Ο Γεράσιμος Γεννατάς έδωσε μια εφ’ όλης της ύλης συνέντευξη στο ένθετο Real life και στη δημοσιογράφο Κορύνα Μανταγάρη, με αφορμή τη θεατρική του παρουσία αυτό το καλοκαίρι. Με τη νηφαλιότητα και την ευθύτητα που τον χαρακτηρίζουν, ο δημοφιλής ηθοποιός μίλησε για την παράσταση και, κυρίως, για τη διαδρομή της σκέψης του: από την προσέγγιση της προσωπικότητας του Μανώλη Χιώτη μέχρι τις αξίες που σήμερα μοιάζουν να ξεθωριάζουν μέσα στην ελληνική κοινωνία. Στο κέντρο της κουβέντας του βρέθηκε μια φράση που συνοψίζει το κλίμα της εποχής και τη δική του αγωνία: «Ζούμε σε μια εποχή που ντροπιάζει το ανθρώπινο πλάσμα».
Η παράσταση, με τίτλο “Manolis”, λειτουργεί σαν ένα ταξίδι σε μια περίοδο όπου η μουσική δεν ήταν απλώς διασκέδαση, αλλά γλώσσα και ταυτότητα. Ο Γεννατάς στέκεται με σεβασμό απέναντι σε έναν δημιουργό που κατάφερε να μετατρέψει το προσωπικό του ταλέντο σε συλλογική εμπειρία. Και αυτή ακριβώς η αντίθεση—ανάμεσα στη γενναιοδωρία της τέχνης και στη σκληρότητα του σήμερα—καθορίζει τη ματιά του.
«Ζούμε σε μια εποχή που ντροπιάζει το ανθρώπινο πλάσμα» και γιατί επιμένει να μας αφορά
Στη συνέντευξή του, ο Γεράσιμος Γεννατάς δεν περιορίστηκε σε μια απλή περιγραφή του ρόλου ή της παράστασης. Επέλεξε να τοποθετηθεί ευρύτερα, μιλώντας για την ποιότητα του δημόσιου λόγου, για τη σύγχυση των αξιών και για την αίσθηση ότι οι άνθρωποι ωθούνται—συχνά χωρίς να το καταλαβαίνουν—σε έναν τρόπο ζωής που δεν τους ταιριάζει. «Ζούμε σε μια εποχή που ντροπιάζει το ανθρώπινο πλάσμα», είπε, περιγράφοντας μια πραγματικότητα που μοιάζει να απομακρύνεται από όσα κάποτε θεωρούσαμε αυτονόητα: την ενσυναίσθηση, την αξιοπρέπεια, τη συλλογικότητα.
Ο ηθοποιός υπογραμμίζει πως, όσο κι αν επιχειρείται να παρουσιαστεί η εποχή ως “δικό μας δημιούργημα”, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η καθοδήγηση είναι έντονη. Η πληροφορία, τα πρότυπα, ακόμα και οι λέξεις που χρησιμοποιούμε, συχνά δεν είναι ουδέτερες. Έτσι, η προσωπική ευθύνη παραμένει σημαντική, αλλά δεν μπορεί να εξεταστεί αποκομμένη από το περιβάλλον που διαμορφώνει συνειδήσεις και συμπεριφορές. Το ερώτημα που θέτει είναι απλό και ταυτόχρονα αμείλικτο: μας αρέσει να ζούμε σε αυτόν τον κόσμο;
Η παράσταση “Manolis” και η διαδρομή του Μανώλη Χιώτη στην Αμερική
Ο τίτλος της παράστασης “Manolis” στα αγγλικά δεν είναι τυχαίος. Αναφέρεται στη διαδρομή του Μανώλη Χιώτη στην Αμερική, όπου έπαιξε ακόμη και στον Λευκό Οίκο, στα γενέθλια του Αμερικανού Προέδρου, πριν επιστρέψει στην Ελλάδα. Εκεί, σύμφωνα με όσα σημειώνει ο Γεννατάς, οι Έλληνες—μαζί με το μπουζούκι—γνώρισαν ρυθμούς όπως το swing και το mambo, ανοίγοντας έναν καινούριο μουσικό ορίζοντα.
Ο Γεννατάς παραδέχεται πως δύσκολα μπορούμε να συλλάβουμε το πραγματικό μέγεθος του Χιώτη. Όταν ο Πρόεδρος των ΗΠΑ σε καλεί να παίξεις στα γενέθλιά του, αυτό από μόνο του λειτουργεί ως σπάνια αναγνώριση: κάτι είχε πετύχει, κάτι είχε κατακτήσει ο Χιώτης, πέρα από σύνορα και στερεότυπα. Δεν πρόκειται μόνο για μια “ιστορία επιτυχίας”, αλλά για το αποτύπωμα ενός ανθρώπου που υπήρξε απίθανος δεξιοτέχνης του μπουζουκιού και, πάνω απ’ όλα, απίθανος μουσικός.
Το φαινόμενο Χιώτης: δεξιοτεχνία, ψυχή και μια μουσική που έγινε κοινός τόπος
Ο ηθοποιός στέκεται ιδιαίτερα στο βάθος της μουσικής του Χιώτη: σε έναν «πολύ διαφορετικό κόσμο» που, μέσα από το ταλέντο και το ένστικτό του, έγινε υλικό κοινό για όλους. Το εντυπωσιακό—όπως το περιγράφει—είναι η αίσθηση παιχνιδιού. Ο Χιώτης έπαιζε «σαν ένα μικρό παιδί», με την ψυχή του ανοιχτή, και αυτό περνούσε στον κόσμο χωρίς προσπάθεια. Δεν ήταν μόνο τεχνική. Ήταν επικοινωνία, ελευθερία, η αλήθεια της στιγμής.
Το “φαινόμενο Χιώτης”, όπως το αποκαλεί, υπήρξε τεράστιο για την εποχή του. Ακόμη και στην κηδεία του, οι ίδιοι οι μπουζουξήδες, οι φίλοι και οι συνοδοιπόροι του λύγισαν. Δεν μπορούσαν να πιστέψουν ότι «αυτός ο άτρωτος μπορεί να πεθάνει». Η εικόνα αυτή δεν αφορά μόνο τη συγκίνηση μιας απώλειας. Φανερώνει πόσο σπάνια είναι η παρουσία ανθρώπων που μοιάζουν μεγαλύτεροι από τη φθορά της καθημερινότητας.
Αξίες που αμφισβητούνται σήμερα: ανθρωπισμός και «οι ωραίες λέξεις»
Μέσα στο έργο, αλλά και στη δημόσια παρέμβασή του, ο Γεννατάς φέρνει στο προσκήνιο έννοιες που σήμερα τίθενται υπό αμφισβήτηση. Μιλά για ανθρωπισμό και για «ωραίες λέξεις» που μοιάζουν να έχουν γίνει σχεδόν άβολες: πίστη, ηθική, θάρρος, γενναιότητα. Δεν το κάνει με ρομαντισμό ή με διάθεση νοσταλγίας, αλλά ως υπενθύμιση ότι οι κοινωνίες δεν στέκονται όρθιες μόνο με οικονομικούς δείκτες και τεχνολογικές ταχύτητες. Στέκονται με αξίες.
Και εδώ επιστρέφει η φράση-κλειδί: «Ζούμε σε μια εποχή που ντροπιάζει το ανθρώπινο πλάσμα». Όχι επειδή “όλα είναι μαύρα”, αλλά επειδή η καθημερινότητα συχνά απονευρώνει τον άνθρωπο από την ανθρωπιά του. Ο Γεννατάς επιμένει ότι η εποχή «δεν μας αξίζει» και πως οφείλουμε να προσπαθήσουμε να την αλλάξουμε. Όχι με συνθήματα, αλλά με πράξεις και με έναν τρόπο σκέψης που επιστρέφει στο ουσιώδες.
Το ερώτημα που μένει: θέλουμε πραγματικά αυτόν τον κόσμο;
Ο Γεράσιμος Γεννατάς δεν κλείνει την κουβέντα με βεβαιότητες. Προτιμά να αφήσει ένα ερώτημα να αιωρείται, ώστε να μας ακολουθήσει και μετά το τέλος της ανάγνωσης ή της παράστασης: μας αρέσει να ζούμε στον κόσμο αυτό; Είναι μια ερώτηση που δεν απαντιέται εύκολα, αλλά ίσως εκεί βρίσκεται η δύναμή της. Γιατί, αν όντως «ζούμε σε μια εποχή που ντροπιάζει το ανθρώπινο πλάσμα», τότε η απάντηση δεν μπορεί να είναι ουδέτερη. Χρειάζεται στάση, επιλογές και μια επιστροφή σε εκείνα τα “απλά” που τελικά είναι τα πιο δύσκολα: ανθρωπισμός, αξίες και οι ωραίες λέξεις που δεν πρέπει να χάσουν το νόημά τους.
