Συνέντευξη στα «Παραπολιτικά» και τη Σάσα Σταμάτη παραχώρησε ο Αντώνης Λουδάρος, μιλώντας με αφοπλιστική ειλικρίνεια για την καλοκαιρινή περιοδεία, τη δύναμη της επιθεώρησης και –κυρίως– για το πού σταματά (ή αν σταματά) η σάτιρα. Με αφορμή την παράσταση «Όχι άλλο κάρβουνο» των Ρέππα – Παπαθανασίου, ο γνωστός ηθοποιός εξηγεί γιατί το γέλιο δεν είναι πολυτέλεια, αλλά ανάγκη, ειδικά σε εποχές που όλα μοιάζουν να βαραίνουν: κοινωνικά, πολιτικά, ψυχολογικά.
«“Όχι άλλο κάρβουνο” λέμε αυτό το δύσκολο καλοκαίρι, μέσα από τη σάτιρα του αριστουργηματικού διδύμου Παπαθανασίου – Ρέππα», σημείωσε αρχικά ο Αντώνης Λουδάρος, δίνοντας από την πρώτη στιγμή το στίγμα μιας παράστασης που δεν έρχεται απλώς να διασκεδάσει, αλλά να αφουγκραστεί την πραγματικότητα και να την επιστρέψει στο κοινό με χιούμορ, τόλμη και καθαρή ματιά.
«Όχι άλλο κάρβουνο»: Σάτιρα που μιλά για όλους μας
Ο Αντώνης Λουδάρος περιγράφει την παράσταση σαν μια ζωντανή εμπειρία που μετακινείται από πόλη σε πόλη, κουβαλώντας την ενέργεια ενός δεμένου θιάσου και την αίσθηση ότι κάθε βραδιά είναι μοναδική. «Με μια ομάδα δοκιμασμένων ηθοποιών, κάθε βράδυ σε άλλη πόλη, προσφέρουμε το γέλιο και τη χαρά που τόσο λείπει σε όλους μας και, αν θες, και τροφή για σκέψη για όσους το θέλουν», ανέφερε.
Και εκεί βρίσκεται το μεγάλο στοίχημα της επιθεώρησης: να σου δώσει την ελαφράδα του γέλιου, χωρίς να σου κρύψει την αλήθεια. Να σου προσφέρει διέξοδο, χωρίς να σου χαϊδεύει τα αυτιά. Όπως λέει ο ίδιος, πρόκειται για «μια επιθεώρηση που πιάνει τα πάντα. Κοινωνικά και πολιτικά». Και το πιο σημαντικό; «Δεν αφήνει τίποτα όρθιο, ούτε δεξιά ούτε αριστερά».
Αυτή η ισορροπία –να μη χαρίζεται σε κανέναν– είναι που κάνει τη σάτιρα πραγματικά χρήσιμη. Γιατί η σάτιρα δεν λειτουργεί ως “σχόλιο” μόνο για τους άλλους. Είναι καθρέφτης. Και πολλές φορές ο καθρέφτης δείχνει πράγματα που δεν είναι κολακευτικά, αλλά είναι αληθινά.
Ο Αντώνης Λουδάρος το λέει ξεκάθαρα: «Κάθε βράδυ λέμε “όχι άλλο κάρβουνο” στη μιζέρια, την υποκρισία, την τοξικότητα». Και αυτή η φράση δεν είναι απλώς τίτλος. Είναι θέση. Είναι αντίδραση. Είναι μια θεατρική κραυγή απέναντι σε όσα μας εξαντλούν, μας διχάζουν και μας κάνουν να νιώθουμε ότι δεν υπάρχει διέξοδος.
Πρέπει να υπάρχει όριο στη σάτιρα;
Στο ερώτημα για το αν πρέπει να υπάρχει όριο στη σάτιρα, ο ηθοποιός δεν δίνει μια εύκολη ή διπλωματική απάντηση. Αντίθετα, αναγνωρίζει τη δυσκολία του θέματος και ανοίγει τη συζήτηση εκεί που πραγματικά πρέπει: στο τι σημαίνει σάτιρα και ποιος ο ρόλος της.
«Κοίτα… εδώ σηκώνει μεγάλη συζήτηση η ερώτησή σου», σημείωσε, για να καταλήξει στον πυρήνα: «Η σάτιρα, για να κάνει το “έργο” της, θέλει να είναι κοφτερή, αιχμηρή. Πρέπει να έχει γωνίες. Να λέει αλήθειες». Για τον Αντώνη Λουδάρο, η σάτιρα δεν είναι διακοσμητικό στοιχείο της τέχνης, ούτε ασφαλές χιούμορ “γενικής χρήσης”. Είναι μια μορφή έκφρασης που, από τη φύση της, χρειάζεται ένταση, ρίσκο και καθαρό στόχο.
Μάλιστα, αναγνωρίζει ότι πολλές φορές η σάτιρα καταφεύγει στην υπερβολή: «Ίσως με μια υπερβολή, καμιά φορά υπό το πρίσμα του γελοίου-γέλιου». Όμως αυτή η υπερβολή δεν είναι αυθαιρεσία. Είναι εργαλείο. Είναι το μέσο για να φωτιστεί το παράλογο, να ξεγυμνωθεί η υποκρισία, να ακουστεί η αλήθεια πιο δυνατά.
Και εκεί έρχεται η πιο καίρια φράση του: «Δεν μπορεί να έχει κόφτη τη λογοκρισία». Σε μια εποχή που –όπως λέει– «ζούμε σε ύποπτες εποχές για όλα και για όλους», η λογοκρισία, φανερή ή ύπουλη, μπορεί να κάνει τη σάτιρα ακίνδυνη. Να την μετατρέψει σε κάτι άνευρο, ακίνδυνο, χωρίς δόντια. Και τότε παύει να είναι σάτιρα.
Το ζήτημα είναι αισθητικής – και ευθύνης
Παρότι υπερασπίζεται την ελευθερία της σάτιρας, ο Αντώνης Λουδάρος δεν αγνοεί την πολυπλοκότητα. «Νομίζω ότι τελικά, όμως, είναι θέμα αισθητικής. Έτσι κι αλλιώς όλα υποκειμενικά είναι», είπε, θυμίζοντας κάτι βασικό: η τέχνη δεν γίνεται να έχει μία ανάγνωση. Κάτι που αγγίζει έναν θεατή, μπορεί να ενοχλήσει έναν άλλον. Κάτι που σε κάποιον φαίνεται τολμηρό και απαραίτητο, σε κάποιον άλλον μπορεί να μοιάζει υπερβολικό.
Ακριβώς γι’ αυτό, η εμπιστοσύνη στους δημιουργούς παίζει τεράστιο ρόλο. Και ο ίδιος δηλώνει τυχερός, γιατί «το συγγραφικό δίδυμο που υπογράφει το “Όχι άλλο κάρβουνο” έχει δώσει τις εξετάσεις του και έχει πάρει πτυχίο με 10 με τόνο». Με άλλα λόγια, όταν η σάτιρα γράφεται από ανθρώπους που ξέρουν το είδος, σέβονται το κοινό και κατανοούν τη λεπτή γραμμή ανάμεσα στο εύκολο και στο ουσιαστικό, τότε μπορεί να είναι πραγματικά λυτρωτική.
Στο τέλος, αυτό που μένει από τα λόγια του Αντώνη Λουδάρου είναι η πεποίθηση ότι η σάτιρα πρέπει να παραμένει ζωντανή, ελεύθερη και θαρραλέα. Να μας κάνει να γελάμε «με την ψυχή μας», αλλά και να μας βάζει να σκεφτούμε. Να μας επιτρέπει να γελάσουμε «με τα χάλια μας, πολιτικά και κοινωνικά», όχι για να τα αποδεχτούμε, αλλά για να τα δούμε καθαρά. Και να πούμε, έστω για λίγο όλοι μαζί, «όχι άλλο κάρβουνο».
