Η αξιοποίηση του ορυκτού πλούτου της χώρας και οι προοπτικές που ανοίγονται για την οικονομία, την ενεργειακή ασφάλεια και τη βιώσιμη ανάπτυξη βρέθηκαν στο επίκεντρο της παρέμβασης του Σταύρου Παπασταύρου στο ετήσιο συνέδριο της ΕΑΓΜΕ με τίτλο «Γη & Μέλλον – Υπόγειες λύσεις για επίγειες προκλήσεις». Σε μια περίοδο όπου οι κρίσιμες πρώτες ύλες καθορίζουν όλο και περισσότερο τη θέση κάθε χώρας στον διεθνή ανταγωνισμό, το μήνυμα ήταν σαφές: η αξιοποίηση του ορυκτού πλούτου δεν είναι μια αποσπασματική επιλογή πολιτικής, αλλά μια εθνική προτεραιότητα που πρέπει να οργανωθεί με σχέδιο, επιστημονική τεκμηρίωση και κοινωνική υπευθυνότητα.
Κεντρικός άξονας της ομιλίας του ήταν ο ρόλος των ορυκτών και των πρώτων υλών στη στρατηγική της Ελλάδας, αλλά και η σημασία να αντιμετωπίζεται το υπέδαφος όχι ως «άγνωστο πεδίο», αλλά ως πηγή λύσεων για προκλήσεις που εκδηλώνονται στην επιφάνεια:
από την ανθεκτικότητα των υποδομών και την προστασία από φυσικούς κινδύνους, έως την ενεργειακή μετάβαση και την τεχνολογική αυτονομία. Με άλλα λόγια, η αξιοποίηση του ορυκτού πλούτου συνδέεται άμεσα με το πώς μια χώρα θωρακίζει το μέλλον της.
Αξιοποίηση του ορυκτού πλούτου: εθνική υπόθεση με κανόνες και εγγυήσεις
Ο Σταύρος Παπασταύρου υπογράμμισε ότι η αξιοποίηση του ορυκτού πλούτου της πατρίδας μας αποτελεί εθνική υπόθεση. Δεν περιορίζεται σε έναν πολιτικό χώρο ούτε εξαντλείται σε μια κυβερνητική θητεία.
«Ανήκει στους Έλληνες. Είναι πλούτος των Ελλήνων», τόνισε, δίνοντας έμφαση στην ανάγκη να προχωρήσει η χώρα με σύγχρονους τρόπους, χωρίς φοβικότητα, αλλά με σεβασμό προς το περιβάλλον και τις τοπικές κοινωνίες.
Στο ίδιο πνεύμα, απαντώντας σε ερώτηση για τη στρατηγική της Ελλάδας σχετικά με τις κρίσιμες πρώτες ύλες, επισήμανε ότι η χώρα έχει μια μακρά, σχεδόν μοναδική ιστορία στον τομέα. Ωστόσο, σημείωσε ότι το κρίσιμο είναι να ξεκαθαριστεί πως «οι λύσεις στο υπέδαφος» μπορούν και πρέπει να υλοποιούνται με όρους περιβαλλοντικής προστασίας, ασφάλειας και κοινωνικής αποδοχής.
Η αξιοποίηση του ορυκτού πλούτου, όπως ανέφερε, είναι έννοια απολύτως συμβατή με την προστασία της φύσης και της τοπικής κοινωνίας, αρκεί να υπάρχουν κανόνες, διαφάνεια και αυστηρές προδιαγραφές.
Η ΕΑΓΜΕ ως θεσμικός και επιστημονικός πυλώνας
Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στην ΕΑΓΜΕ, την οποία χαρακτήρισε «Εθνική Αρχή» με πάνω από έναν αιώνα δημόσιας προσφοράς. Σύμφωνα με τον υπουργό, πρόκειται για έναν διαχρονικά πολύτιμο σύμμαχο της Ελληνικής Πολιτείας: όχι μόνο για τη γνώση και τη χαρτογράφηση του υπεδάφους, αλλά και για την προστασία και την αξιοποίησή του.
Παράλληλα, ανέδειξε τον ρόλο της ως «άγρυπνου επιστημονικού φρουρού» απέναντι σε φυσικούς κινδύνους και καταστροφές, υπογραμμίζοντας ότι η αξιοποίηση του ορυκτού πλούτου δεν μπορεί να είναι αποτελεσματική χωρίς ισχυρή επιστημονική υποστήριξη.
Με αυτή τη λογική, η συζήτηση για τα κρίσιμα ορυκτά δεν είναι απλώς συζήτηση για επενδύσεις. Είναι συζήτηση για δεδομένα, χαρτογραφήσεις, πρότυπα ασφάλειας, παρακολούθηση, ελέγχους και συνεχή αξιολόγηση κινδύνων. Εκεί ακριβώς η ΕΑΓΜΕ καλείται να λειτουργήσει ως εγγύηση τεκμηρίωσης και αξιοπιστίας.
Ενεργειακή εξάρτηση, γεωπολιτική και το μάθημα των κρίσεων
Ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας στάθηκε στην πολιτική βούληση της κυβέρνησης να αξιοποιήσει τον φυσικό πλούτο που διαθέτει η Ελλάδα, συνδέοντας την επιλογή αυτή με τα διδάγματα των πρόσφατων γεωπολιτικών εξελίξεων.
Όπως είπε, τόσο η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία όσο και η κρίση στα Στενά του Ορμούζ ανέδειξαν τη «κορυφαία σημασία» για κάθε χώρα να μειώσει την ενεργειακή της εξάρτηση. Στο πλαίσιο αυτό, η αξιοποίηση του ορυκτού πλούτου αποκτά χαρακτήρα στρατηγικής ανθεκτικότητας: μια χώρα που έχει πρόσβαση σε πόρους, τεχνογνωσία και υποδομές, θωρακίζει την οικονομία της απέναντι σε εξωτερικούς κραδασμούς.
Παράλληλα, επεσήμανε ότι η Ευρώπη έχει μείνει πίσω στην αξιοποίηση κρίσιμων πρώτων υλών και «τώρα ανακαλύπτει το κόστος αυτής της επιλογής».
Για να παραμείνει ανταγωνιστική, υπογράμμισε, οφείλει να αναπτύξει σήμερα τα κρίσιμα ορυκτά της. Μέσα σε αυτή την ευρωπαϊκή αναδιάταξη, η Ελλάδα, όπως σημείωσε, συγκαταλέγεται στις 4-5 χώρες που βρίσκονται στην πρωτοπορία της αξιοποίησης του ορυκτού πλούτου, διαθέτοντας επιστημονική γνώση, ανθρώπινο δυναμικό και πολιτική βούληση — με αναγκαία προϋπόθεση τη στήριξη της επιστημονικής γνώσης της Εθνικής Αρχής.
Νέα ενεργειακή αρχιτεκτονική και ο Κάθετος Διάδρομος
Αναφερόμενος στη νέα ενεργειακή αρχιτεκτονική, ο Σταύρος Παπασταύρου σημείωσε ότι η Ελλάδα κινήθηκε γρήγορα και βρίσκεται στο επίκεντρο των εξελίξεων. Παράλληλα, εξήγησε ότι η ανάπτυξη των υδρογονανθράκων δεν είναι υπόθεση «για σήμερα ή για αύριο», αλλά απαιτεί χρόνο, υπομονή, επενδύσεις και σταθερότητα κανόνων. Σε αυτό το πλαίσιο, η αξιοποίηση του ορυκτού πλούτου τοποθετείται ως μακρόπνοη επιλογή, με εθνική συνέχεια και σαφείς προτεραιότητες.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον είχε και η αναφορά του στον Κάθετο Διάδρομο, τονίζοντας ότι ήταν ένα δύσκολο εγχείρημα, καθώς δεν υπήρχε σχετική «κουλτούρα» συνεργασίας. Χώρες της περιοχής, όπως είπε, είχαν ιστορικά διαιρεθεί από τη γεωγραφία, την ιδεολογία και την ιστορία. Σήμερα, αυτό αλλάζει. Και πέρα από τη σημασία του έργου για το φυσικό αέριο, έχει μεγάλη αξία ως αλλαγή νοοτροπίας στη Νοτιοανατολική Ευρώπη.
Έρευνες υδρογονανθράκων: τα επόμενα ορόσημα
Κλείνοντας, ο υπουργός αναφέρθηκε στις έρευνες για υδρογονάνθρακες στην Ελλάδα, δίνοντας συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα. Όπως τόνισε, στα μέσα Φεβρουαρίου του 2027 αναμένεται η πρώτη ερευνητική γεώτρηση στην περιοχή του Ασωπού, στο Βορειοδυτικό Ιόνιο. Επιπλέον, έως το τέλος του τρέχοντος έτους προβλέπεται να πραγματοποιηθούν σεισμικές έρευνες νότια της Κρήτης και νότια της Πελοποννήσου.
