«Η μεγαλύτερη αμυντική πρόκληση της Ευρώπης είναι η εξεύρεση αρκετών ανθρώπων για να υπηρετήσουν στον στρατό και η ενίσχυση της δημόσιας προθυμίας για υπεράσπιση της χώρας τους», δήλωσε σε συνέντευξή του ο Φινλανδός υπουργός Άμυνας Άντι Χάκανεν.
Μετά τις δεσμεύσεις για αμυντικές δαπάνες που συμφωνήθηκαν στη σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ πέρυσι στη Χάγη και τις αμυντικές συμφωνίες αξίας τουλάχιστον 50 δισεκατομμυρίων δολαρίων που ανακοινώθηκαν στην Άγκυρα την Τρίτη, «το εύκολο κομμάτι» της ασφάλειας της Ευρώπης έχει ήδη γίνει, δήλωσε ο Φινλανδός υπουργός Άμυνας Άντι Χάκανεν, σύμφωνα με το Bloomberg.
«Τα ευρωπαϊκά μέλη του ΝΑΤΟ πρέπει επίσης να επενδύσουν σημαντικά σε στρατιωτικούς αριθμούς. Η άμυνα δεν μπορεί να οικοδομηθεί μόνο με εξοπλισμό και χρήματα, χρειάζονται άνθρωποι», είπε σε συνέντευξή του.
Η Φινλανδία εντάχθηκε στο ΝΑΤΟ το 2023, ένα χρόνο μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία.
Η χώρα μοιράζεται σύνορα 1.340 χιλιομέτρων με τη Ρωσία, τα οποία αποτελούν περισσότερο από το ήμισυ των χερσαίων συνόρων του ΝΑΤΟ με τον ανατολικό γείτονά της. Χάρη στο στρατιωτικό της σύστημα που βασίζεται στην υποχρεωτική θητεία, η Φινλανδία μπορεί να κινητοποιήσει περίπου 280.000 στρατιώτες σε καιρό πολέμου.
«Στη Φινλανδία, έχουμε απλούς πατέρες και μητέρες που είναι έτοιμοι να υπηρετήσουν στον στρατό και να υπερασπιστούν τη χώρα τους όταν χρειαστεί», είπε. «Αλλά στην Ευρώπη, η εύρεση ανθρώπων είναι μια μεγάλη πρόκληση».
Ο Χάκενεν δήλωσε ότι η Ρωσία σχεδιάζει να επεκτείνει τις ένοπλες δυνάμεις της σε 1,5 έως 2 εκατομμύρια στρατιώτες. Το ΝΑΤΟ δεν διαθέτει δικό του στρατό, επομένως τα κράτη μέλη έχουν δεσμευτεί να παρέχουν περισσότερους από 300.000 άρτια εκπαιδευμένους στρατιώτες για συλλογική άμυνα.
Ωστόσο, οι συνδυασμένες ενεργές δυνάμεις των ευρωπαϊκών μελών του ΝΑΤΟ, συμπεριλαμβανομένης της Τουρκίας, ανέρχονται σε περίπου 2,2 εκατομμύρια στρατιώτες, σύμφωνα με εκτιμήσεις του IISS.
Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι περίπου το 80% των Φινλανδών είναι πρόθυμοι να πάρουν τα όπλα για να υπερασπιστούν τη χώρα και τους συμμάχους τους.
Ένα βασικό ερώτημα είναι πώς η Γερμανία θα καταφέρει να εφαρμόσει τη σχεδιαζόμενη μεταρρύθμιση της υποχρεωτικής στρατιωτικής θητείας, δήλωσε ο Χάκενεν, προσθέτοντας ότι θα μπορούσε να γίνει παράδειγμα για άλλες ευρωπαϊκές χώρες.
