Ο Θανάσης Βισκαδουράκης βρέθηκε καλεσμένος το βράδυ της Πέμπτης (25/6) στην εκπομπή «Καλύτερα Αργά» με την Αθηναΐδα Νέγκα και άνοιξε την καρδιά του σε μια συζήτηση που είχε και τρυφερότητα και βάρος. Μίλησε για την οικογένεια, για την πίστη του στον Θεό, αλλά και για εμπειρίες που, όπως παραδέχτηκε, τον σημάδεψαν βαθιά. Σε μια από τις πιο δυνατές στιγμές της συνέντευξης, ο Θανάσης Βισκαδουράκης εξομολογήθηκε πως νιώθει ότι «ζω κατά λάθος» — μια φράση που δεν ειπώθηκε για εντύπωση, αλλά ως συμπύκνωση μιας ζωής γεμάτης δοκιμασίες, επιλογές, κινδύνους και τελικά μια διαρκή αναζήτηση νοήματος.
Από την αρχή της κουβέντας, ο ηθοποιός στάθηκε στον ρόλο που παίζουν οι γονείς στη διαμόρφωση ενός παιδιού, επιμένοντας ότι η οικογένεια είναι η πρώτη και πιο ουσιαστική ασπίδα. Για τον Θανάση Βισκαδουράκη, η σχέση με τη μητέρα και τον πατέρα δεν είναι μια αφηρημένη έννοια, αλλά μια πραγματικότητα που καθορίζει χαρακτήρα, όρια, αξίες και κατεύθυνση. Όταν το οικογενειακό πλαίσιο είναι σταθερό, ο άνθρωπος, όπως είπε, έχει περισσότερες πιθανότητες να «σωθεί» — να μη χαθεί, να μην παρασυρθεί, να μην αναζητήσει αλλού αυτό που του λείπει.
Ο Θανάσης Βισκαδουράκης για την οικογένεια: «Οι δύο πυλώνες του μεγαλώματος»
Ο Θανάσης Βισκαδουράκης περιέγραψε με απόλυτη σαφήνεια τη δική του αντίληψη για την ανατροφή, δίνοντας έμφαση στον πρωταγωνιστικό ρόλο των γονιών. «Το ‘χω, γιατί πρωτίστως είναι η οικογένεια. Η μαμά κι ο μπαμπάς. Οι δύο πυλώνες του μεγαλώματος ενός παιδιού. Και μετά έρχεται ο δάσκαλος. Όλα εκπορεύονται από τη μαμά. (…) Αν είναι από πάνω η μαμά κι ο μπαμπάς, το παιδί θα σωθεί», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Τα λόγια του δεν ακούστηκαν ως γενικές συμβουλές, αλλά ως συμπέρασμα ζωής. Η οικογένεια, όπως το περιέγραψε, δεν είναι απλώς ένα περιβάλλον που «υπάρχει»· είναι το σημείο από το οποίο ξεκινά η ασφάλεια, η καθοδήγηση και η αίσθηση ότι κάποιος σε βλέπει και σε κρατά. Και η απουσία αυτών, άμεσα ή έμμεσα, αφήνει κενά που δύσκολα γεμίζουν.
«Ξέρω ότι ζω κατά λάθος»: Η εξομολόγηση που πάγωσε το στούντιο
Στη συνέχεια, η συζήτηση πέρασε σε πολύ πιο προσωπικό και εξομολογητικό τόνο. Ο Θανάσης Βισκαδουράκης μίλησε για το πώς αντιλαμβάνεται την ίδια του την πορεία και για το αίσθημα ότι γλίτωσε από καταστάσεις που θα μπορούσαν να τον είχαν καταστρέψει. Η φράση «ζω κατά λάθος» δεν ειπώθηκε ως δραματοποίηση. Αντίθετα, ακούστηκε σαν μια ήρεμη, σχεδόν βέβαιη διαπίστωση ενός ανθρώπου που κοιτά πίσω και βλέπει πόσο λεπτή ήταν πολλές φορές η γραμμή ανάμεσα στο «συνεχίζω» και στο «χάνομαι».
Όπως αποκάλυψε, η κουβέντα ξεκίνησε από μια φράση του αδερφού του: «Μου λέει ο αδερφός μου: “Το ξέρεις ότι ζούμε κατά λάθος;”. Εγώ ξέρω ότι ζω κατά λάθος. Το ότι δεν έχω… είμαι ακόμα νεκρός ή δεν έχω μπει φυλακή, αυτό είναι παράδοξο για μένα. Αλλά είχα έναν σύμμαχο. Τον Θεό», είπε.
Η αναφορά του στη φυλακή και στον κίνδυνο να μην είναι καν στη ζωή δεν αφήνει περιθώριο παρερμηνείας: μίλησε για βιώματα που τον έφεραν κοντά σε αδιέξοδα, σε λάθος δρόμους ή σε σκοτεινές εκδοχές της καθημερινότητας. Και μέσα σε όλα αυτά, περιέγραψε την πίστη όχι ως «σχήμα λόγου», αλλά ως μια σταθερά που του έδινε χέρι όταν όλα έμοιαζαν να γλιστρούν.
Η πίστη χωρίς υπερβολές: Μια καθημερινή σχέση με τον Θεό
Ο Θανάσης Βισκαδουράκης δεν παρουσίασε την πίστη ως κάτι επιδεικτικό ή καταναγκαστικό. Αντίθετα, μίλησε για μια απλή, καθημερινή σχέση, σχεδόν οικεία. Αυτό φάνηκε ιδιαίτερα όταν αναφέρθηκε στον γιο του και στο τι του λέει κάθε μέρα, προσπαθώντας να του μεταδώσει ένα ήρεμο «ευχαριστώ» προς τη ζωή.
«Το πρώτο πράγμα που λέω στον γιο μου: “Είπαμε καλημέρα; Κλείσε τα μάτια, Άρχοντα… Άρχοντα, καληνύχτα, σ’ αγαπάω, έπαιξα μπάλα, πήγα στο σχολείο… Περάσαμε καλά. Καληνύχτα”. Όχι υπερβολές», ανέφερε κλείνοντας.
Σε αυτή τη μικρή ρουτίνα κρύβεται και η ουσία όσων είπε νωρίτερα: μια ανάγκη για γείωση, για ευγνωμοσύνη, για επίγνωση. Σαν να προσπαθεί να δώσει στο παιδί του κάτι που ο ίδιος έμαθε με κόπο — ότι ακόμα και όταν νιώθεις πως «ζεις κατά λάθος», μπορείς να επιλέξεις να ζεις συνειδητά.
Ο Θανάσης Βισκαδουράκης, μέσα από τη συνέντευξή του, δεν αφηγήθηκε απλώς δύσκολες στιγμές. Έδωσε ένα ανθρώπινο αποτύπωμα: πώς η οικογένεια μπορεί να λειτουργήσει ως καταφύγιο, πώς η πίστη μπορεί να γίνει στήριγμα και πώς μια ζωή που μοιάζει να κρεμόταν από μια κλωστή μπορεί τελικά να βρει νόημα. Και καθώς επέστρεφε ξανά στη φράση «ζω κατά λάθος», το συμπέρασμα δεν ήταν μοιρολατρικό. Ήταν μια υπενθύμιση ότι μερικές φορές το «παράδοξο» της επιβίωσης γίνεται το πιο δυνατό κίνητρο για να ζήσεις καλύτερα, πιο καθαρά και με περισσότερη ευγνωμοσύνη.





















