Η νομπελίστρια Ειρήνης και κεντρική μορφή της αντιπολίτευσης στη Βενεζουέλα, Μαρία Κορίνα Ματσάδο, ξεκαθάρισε την Κυριακή ότι δεν προτίθεται να συμμετάσχει σε έναν νέο γύρο πολιτικού διαλόγου που έχει προγραμματιστεί για τον Αύγουστο. Πρόκειται για μια διαδικασία που, όπως ανακοινώθηκε, θα φέρει στο ίδιο τραπέζι μέρος της αντιπολίτευσης και την κυβέρνηση υπό την υπηρεσιακή πρόεδρο Ντέλσι Ροδρίγκες και η οποία παρουσιάζεται ως πρωτοβουλία με στήριξη από τις ΗΠΑ.
Η τοποθέτηση της Ματσάδο έρχεται σε μια περίοδο που η χώρα παραμένει βαθιά διχασμένη, με τις αντιπαραθέσεις γύρω από τη νομιμοποίηση της εξουσίας, τη διεθνή εμπλοκή και τις προοπτικές πραγματικής πολιτικής μετάβασης να βρίσκονται στο επίκεντρο.
Σε κοινή ανακοίνωση με τον Εδμούνδο Γκονσάλες Ουρούτια —τον υποψήφιο της αντιπολίτευσης στις προεδρικές εκλογές του 2024, ο οποίος υποστηρίζει πως είναι ο πραγματικός νικητής— η Ματσάδο τόνισε ότι ο συγκεκριμένος μηχανισμός δεν είναι αποτέλεσμα ευρείας συναίνεσης εντός της αντιπολίτευσης, ούτε στηρίχθηκε σε διαφανείς διαδικασίες.
Με άλλα λόγια, επιχειρεί να διαχωρίσει τη θέση της από μια πρωτοβουλία που θεωρεί ότι σχεδιάστηκε και ανακοινώθηκε χωρίς τη δική της συμμετοχή και χωρίς να αντανακλά τους στόχους του ευρύτερου αντιπολιτευτικού χώρου.
Η Μαρία Κορίνα Ματσάδο απορρίπτει τον διάλογο που ανακοινώθηκε για τον Αύγουστο
Η Ματσάδο ήταν σαφής ως προς το σκεπτικό της: «Μέλη της εθνικής αντιπροσωπείας του 2015 και αντιπρόσωποι του καθεστώτος ανακοίνωσαν τη δημιουργία μηχανισμού των δυο πλευρών, στη σύλληψη, στον σχηματισμό και στη λειτουργία του οποίου δεν είχαμε καμιά συμμετοχή· κατά συνέπεια δεν επαφίεται σ’ εμάς να εξηγήσουμε τους σκοπούς και τις αποφάσεις του». Η διατύπωση αυτή δεν είναι απλώς μια τυπική αποστασιοποίηση· αποτελεί πολιτικό μήνυμα προς πολλαπλές κατευθύνσεις: προς την κυβέρνηση, προς τα τμήματα της αντιπολίτευσης που εμφανίζονται διατεθειμένα να προσέλθουν στον διάλογο, αλλά και προς τους διεθνείς παράγοντες που επενδύουν στη διαδικασία ως δρόμο «εξομάλυνσης».
Στην ουσία, η Ματσάδο θέτει ζήτημα νομιμοποίησης της ίδιας της πρωτοβουλίας. Αμφισβητεί το κατά πόσο μια ομάδα εργασίας ή ένας «μηχανισμός» που συγκροτείται χωρίς τη συμμετοχή των βασικών πολιτικών εκπροσώπων της αντιπολίτευσης μπορεί να οδηγήσει σε ουσιαστικές δεσμεύσεις και μετρήσιμα αποτελέσματα. Και, κυρίως, αφήνει να εννοηθεί ότι οποιαδήποτε διαδικασία δεν στηρίζεται σε καθαρούς όρους και εγγυήσεις κινδυνεύει να λειτουργήσει ως πολιτικό άλλοθι.
Τι ανακοίνωσε η κυβέρνηση Ροδρίγκες και πώς τοποθετήθηκαν οι ΗΠΑ
Στα μέσα Ιουλίου, η κυβέρνηση της υπηρεσιακής προέδρου Ντέλσι Ροδρίγκες ανακοίνωσε τον σχηματισμό ομάδας εργασίας με στόχο, όπως ειπώθηκε, «να ενισχυθεί η δημοκρατία». Οι συνεδριάσεις αναμένεται να ξεκινήσουν από τον Αύγουστο, σε μια συγκυρία όπου η κυβερνητική πλευρά επιχειρεί να εμφανιστεί ως ανοιχτή σε θεσμικές διαδικασίες και ως πρόθυμη να εξετάσει «λύσεις» μέσω πολιτικής συνεννόησης.
Οι ΗΠΑ χαιρέτισαν την εξέλιξη ως «σημαντικό βήμα στη διαδικασία πολιτικής συμφιλίωσης» στη Βενεζουέλα. Ωστόσο, η σχέση Ουάσιγκτον–Καράκας παραμένει εξαιρετικά φορτισμένη. Σύμφωνα με όσα αναφέρονται στο αρχικό κείμενο, οι ΗΠΑ συνέλαβαν τον Ιανουάριο τον μέχρι τότε πρόεδρο της Βενεζουέλας, Νικολάς Μαδούρο, έπειτα από αιματηρή στρατιωτική επιχείρηση στο Καράκας—μια εξέλιξη που, ανεξαρτήτως οπτικής, καθιστά κάθε αναφορά σε «συμφιλίωση» πολιτικά σύνθετη και εξαιρετικά αμφισβητήσιμη στο εσωτερικό της χώρας.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η επίκληση της αμερικανικής στήριξης μπορεί να λειτουργεί ως διπλό σήμα: για ορισμένους αποτελεί εγγύηση διεθνούς πίεσης και σταθερής παρακολούθησης, για άλλους όμως ενισχύει τις κατηγορίες περί εξωτερικής παρέμβασης και αποδυναμώνει την αξιοπιστία της διαδικασίας στα μάτια τμημάτων της κοινωνίας.
Επαφές στο Καράκας και ρόλος της αντιπροσωπείας του 2015
Στο μεταξύ, με την υποστήριξη της Ουάσιγκτον, η εξόριστη αντιπολιτευόμενη Ντινόρα Φιγκέρα πραγματοποίησε σύντομη επίσκεψη στο Καράκας και συναντήθηκε με τον πρόεδρο του κοινοβουλίου, Χόρχε Ροδρίγκες. Η Φιγκέρα είναι επικεφαλής επιτροπής που αντιπροσωπεύει το κοινοβούλιο της περιόδου 2015-2020, το οποίο συχνά αναφέρεται ως «εθνική αντιπροσωπεία του 2015».
Η συνάντηση αυτή παρουσιάστηκε ως ένδειξη ότι υπάρχουν δίαυλοι επικοινωνίας, έστω και περιορισμένοι, ανάμεσα σε θεσμικούς παράγοντες της αντιπολίτευσης και την τρέχουσα εξουσία. Για τη Ματσάδο, όμως, η ύπαρξη επαφών δεν αρκεί από μόνη της: το κριτήριο είναι ποιος σχεδιάζει τη διαδικασία, με ποιους όρους, με ποια εκπροσώπηση και —κυρίως— με ποιον στόχο.
«Δεν θα βάλουμε εμπόδια», αλλά με σαφείς προϋποθέσεις
Παρά την απόρριψη της συμμετοχής της, η Ματσάδο επιχείρησε να κρατήσει μια ισορροπία, δηλώνοντας ότι δεν θα εγείρει κανένα «εμπόδιο σε οποιαδήποτε πρωτοβουλία φέρει αληθινή πρόοδο». Η φράση αυτή είναι σημαντική, γιατί αποφεύγει να εμφανίσει την αντιπολίτευση ως δύναμη άρνησης και ακινησίας. Ταυτόχρονα, θέτει τον πήχη: πρόοδος όχι στα λόγια, αλλά «αληθινή» — με πρακτικό αντίκρισμα, δεσμεύσεις και πιθανότατα εγγυήσεις που να μην επιτρέπουν την εργαλειοποίηση του διαλόγου.
Επιπλέον, επανέλαβε ότι στόχος της είναι να επιστρέψει στη χώρα: «Θα επιστρέψουμε στη Βενεζουέλα». Η εξόριστη πολιτικός καταγγέλλει ότι οι αρχές έκλεισαν τον εναέριο χώρο για να την εμποδίσουν να επιστρέψει, στοιχείο που προσθέτει μια ακόμα διάσταση στην αντιπαράθεση: την προσωπική της δυνατότητα πολιτικής παρουσίας επί του πεδίου και το αν η πολιτική δράση της μπορεί να ασκηθεί χωρίς περιορισμούς.
Η υπηρεσιακή πρόεδρος Ντέλσι Ροδρίγκες, που ανέλαβε την εξουσία τον Ιανουάριο, φέρεται να κυβερνά υπό έντονη πίεση από τις ΗΠΑ του Ντόναλντ Τραμπ, κάτι που επιδρά τόσο στις εσωτερικές ισορροπίες όσο και στον τρόπο που παρουσιάζεται διεθνώς κάθε πρωτοβουλία «διαλόγου».






















