Έντονη πολιτική αντιπαράθεση έχει ξεσπάσει ανάμεσα στην κυβέρνηση και την αντιπολίτευση, με αφορμή τις δημόσιες τοποθετήσεις κυβερνητικών στελεχών που αποδίδουν στον πρώην πρωθυπουργό Αλέξη Τσίπρα ευθύνη για πολιτική ανοχή στον αντιεξουσιαστικό χώρο.
Η συζήτηση αναζωπυρώθηκε στον απόηχο της δολοφονικής επίθεσης στη Θεσσαλονίκη και εξελίχθηκε γρήγορα σε μετωπική σύγκρουση για το πού τελειώνει η πολιτική κριτική και πού αρχίζει η εργαλειοποίηση μιας τραγωδίας.
Στο επίκεντρο των κυβερνητικών επιχειρημάτων βρίσκεται η θέση ότι, επί σειρά ετών, καλλιεργήθηκε ένα «περιβάλλον ανοχής» απέναντι σε μορφές βίας, με αναφορές σε πρακτικές και επιλογές που –κατά την κυβερνητική εκτίμηση– διευκόλυναν την εδραίωση ακραίων συμπεριφορών.
Από την άλλη πλευρά, κόμματα της αντιπολίτευσης απαντούν ότι η κυβέρνηση επιχειρεί να μετατρέψει ένα σοκαριστικό γεγονός σε πολιτικό όπλο, τροφοδοτώντας πόλωση και μετατοπίζοντας τη συζήτηση από την ουσία: την αποτροπή της βίας και την ενίσχυση της δημόσιας ασφάλειας με θεσμικούς όρους.
Αιχμές Μαρινάκη για ανοχή στον αντιεξουσιαστικό χώρο
Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης επέλεξε σκληρή γλώσσα, συνδέοντας ευθέως τη συζήτηση για την ασφάλεια με την πολιτική στάση απέναντι σε καταλήψεις, επεισόδια και μορφές ανομίας.
Σύμφωνα με όσα δήλωσε, η πρακτική να «βαφτίζονται ακτιβισμός οι καταλήψεις εντός και εκτός πανεπιστημίων» συνέβαλε, κατά την κυβερνητική γραμμή, στη δημιουργία μιας ιδιότυπης ασπίδας γύρω από παραβατικές ομάδες.
Η κεντρική αιχμή του ήταν ότι τέτοιες επιλογές ισοδυναμούν με «ομπρέλα πολιτικής προστασίας» που τελικά ευνοεί κάθε είδους εγκληματικές ενέργειες.
Παράλληλα, ο κ. Μαρινάκης έφερε στο τραπέζι και το ζήτημα των αλλαγών στον Ποινικό Κώδικα, υποστηρίζοντας πως στο παρελθόν υπήρξαν αντιδράσεις σε προσπάθειες αυστηροποίησης διατάξεων, ακόμη και για θέματα όπως η αντιμετώπιση της χρήσης μολότοφ.
Με αυτόν τον τρόπο η κυβέρνηση επιχειρεί να εντάξει την τρέχουσα αντιπαράθεση σε ένα ευρύτερο πλαίσιο «πολιτικών επιλογών» που, όπως υποστηρίζει, είτε αποθάρρυναν είτε καθυστέρησαν την αποτελεσματικότερη καταστολή βίαιων ενεργειών.
Κυρανάκης: «Κανονικοποιήθηκε ανοχή στην τρομοκρατία»
Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και ο γραμματέας της Νέας Δημοκρατίας, Κωνσταντίνος Κυρανάκης, ο οποίος σε παρέμβασή του στον ΑΝΤ1 ανέβασε περαιτέρω τους τόνους. Υποστήριξε ότι ο Αλέξης Τσίπρας «σε κάθε προσπάθεια για μέτρα μη αποφυλάκισης τρομοκρατών ήταν απέναντι», ενώ μίλησε για χρόνια καλλιέργειας ανοχής σε συγκεκριμένους χώρους.
Κατά τον κ. Κυρανάκη, αυτή η στάση είχε ως αποτέλεσμα να «κανονικοποιεί ένα καθεστώς ανοχής στην τρομοκρατία», επιχειρώντας έτσι να μεταφέρει τη συζήτηση από το επίπεδο της μεμονωμένης επίθεσης σε μια συνολικότερη πολιτική αποτίμηση του πώς αντιμετωπίστηκε ιστορικά το φαινόμενο της βίας.
Οι κυβερνητικές τοποθετήσεις επιδιώκουν να καταδείξουν ότι η βία δεν είναι ένα ουδέτερο κοινωνικό φαινόμενο, αλλά συνδέεται με πολιτικές στάσεις και δημόσιες αφηγήσεις. Ωστόσο, η επιλογή αυτή εντείνει αναπόφευκτα την ένταση, καθώς η αντιπολίτευση θεωρεί ότι η κυβέρνηση καταφεύγει σε γενικεύσεις, συγχέοντας χώρους, κινήματα και πρόσωπα, με αποτέλεσμα η κουβέντα να μετατρέπεται σε ανταλλαγή κατηγοριών αντί για αναζήτηση λύσεων.
ΕΛ.ΑΣ.: «Εργαλειοποίηση και φανατισμός»
Από την πλευρά της αντιπολίτευσης, και ειδικότερα της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης, ο αναπληρωτής εκπρόσωπος της ΕΛ.ΑΣ. Νίκος Νιφούδης άσκησε κριτική στις δηλώσεις Κυρανάκη, υποστηρίζοντας ότι στοχεύουν στην «ικανοποίηση του δεξιού ακροατηρίου της ΝΔ».
Παράλληλα, έκανε λόγο για προσπάθεια φανατισμού και για εργαλειοποίηση της τραγωδίας, τονίζοντας ότι η πολιτική αντιπαράθεση δεν πρέπει να πατά πάνω σε μια αιματηρή επίθεση, αλλά να διασφαλίζει νηφαλιότητα και θεσμική σοβαρότητα.
Η κριτική αυτή συμπυκνώνει την αντίθετη ανάγνωση: ότι η πολιτική ανοχή στον αντιεξουσιαστικό χώρο χρησιμοποιείται ως ερμηνευτικό «κλειδί» για τα πάντα, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι πραγματικές επιχειρησιακές και κοινωνικές παράμετροι που οδηγούν σε περιστατικά βίας. Κατά την αντιπολίτευση, τέτοιες γενικεύσεις ενισχύουν τη διχαστική ρητορική και δεν βοηθούν ούτε την κοινωνική συνοχή ούτε την αποτελεσματική αντιμετώπιση ακραίων φαινομένων.
Αντιδράσεις από ΣΥΡΙΖΑ, ΚΚΕ, Ελληνική Λύση και Πλεύση Ελευθερίας
Οι δηλώσεις των κυβερνητικών στελεχών προκάλεσαν κύμα αντιδράσεων. Ο βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ Χρήστος Γιαννούλης ανέφερε ότι, ενώ έχει κατακτηθεί σε μεγάλο βαθμό πολιτική ωριμότητα και ομοθυμία στην καταδίκη δολοφονικών επιθέσεων, υπάρχουν παρεμβάσεις που –όπως είπε– «γυρνούν τη χώρα χρόνια πίσω», επαναφέροντας στείρες αντιπαραθέσεις.
Από την πλευρά του ΚΚΕ, ο Νίκος Καραθανασόπουλος μίλησε για «προβοκατόρικες ενέργειες», υπονοώντας ότι η ένταση δεν προκύπτει τυχαία, αλλά συνδέεται με πολιτικές επιδιώξεις. Ο πρόεδρος της Ελληνικής Λύσης, Κυριάκος Βελόπουλος, κατηγόρησε την κυβέρνηση από το βήμα της Βουλής ότι «εκμεταλλεύεται ένα κτηνώδες γεγονός» και ότι «δημιουργεί εμφυλιοπολεμικό κλίμα» που διχάζει την κοινωνία.
Στο ίδιο πεδίο, η πρόεδρος της Πλεύσης Ελευθερίας, Ζωή Κωνσταντοπούλου, υποστήριξε ότι γίνεται εργαλειοποίηση της υπόθεσης και μίλησε για «προβοκάτσια που βολεύει το κυβερνών κόμμα», απαντώντας σε αιτιάσεις περί της στάσης του κόμματός της.
Το πολιτικό σκηνικό παραμένει τεταμένο, με τη σύγκρουση να κλιμακώνεται γύρω από ζητήματα βίας, δημόσιας ασφάλειας και πολιτικής ευθύνης. Στον πυρήνα της διαμάχης βρίσκεται το ερώτημα αν και σε ποιο βαθμό η πολιτική ανοχή στον αντιεξουσιαστικό χώρο λειτούργησε ως παράγοντας που επέτρεψε την αναπαραγωγή φαινομένων ανομίας ή αν πρόκειται για ένα σχήμα λόγου που χρησιμοποιείται για να αποδοθούν συλλογικές ευθύνες και να ενισχυθεί η πόλωση.
