Το Ιράν παίζει το παιχνίδι του Ντόναλντ Τραμπ με τους όρους του Αμερικανού προέδρου — και, όπως επισημαίνει σε ανάλυσή του το CNN, όχι μόνο δεν δείχνει να υποχωρεί, αλλά μοιάζει να κερδίζει τον Τραμπ στο δικό του παιχνίδι. Στην Ουάσιγκτον, η αφήγηση είναι συχνά ότι η ισχύς, οι απειλές και η «τέχνη της συμφωνίας» αρκούν για να λυγίσουν κάθε αντίπαλο. Όμως στην περίπτωση της Τεχεράνης, η πραγματικότητα αποδεικνύεται πιο πεισματάρα: το Ιράν αξιοποιεί την γεωγραφία, το timing και τα κενά της διπλωματικής γλώσσας για να καθορίζει τη δυναμική μιας αναμέτρησης στην οποία, θεωρητικά, θα έπρεπε να μειονεκτεί.
Τη Δευτέρα, ο Τραμπ παραπονέθηκε ότι η Ισλαμική Δημοκρατία δεν είναι αξιόπιστη όσον αφορά την τήρηση μιας συμφωνίας, κατηγορώντας τους Ιρανούς για κάτι που θυμίζει μία από τις πιο χαρακτηριστικές κινήσεις του ίδιου. «Ήταν τελειωμένη υπόθεση, και μετά την αθέτησαν. Πάντα την αθετούν», είπε στο Fox News, αναφερόμενος στο Μνημόνιο Κατανόησης που ανέστειλε προσωρινά τον πόλεμο. Η ειρωνεία δεν πέρασε απαρατήρητη: ο Τραμπ έχει μακρά ιστορία αποχώρησης από διεθνείς συμφωνίες, από τη Συμφωνία του Παρισιού για το Κλίμα έως άλλες δεσμεύσεις που οι προκάτοχοί του είχαν παρουσιάσει ως στρατηγικά κεκτημένα.
Και για πολλούς επικριτές, η σημερινή δύσκολη θέση των ΗΠΑ έχει ρίζες σε μια κομβική επιλογή της πρώτης θητείας του: την κατάργηση της συμφωνίας της εποχής Ομπάμα, η οποία έθετε όρια στο πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν. Έκτοτε, κάθε προσπάθεια «επανεκκίνησης» μοιάζει να ξεκινά από χειρότερη θέση, με λιγότερη εμπιστοσύνη και περισσότερους μοχλούς πίεσης στα χέρια της Τεχεράνης.
Λίγο αργότερα την ίδια μέρα, ο Τραμπ υποσχέθηκε να επιβάλει τέλος στα πλοία που διέρχονται από τα Στενά του Ορμούζ. Εκεί ακριβώς, το Ιράν μπήκε στη συζήτηση με μια «αντιπρόταση» που, σύμφωνα με το CNN, ήταν ποτισμένη με σαρκασμό αλλά και στρατηγικό υπολογισμό. «Ο Πρόεδρος των ΗΠΑ έχει απόλυτο δίκιο», έγραψε στο X ο υπουργός Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί, υποστηρίζοντας ότι ο Τραμπ νομιμοποίησε επί της ουσίας τη θέση της Τεχεράνης για επιβολή τελών στη διέλευση από τη ζωτικής σημασίας θαλάσσια οδό. Και πρόσθεσε ειρωνικά: «Το 20% είναι φυσικά υπερβολικό. Εμείς θα είμαστε δίκαιοι».
Πίσω από την ατάκα, το μήνυμα ήταν καθαρό: το Ιράν δεν αμύνεται απλώς· διεκδικεί να ορίσει τους κανόνες.
Το Ιράν κερδίζει τον Τραμπ στο δικό του παιχνίδι: η ειρωνεία των συμφωνιών
Ο Τραμπ διαπιστώνει ότι το Ιράν διαπραγματεύεται σκληρά και ότι η δημόσια εικόνα «γρήγορης νίκης» δεν μεταφράζεται σε σταθερό αποτέλεσμα. Δεν έχει ακόμη εξηγήσει με πειστικό τρόπο στους Αμερικανούς γιατί αναζωπύρωσε έναν πόλεμο που επανειλημμένα είχε δηλώσει ότι είχε ήδη κερδίσει.
Μόλις λίγες εβδομάδες μετά τη δήλωσή του ότι το Μνημόνιο Κατανόησης σήμαινε πως «τερμάτισε για πάντα» το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν και έφερε ειρήνη στη Μέση Ανατολή «για πρώτη φορά μετά από 3.000 χρόνια», άλλαξε γραμμή.
Τη Δευτέρα, σε ραδιοφωνική εκπομπή, είπε ότι η συμφωνία ήταν απλώς μια «δοκιμασία» στην οποία το Ιράν απέτυχε και ότι «δεν σήμαινε και πολλά». Κάποτε, οι υποστηρικτές του ίσως παρουσίαζαν αυτές τις αντιφάσεις ως απόδειξη «τετραδιάστατου» διπλωματικού σκακιού. Τώρα, το CNN υπονοεί ότι στην καλύτερη περίπτωση πρόκειται για αδιέξοδο: η ρητορική δεν αλλάζει τους συσχετισμούς στο πεδίο.
Ο πόλεμος και το Ορμούζ: η πραγματικότητα που δεν αλλάζει με δηλώσεις
Το Μνημόνιο Κατανόησης κατέρρευσε, σύμφωνα με την ανάλυση, επειδή το Ιράν κινήθηκε για να υπερασπιστεί τη σημαντικότερη «νίκη» του — τον αποτελεσματικό έλεγχο των Στενών. Κι αυτό έφερε ξανά στο προσκήνιο μια σκληρή πραγματικότητα για τις ΗΠΑ: παρά τις απειλές και τη στρατιωτική ισχύ, η Τεχεράνη εξακολουθεί να μπορεί να καθορίζει τη ροή της κρίσης.
Η βασική εξίσωση παραμένει ίδια. Το Ιράν αξιοποιεί τη γεωγραφία και μια κυνικά ρεαλιστική εκτίμηση της περιορισμένης του δύναμης για να ξεπερνά στρατηγικά μια υπερδύναμη. Με λίγους πυραύλους και drones μπορεί να «κλειδώσει» ξανά μια θαλάσσια αρτηρία από την οποία περνά σημαντικό κομμάτι του παγκόσμιου εμπορίου ενέργειας — κάτι που μετατρέπει κάθε διαπραγμάτευση σε παζάρι υψηλού κόστους.
Η ασάφεια του Μνημονίου και το διαπραγματευτικό πλεονέκτημα
Η νέα δοκιμασία θέλησης προήλθε εν μέρει από τη βιασύνη της κυβέρνησης να διαπραγματευτεί ένα Μνημόνιο Κατανόησης με ασαφείς διατυπώσεις. Η διαπραγματευτική ομάδα του Τραμπ, με επικεφαλής τον αντιπρόεδρο Τζέι Ντι Βανς και με νοοτροπία που, όπως αφήνει να εννοηθεί το CNN, θύμιζε περισσότερο real estate deal παρά γεωπολιτικό συμβιβασμό, φάνηκε να αγνοεί κάτι προφανές σε πιο έμπειρους αναλυτές: ότι το Ιράν θα αξιοποιούσε κάθε γκρίζα ζώνη για να αποκτήσει νέα ισχύ.
Η συμφωνία καλούσε την Τεχεράνη να «λάβει μέτρα» για ελεύθερη και ασφαλή διέλευση πλοίων για 60 ημέρες και να συνεργαστεί με το Ομάν ώστε να «καθοριστεί η μελλοντική διαχείριση και οι ναυτιλιακές υπηρεσίες» στο Ορμούζ. Επιφανειακά, αυτό μοιάζει να δίνει στις ΗΠΑ ό,τι ζητούν: ομαλή λειτουργία των Στενών. Όμως η Τεχεράνη φαίνεται να το διαβάζει ως έμμεση επιβεβαίωση ότι θα έχει λόγο — ή και έλεγχο — στη μελλοντική αρχιτεκτονική της θαλάσσιας οδού.
Δεν είναι λοιπόν περίεργο που το Ιράν προσπαθεί τώρα να διαμορφώσει το νέο status quo, πιέζοντας ώστε η προσωρινότητα να μετατραπεί σε μόνιμο πλεονέκτημα. Και το γεγονός ότι το θέμα παραμένει ανοικτό έναν μήνα μετά υποδηλώνει κάτι ακόμη: ότι το χρονοδιάγραμμα των 60 ημερών για μια πλήρη συμφωνία — που θα άγγιζε ακόμη και το πυρηνικό πρόγραμμα — ήταν εξαρχής μη ρεαλιστικό.
Γιατί ο ολοκληρωτικός πόλεμος μπορεί ακόμη να αποφευχθεί
Παρά τη νέα ένταση, υπάρχει ένας λόγος για συγκρατημένη ελπίδα: οι συγκρούσεις ίσως λειτουργούν ως μέσο «κατοχύρωσης» ερμηνειών, ώστε να προετοιμαστεί έδαφος για επόμενη φάση διπλωματίας. Ο Τραμπ, για παράδειγμα, δεν έχει δείξει διάθεση να πληρώσει το πιθανώς βαρύ τίμημα μιας μεγάλης χερσαίας ή αποφασιστικής επίθεσης σε καίριους στόχους όπως το ιρανικό πετρελαϊκό κέντρο στο νησί Χαργ — ένα σενάριο που θα άνοιγε τον ασκό του Αιόλου.
Σε αντίθεση με άλλους προέδρους, όπως ο Λίντον Τζόνσον ή ο Τζορτζ Μπους ο νεότερος, που κλιμάκωσαν πολέμους ακόμη κι όταν έδειχναν αδιέξοδοι, ο Τραμπ δείχνει να προτιμά την πίεση με ελεγχόμενη κλιμάκωση. Και σε αντίθεση με τον Βλαντίμιρ Πούτιν, δεν απάντησε σε στρατηγική ταπείνωση, εξαπολύοντας απεριόριστο πόλεμο κατά αμάχων.
Ωστόσο, τραγωδίες έχουν ήδη συμβεί. Στις αρχές του πολέμου, μια λανθασμένη αμερικανική επίθεση χτύπησε ιρανικό σχολείο, σκοτώνοντας 168 παιδιά και 14 δασκάλους, σύμφωνα με ιρανικές αρχές, ενώ ο συνολικός αριθμός αμάχων παραμένει άγνωστος. Παρ’ όλα αυτά, ο Τραμπ δεν υλοποίησε προηγούμενες απειλές για πλήγματα σε υποδομές όπως γέφυρες και σταθμούς ηλεκτροπαραγωγής — ενέργειες που θα επιβάρυναν δραματικά την καθημερινότητα των πολιτών. Και το Ιράν, από την πλευρά του, κράτησε όρια ως προς την κλιμάκωση, ιδίως σε αντίποινα εναντίον αμερικανικών βάσεων ή γειτονικών χωρών του Κόλπου.
Η «χορογραφία» του πεδίου μάχης, προς το παρόν, παραπέμπει σε σύγκρουση που σιγοβράζει, όχι σε ανεξέλεγκτη έκρηξη. Όμως, ακόμη κι αν η θερμοκρασία μείνει λίγο κάτω από το σημείο βρασμού, το κεντρικό ερώτημα παραμένει — και, όπως τονίζει το CNN, στοιχειώνει τον Τραμπ εδώ και μήνες: πώς θα βγει από τον πόλεμο;
