Μια ιδιαίτερα προσωπική εξομολόγηση έκανε η Ζέτα Μακρυπούλια σε συνέντευξή της στο περιοδικό InStyle και στη δημοσιογράφο Ξένια Ιωάννου, ανοίγοντας την καρδιά της για τη σχέση που έχει σήμερα με τον εαυτό της, τη μοναχικότητα και τη διαδρομή της μέσα από την ψυχανάλυση. Με ειλικρίνεια και χωρίς διάθεση ωραιοποίησης, η παρουσιάστρια και ηθοποιός περιγράφει πώς πέρασε από μια περίοδο έντονης αυστηρότητας και εσωτερικής κριτικής σε μια πιο ήσυχη, ισορροπημένη φάση, όπου η επιστροφή στο σπίτι και ο χρόνος με τον εαυτό της δεν είναι «κενό», αλλά ανάγκη και επιλογή.
Αυτό που ξεχωρίζει από τα λόγια της είναι η αλλαγή οπτικής: εκεί που κάποτε το «να είμαι συνέχεια με φίλους, ανθρώπους, σχέσεις» έμοιαζε απλώς φυσικό και χαρούμενο, σήμερα αναγνωρίζει ότι ίσως έκρυβε και κάτι λιγότερο συνειδητό. Όχι απαραίτητα φόβο, αλλά μια δυσκολία να μείνει μόνη, να ακούσει τη σκέψη της, να συναντήσει τον εαυτό της χωρίς περισπασμούς. Κι αυτή ακριβώς η παρατήρηση είναι που κάνει τη συνέντευξη να ακουμπά πολλούς: γιατί δείχνει πως η αυτογνωσία δεν έρχεται πάντα με μεγάλα γεγονότα, αλλά με μικρές, επαναλαμβανόμενες συνειδητοποιήσεις.
Ζέτα Μακρυπούλια: «Μου αρέσει να γυρίζω σπίτι, να κλείνω την πόρτα και να είμαι μόνη»
Σε ερώτηση για το αν περνά μια πιο εσωστρεφή περίοδο, η Ζέτα Μακρυπούλια εξηγεί ότι μέσα από όσα έκανε για να καταλάβει τον εαυτό της, συνειδητοποίησε κάτι που παλιότερα δεν ήταν καθόλου ξεκάθαρο: το να μένει μόνη της δεν ήταν το δυνατό της σημείο. Όμως τότε δεν το αντιλαμβανόταν, γιατί η κοινωνικότητα της έδινε πραγματική χαρά. Ήθελε ειλικρινά να είναι με φίλους, με τους ανθρώπους της, μέσα σε σχέσεις και παρέες—άρα πώς να υποψιαστεί ότι «από πίσω» υπήρχε και κάτι ακόμα;
Με τον καιρό, όπως λέει, άρχισε να το βλέπει πιο καθαρά. Και σήμερα μπορεί να το παραδεχτεί χωρίς ενοχή: το αποζητά. Της αρέσει να γυρίζει σπίτι, να κλείνει την πόρτα και να μένει μόνη. Να έχει τον ρυθμό της, το πρόγραμμά της, χωρίς να χρειάζεται να εξηγεί ή να δίνει λογαριασμό. Να βλέπει ό,τι θέλει στην τηλεόραση, να χαζεύει, να διαβάζει, να χορεύει, να κάνει αυθόρμητα «ό,τι της κατέβει». Η περιγραφή της δεν έχει ίχνος μελαγχολίας· αντίθετα, μοιάζει με μια μικρή γιορτή ελευθερίας, σαν να βρήκε επιτέλους χώρο να αναπνεύσει.
Μοναχικότητα και αυτογνωσία: όταν η ησυχία γίνεται εργαλείο
Στη φυσική συνέχεια, η συζήτηση πάει εκεί που πολλοί φτάνουν κάποια στιγμή: μήπως στη μοναχικότητα γνωρίζεις τελικά καλύτερα τον εαυτό σου; Η ίδια παραδέχεται ότι βρίσκεται σε αυτή τη διαδικασία εδώ και χρόνια, γιατί είναι άνθρωπος που έχει κάνει πολλή ψυχανάλυση, αλλά και «άλλα ενεργειακά πράγματα», όπως τα χαρακτηρίζει. Και κάπου εδώ ρίχνει μια φράση που συνοψίζει το βίωμα όσων δοκιμάζουν θεραπεία ή εσωτερική δουλειά: «Αυτός είναι ένας φαύλος κύκλος. Μόλις μπεις δεν βγαίνεις. Και δεν τελειώνει και ποτέ».
Δεν το λέει με απόγνωση. Το λέει σαν μια ήρεμη διαπίστωση: η αυτοπαρατήρηση, όταν ξεκινήσει, δεν έχει «τέλος» τύπου check-list. Είναι μια πορεία. Κάθε απάντηση φέρνει νέα ερώτηση, κάθε βελτίωση αποκαλύπτει άλλη μια λεπτομέρεια. Κι ίσως αυτό να είναι και το πιο τίμιο μέρος της αυτογνωσίας: δεν υπόσχεται μόνιμη ευτυχία, υπόσχεται καλύτερη σχέση με το μέσα σου.
«Σου αρέσεις; Θα έκανες παρέα μαζί σου;»
Όταν η κουβέντα φτάνει στην πιο προσωπική ερώτηση—αν της αρέσει ο εαυτός της και αν θα έκανε παρέα μαζί του—η Ζέτα Μακρυπούλια απαντά καθαρά: ναι, θα έκανε παρέα μαζί της. Ναι, της αρέσει. Χωρίς να ισχυριστεί ότι όλα είναι τέλεια. Αναγνωρίζει ότι υπάρχουν σημεία που δεν της αρέσουν και δεν τα κρύβει. Όμως τονίζει κάτι σημαντικό: είναι ο πιο αυστηρός κριτής του εαυτού της, απλώς τώρα πια δεν τον «μαλώνει» όπως παλιά.
Εδώ βρίσκεται και η ουσία της αλλαγής. Γιατί άλλο η εξέλιξη κι άλλο η αυτοτιμωρία. Η ίδια λέει ότι της πήρε πολύ καιρό να φτάσει σε αυτό το σημείο, επειδή ήταν πολύ αυστηρή και απαξιωτική με τον εαυτό της. Αυτή η φράση κουβαλά βάρος: η απαξίωση δεν είναι απλή κριτική, είναι μια μόνιμη εσωτερική φωνή που υποτιμά, ακυρώνει, κουράζει.
Όταν κουράζεσαι να γκρινιάζεις για σένα
Περιγράφει επίσης κάτι απολύτως ανθρώπινο: ότι κάποια στιγμή ίσως απλώς… βαρέθηκε. Κουράστηκε να γκρινιάζει για τον εαυτό της. Δεν της αρέσει να κλαίγεται, παρότι οι φίλοι της ξέρουν τι νιώθει. Και το θέτει με έναν ωμό ρεαλισμό: αν περνάς μια φάση δύο χρόνια, πόσο να το λες κάθε μέρα; Κάποια στιγμή κουράζονται και οι άλλοι, αλλά κουράζεσαι και εσύ ο ίδιος.
Έτσι, αντί να εγκλωβίζεται στο «χάνω τη ζωή μου, περνάει ο χρόνος κι εγώ έχω κλειστεί στον εαυτό μου», δοκίμασε μια άλλη προσέγγιση: αποδοχή χωρίς πανικό. «Νιώθω έτσι, τι να κάνουμε; Είμαι πεσμένη. Δεν πειράζει. Θα αλλάξει». Δεν είναι παραίτηση· είναι ένας τρόπος να σταματήσει την εσωτερική βία. Και μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ακόμα και τα απλά καθημερινά—όπως το να πάει γυμναστήριο, που κάποτε δεν μπορούσε ούτε να το σκεφτεί—παύουν να είναι βουνό.
Το πιο δυνατό μήνυμα που αφήνει η Ζέτα Μακρυπούλια
Η συνέντευξη δεν προσφέρει «συνταγές». Προσφέρει κάτι πιο σπάνιο: μια ειλικρινή περιγραφή του πώς μοιάζει η αλλαγή από μέσα. Η Ζέτα Μακρυπούλια μιλά για τη μοναχικότητα όχι ως τιμωρία, αλλά ως χώρο ανάκτησης. Μιλά για την ψυχανάλυση ως μια διαδικασία που δεν τελειώνει, αλλά σε μαθαίνει να στέκεσαι πιο ήρεμα απέναντι στα κύματα. Και, κυρίως, μιλά για τη στιγμή που σταματάς να είσαι ο εχθρός του εαυτού σου.
Και κάπως έτσι, η φράση «Μου αρέσει να γυρίζω σπίτι, να κλείνω την πόρτα και να είμαι μόνη» δεν ακούγεται σαν απομόνωση. Ακούγεται σαν κατάκτηση. Σαν μια μικρή, προσωπική ελευθερία που χτίστηκε με χρόνο, δουλειά και την απόφαση να μιλάς στον εαυτό σου με λιγότερη σκληρότητα και περισσότερη κατανόηση.





















