάκης, μιλώντας στο Ετήσιο Συνέδριο για τον Προϋπολογισμό της ΕΕ 2026 στις Βρυξέλλες. Στον πυρήνα της παρέμβασής του βρέθηκε ένα σαφές μήνυμα: το μέλλον της ευρωπαϊκής οικονομίας δεν κρίνεται μόνο από το «πού θα πάνε τα χρήματα», αλλά —και κυρίως— από το «πώς δημιουργούνται οι πόροι» και πώς μετατρέπονται σε διατηρήσιμη ανάπτυξη.
Όπως υπογράμμισε, η ισχύς του ευρώ είναι άρρηκτα δεμένη με την παραγωγική δυναμική των οικονομιών που το στηρίζουν. «Το ευρώ δεν μπορεί να είναι ισχυρότερο από την οικονομία που το υποστηρίζει», σημείωσε χαρακτηριστικά, υπενθυμίζοντας ότι οι αγορές επενδύουν τελικά στην ανθεκτικότητα, την αξιοπιστία και την ικανότητα μιας οικονομίας να παράγει πλούτο σε βάθος χρόνου. Με άλλα λόγια, η εμπιστοσύνη στο κοινό νόμισμα δεν είναι αφηρημένη έννοια: είναι αντανάκλαση της ευρωπαϊκής οικονομικής ισχύος, της τεχνολογικής προόδου και της θεσμικής σταθερότητας.
Πιερρακάκης: Το σχέδιο για νέο «ευρωπαϊκό χρήμα» και η ενίσχυση του ευρώ
Στην παρέμβασή του, ο Κυριάκος Πιερρακάκης έδωσε ένα ευρύτερο γεωοικονομικό πλαίσιο για το τι αλλάζει διεθνώς και γιατί η Ευρώπη οφείλει να προσαρμοστεί γρήγορα. Οι διεθνείς εξελίξεις, όπως τόνισε, αναδιαμορφώνουν το οικονομικό περιβάλλον με τρόπους που δεν επιτρέπουν εφησυχασμό: η τεχνολογία λειτουργεί πλέον ως στρατηγικό πλεονέκτημα, η ενέργεια εξελίσσεται σε ζήτημα ασφάλειας, ενώ η οικονομική εξάρτηση μετατρέπεται σε γεωπολιτικό μειονέκτημα.
Μέσα σε αυτή τη νέα πραγματικότητα, η ανθεκτικότητα παύει να είναι απλώς «άμυνα» απέναντι στις κρίσεις και μετατρέπεται σε βασικό στοιχείο ανταγωνιστικότητας. Δηλαδή, ο βαθμός στον οποίο η ΕΕ μπορεί να αντέχει κραδασμούς, να χρηματοδοτεί την καινοτομία και να προστατεύει κρίσιμες αλυσίδες αξίας, καθορίζει και τη θέση της στο διεθνές οικονομικό παιχνίδι. Κι αυτό, τελικά, αντανακλάται και στην ισχύ του ευρώ.
Το Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο ως εργαλείο παραγωγής ευημερίας
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο (ΠΔΠ), ξεκαθαρίζοντας ότι δεν πρόκειται απλώς για έναν μηχανισμό χρηματοδότησης προτεραιοτήτων, αλλά για τη συνολική ικανότητα της Ευρώπης να παράγει ευημερία σε βάθος χρόνου. Το κρίσιμο, όπως ανέφερε, είναι η αλλαγή νοοτροπίας: από μια «λογική μηδενικού αθροίσματος» —όπου οι πόροι θεωρούνται περιορισμένοι και η συζήτηση εξαντλείται στο ποιος θα πάρει τι— σε μια «λογική θετικού αθροίσματος», όπου ο ευρωπαϊκός προϋπολογισμός λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής νέας αξίας.
Αυτή η μετατόπιση δεν είναι θεωρητική. Μεταφράζεται σε επιλογές πολιτικής που ενισχύουν τις επενδύσεις, μειώνουν τον κατακερματισμό και δημιουργούν προβλέψιμους κανόνες για να κινητοποιηθεί ιδιωτικό κεφάλαιο, παράλληλα με δημόσια χρηματοδότηση. Σε μια Ευρώπη που φιλοδοξεί να παραμείνει παγκόσμιος παίκτης, ο προϋπολογισμός δεν αρκεί να «μοιράζει». Πρέπει να «χτίζει».
Τηλεπικοινωνίες και φάσμα: ένα στρατηγικό ευρωπαϊκό περιουσιακό στοιχείο
Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα, ο κ. Πιερρακάκης στάθηκε στον τομέα των τηλεπικοινωνιών και ειδικότερα στο φάσμα συχνοτήτων, το οποίο περιέγραψε ως ένα από τα πιο πολύτιμα στρατηγικά περιουσιακά στοιχεία της Ευρώπης. Παρ’ όλα αυτά, η σημερινή εικόνα στην ΕΕ χαρακτηρίζεται από κατακερματισμό: 27 διαφορετικά συστήματα δημοπράτησης, 27 ρυθμιστικές προσεγγίσεις, διαφορετικά χρονοδιαγράμματα και ποικίλες απαιτήσεις. Το αποτέλεσμα είναι κόστος ευκαιρίας, χαμηλότερη προβλεψιμότητα για επενδυτές και δυσκολία συγκρότησης μιας πραγματικά ενιαίας ευρωπαϊκής αγοράς στον ψηφιακό τομέα.
Η πρόταση που ανέδειξε κινείται προς έναν πιο συντονισμένο ευρωπαϊκό σχεδιασμό, ιδιαίτερα ενόψει της μετάβασης από το 5G στο 6G. Ένας καλύτερος συγχρονισμός, όπως υποστήριξε, μπορεί να ενισχύσει την προβλεψιμότητα για τους επενδυτές, να επιταχύνει την ανάπτυξη δικτύων και ταυτόχρονα να ανοίξει δρόμους για νέες πηγές χρηματοδότησης σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Η ελληνική εμπειρία στο 5G: όταν το έσοδο γίνεται επένδυση
Αναφερόμενος στην ελληνική εμπειρία, υπενθύμισε ότι κατά τη δημοπρασία για το 5G το 2020 η Ελλάδα επέλεξε μια διαφορετική προσέγγιση: διέθεσε το 25% των εσόδων για τη δημιουργία επενδυτικού ταμείου που στηρίζει εφαρμογές, νεοφυείς επιχειρήσεις και καινοτομία γύρω από την τεχνολογία. Το μήνυμα ήταν σαφές: «Η αξία δεν προκύπτει από την υποδομή, αλλά από το οικοσύστημα που αναπτύσσεται γύρω της». Δεν αρκεί να δημιουργηθεί ένα δίκτυο· χρειάζεται να ανθίσουν υπηρεσίες, προϊόντα και επιχειρηματικά μοντέλα που αξιοποιούν την υποδομή και παράγουν πραγματική οικονομική υπεραξία.
Πηγαίνοντας ένα βήμα παραπέρα, πρότεινε σε ευρωπαϊκό επίπεδο τον συγχρονισμό των δημοπρασιών φάσματος και τη διοχέτευση μέρους των εσόδων σε ένα κοινό επενδυτικό εργαλείο —ενδεχομένως μέσω της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων— για τη χρηματοδότηση τεχνολογιών επόμενης γενιάς. Έτσι, όπως τόνισε, η Ευρώπη θα μπορούσε να απελευθερώσει τις δυνατότητες ενός τομέα όπου διαθέτει παγκόσμιους τεχνολογικούς πρωταθλητές και να δημιουργήσει περισσότερες δυνατότητες χρηματοδότησης για να παραμείνουν ανταγωνιστικοί διεθνώς.
Το συμπέρασμα: η εμπιστοσύνη στο ευρώ χτίζεται με παραγωγική ισχύ
Κλείνοντας, ο κ. Πιερρακάκης επανέφερε το κεντρικό νήμα της τοποθέτησής του: η εμπιστοσύνη στο ευρώ εξαρτάται από την εμπιστοσύνη στην ευρωπαϊκή οικονομία. Και αυτό σημαίνει ότι ο ευρωπαϊκός προϋπολογισμός μπορεί και πρέπει να παίξει καθοριστικό ρόλο όχι μόνο στην κατανομή πόρων, αλλά στη δημιουργία νέων επενδυτικών ευκαιριών, νέας παραγωγικής δυναμικής και, τελικά, νέας αξίας για το σύνολο της Ένωσης.
Σε μια εποχή όπου η τεχνολογία, η ενέργεια και η γεωπολιτική επηρεάζουν άμεσα την οικονομία, το ζητούμενο δεν είναι απλώς να διαχειριστεί η Ευρώπη τα υπάρχοντα εργαλεία της. Είναι να τα αναβαθμίσει, να τα ενοποιήσει εκεί που χρειάζεται και να τα αξιοποιήσει ώστε η ευρωπαϊκή οικονομία να παράγει περισσότερη ισχύ, περισσότερη καινοτομία και μεγαλύτερη ανθεκτικότητα. Μόνο έτσι μπορεί να ενισχυθεί ουσιαστικά το ευρώ και να αποκτήσει ακόμη ισχυρότερο ρόλο σε ένα περιβάλλον αυξανόμενου διεθνούς ανταγωνισμού.
