Ένα ιδιαίτερα μεταδοτικό στέλεχος του ιού Έμπολα,το Μπουντιμπουγκιό (Bundibugyo), έχει προκαλέσει αρκετές επιδημίες από το 2007, μεταξύ των οποίων και η τρέχουσα poy plmhttei τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό και την Ουγκάντα. Ο ιός προκαλεί σοβαρό ιογενή αιμορραγικό πυρετό, προσβάλλοντας πολλαπλά όργανα, καταστρέφοντας τα αιμοφόρα αγγεία και προκαλώντας σοβαρά συμπτώματα, όπως αιμορραγία και καταπληξία (σοκ).
Καθώς δεν υπάρχει εγκεκριμένο εμβόλιο ειδικά σχεδιασμένο για το συγκεκριμένο στέλεχος του ιού, μια διεθνής ερευνητική ομάδα, διερεύνησε αν τα ήδη διαθέσιμα εμβόλια που χρησιμοποιούνται κατά του συχνότερου στελέχους Ζαΐρ μπορούν να επαναχρησιμοποιηθούν ώστε να προσφέρουν προστασία και έναντι του Μπουντιμπουγκιό.
Πώς μεταδίδεται ο ιός
Σύμφωνα με τους επιστήμονες, ο ιός Έμπολα περνά στον άνθρωπο από φρουτοφάγες νυχτερίδες –τους φυσικούς ξενιστές των παθογόνων ιών του γένους Orthoebolavirus– μέσω στενής επαφής με μολυσμένα ζώα. Η έκθεση σε αίμα, όργανα ή άλλα σωματικά υγρά μολυσμένων νυχτερίδων, χιμπαντζήδων, πιθήκων, αντιλοπών ή άλλων ζώων μπορεί να οδηγήσει σε μετάδοση του ιού.
Αφού εισέλθει στον ανθρώπινο οργανισμό, ο ιός επιτίθεται στο ανοσοποιητικό σύστημα, προκαλώντας εκτεταμένες βλάβες στους ιστούς, έντονη φλεγμονή και αιμορραγικό πυρετό. Στις σοβαρές περιπτώσεις μπορεί να οδηγήσει σε ανεξέλεγκτη εσωτερική αιμορραγία και πολυοργανική ανεπάρκεια.
Η νόσος ξεκινά συνήθως με συμπτώματα που μοιάζουν με αυτά της γρίπης. Από τη στιγμή που εκδηλωθούν, ο ιός γίνεται ιδιαίτερα μεταδοτικός και μπορεί να εξαπλωθεί μέσω στενής επαφής με μολυσμένο άτομο. Για τον λόγο αυτό, οι επαγγελματίες υγείας συγκαταλέγονται συχνά μεταξύ των ανθρώπων που μολύνονται κατά τη φροντίδα ασθενών. Οι άνθρωποι που προσβάλλονται από το στέλεχος Μπουντιμπουγκιό εμφανίζουν συχνά σοβαρό αιμορραγικό πυρετό και, σε πολλές περιπτώσεις, η νόσος αποβαίνει θανατηφόρα.
Δοκιμή εμβολίων από τα υπάρχοντα αποθέματα
Επειδή η ανάπτυξη ενός νέου εμβολίου απαιτεί χρόνια, οι ερευνητές θέλησαν να διαπιστώσουν αν τα εμβόλια που βρίσκονται ήδη στα διεθνή αποθέματα θα μπορούσαν να προσφέρουν έστω μερική προστασία. Για τον σκοπό αυτό δεν χρειάστηκε να εμβολιαστούν νέοι εθελοντές. Οι ερευνητές αξιοποίησαν 179 δείγματα αίματος από παιδιά και ενήλικες στη Δυτική Αφρική, τα οποία είχαν συλλεχθεί στο πλαίσιο της μεγάλης κλινικής δοκιμής PREVAC.
Ανέλυσαν την ανοσολογική απόκριση ατόμων που είχαν λάβει είτε το μονοδοσικό ή αναμνηστικό σχήμα του εμβολίου rVSV, είτε το διδοσικό εμβόλιο Ad26.MVA. Τα δείγματα εξετάστηκαν 28 ημέρες και τρεις μήνες μετά τον εμβολιασμό, ώστε να αξιολογηθεί η εξέλιξη της ανοσίας.
Τα αντισώματα αναγνώρισαν και διαφορετικό στέλεχος
Για να διαπιστώσουν αν τα εμβόλια ήταν αποτελεσματικά και έναντι του Μπουντιμπουγκιό, οι επιστήμονες χρησιμοποίησαν μια εξειδικευμένη εργαστηριακή μέθοδο, γνωστή ως πολυπλεκτικό τεστ Luminex. Στην επιφάνεια του τεστ τοποθέτησαν τη γλυκοπρωτεΐνη του στελέχους Μπουντιμπουγκιό- την πρωτεΐνη-ακίδα που βρίσκεται στην εξωτερική του επιφάνεια- και στη συνέχεια πρόσθεσαν τα δείγματα αίματος για να εξετάσουν αν τα αντισώματα θα την αναγνώριζαν.
Τα αντισώματα είχαν δημιουργηθεί αρχικά για την αντιμετώπιση του στελέχους Ζαΐρ, όμως οι ερευνητές ήθελαν να διαπιστώσουν αν μπορούσαν να αναγνωρίσουν και τις πρωτεΐνες του Μπουντιμπουγκιό. Και τα δύο εμβολιαστικά σχήματα παρήγαγαν αντισώματα που αναγνώριζαν το συγκεκριμένο στέλεχος. Αν και η ανοσολογική απόκριση ήταν ασθενέστερη σε σύγκριση με εκείνη απέναντι στο στέλεχος για το οποίο είχαν σχεδιαστεί τα εμβόλια, τα αντισώματα ήταν σαφώς ανιχνεύσιμα στο αίμα.
Στην περίπτωση του rVSV, τα αντισώματα εντοπίστηκαν 28 ημέρες μετά τον εμβολιασμό και παρέμειναν ανιχνεύσιμα και μετά από τρεις μήνες. Στην περίπτωση του εμβολίου Ad26.MVA, η ανοσολογική απόκριση ήταν ακόμη ισχυρότερη στους τρεις μήνες σε σχέση με τον πρώτο μήνα.
Απαιτούνται περαιτέρω μελέτες
Ωστόσο, οι ερευνητές επισημαίνουν ότι, παρόλο που απέδειξαν πως τα αντισώματα μπορούν να προσδεθούν στον ιό, παραμένει άγνωστο αν αυτό αρκεί για να αποτρέψει την εκδήλωση της νόσου. Προηγούμενες μελέτες, πάντως, υποδηλώνουν ότι τα επίπεδα αντισωμάτων που δεσμεύονται στη γλυκοπρωτεΐνη του ιού Έμπολα συνδέονται με προστασία μετά τον εμβολιασμό.
Τα ευρήματα δημοσιεύθηκαν στην επιστημονική επιθεώρηση «New England Journal of Medicine».
Πηγή: Medicalxpress
