Όταν η Αυστραλία ανακοίνωσε τον Δεκέμβριο την απαγόρευση πρόσβασης στις πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης για παιδιά κάτω των 16 ετών, πολλοί το αντιμετώπισαν ως ένα τολμηρό –και ίσως μεμονωμένο– πείραμα. Πολύ σύντομα, όμως, φάνηκε ότι δεν επρόκειτο για ένα εθνικό «παραστράτημα», αλλά για τον προπομπό μιας ευρύτερης μετατόπισης: ένα παγκόσμιο κύμα απαγορεύσεων πρόσβασης στα social media σε παιδιά, που εξαπλώνεται με διαφορετικές μορφές, διαφορετικές δικαιολογίες και διαφορετικούς βαθμούς αυστηρότητας.
Μέσα σε λίγους μήνες, η Ινδονησία ξεκίνησε να περιορίζει την πρόσβαση στα περισσότερα social media για παιδιά κάτω των 16 ετών, ενώ η Μαλαισία κινήθηκε στην ίδια κατεύθυνση. Την περασμένη εβδομάδα, η Βρετανία ανακοίνωσε αντίστοιχο σχέδιο, με ορίζοντα εφαρμογής έως τις αρχές του 2027. Η αυστραλιανή πρωτοβουλία έχει μετατραπεί σε ένα είδος «βαρόμετρου», όπως σημείωσε στον Guardian ο Τζάστιν Χέντριξ, διευθύνων σύμβουλος και εκδότης του Tech Policy Press, ενός μη κερδοσκοπικού μέσου που από τον Φεβρουάριο καταγράφει κινήσεις σε περισσότερες από 40 χώρες με στόχο τον περιορισμό της πρόσβασης των παιδιών στα social media. «Φαίνεται πως πυροδότησε το ενδιαφέρον άλλων ρυθμιστικών αρχών. Το τι ακριβώς θα προκύψει από όλα αυτά, μένει να δούμε», πρόσθεσε.
Στον πυρήνα αυτής της παγκόσμιας δυναμικής βρίσκεται μια μεταβαλλόμενη κοινωνική αντίληψη: ολοένα και περισσότεροι συγκρίνουν τη σημερινή τεχνολογία με τη θέση που κατείχε κάποτε η καπνοβιομηχανία, προτού αποκαλυφθεί πλήρως η έκταση της βλάβης. Από την άλλη, ακόμη και οι πιο ένθερμοι υποστηρικτές των περιορισμών αναγνωρίζουν ότι η επιστημονική εικόνα παραμένει σύνθετη. Υπάρχουν περισσότερα τεκμηριωμένα ευρήματα από ποτέ για τις επιβλαβείς επιπτώσεις και τον εθιστικό χαρακτήρα των social media, αλλά –όπως τονίζει και ο Χέντριξ– «η επιστήμη δεν έχει καταλήξει σε οριστικά συμπεράσματα· εξακολουθούμε να μαθαίνουμε».
Παγκόσμιο κύμα απαγορεύσεων πρόσβασης στα social media σε παιδιά: διαφορετικές προσεγγίσεις, κοινός στόχος
Από την Ελλάδα μέχρι την Γκαμπόν, κάθε κυβερνητική πρωτοβουλία έχει τις δικές της ιδιαιτερότητες. Άλλες χώρες εστιάζουν κυρίως στην ηλικιακή πρόσβαση στις πλατφόρμες, άλλες στη χρήση smartphones στο σχολείο, ενώ ορισμένες επιχειρούν έναν συνδυασμό πολιτικών.
Στην Αυστρία, για παράδειγμα, το ηλικιακό όριο τοποθετείται στα 14 έτη, ενώ στη Γαλλία στα 15. Η Νορβηγία εξετάζει την επέκταση του ορίου από τα 13 στα 16, σε μια προσπάθεια να ευθυγραμμίσει το ρυθμιστικό της πλαίσιο με τις νέες ανησυχίες. Σε χώρες όπως η Πολωνία, η Δανία και η Αγγλία, ο περιορισμός των social media πλαισιώνεται από απαγορεύσεις ή περιορισμούς των smartphones στα σχολεία, με τη λογική ότι η σχολική καθημερινότητα πρέπει να προστατευτεί από τη συνεχή ψηφιακή διάσπαση.
Υπάρχουν όμως και πιο «υβριδικά» μοντέλα. Στη Βραζιλία, απαγορεύτηκε η χρήση κινητών στα σχολεία για όλες τις ηλικίες, ενώ η πρόσβαση στα social media για παιδιά κάτω των 16 ετών επιτρέπεται όταν υπάρχει σύνδεση με λογαριασμό γονέα ή κηδεμόνα. Πρόκειται για μια επιλογή που δείχνει πώς ο στόχος δεν είναι πάντα η πλήρης αποκοπή, αλλά ο έλεγχος και η επιτήρηση της χρήσης.
Γιατί τώρα; Αγωγές, πίεση και το «αποτύπωμα» στην κοινωνία
Τους τελευταίους μήνες, οι κίνδυνοι μιας χαλαρής προσέγγισης αναδείχθηκαν και από ένα κύμα δικαστικών αγωγών – από σχολικές περιφέρειες, κυβερνητικούς αξιωματούχους και χιλιάδες οικογένειες παγκοσμίως. Οι πλατφόρμες κατηγορούνται ότι βλάπτουν την ψυχική υγεία των παιδιών: είτε μέσω εθιστικών επιλογών σχεδιασμού (όπως ατελείωτη κύλιση, αλγοριθμικές προτάσεις και επιβράβευση μέσω ειδοποιήσεων), είτε μέσω αδυναμίας προστασίας από επιβλαβές ή επικίνδυνο περιεχόμενο. Οι εταιρείες απορρίπτουν τις κατηγορίες, ωστόσο ο δημόσιος διάλογος έχει ήδη αλλάξει.
Ιδιαίτερη βαρύτητα απέκτησε μια ιστορική υπόθεση στην Καλιφόρνια, όπου Meta και YouTube κρίθηκαν υπεύθυνες για εθιστικό σχεδιασμό που επηρέασε αρνητικά μια νεαρή χρήστρια. Τέτοιες αποφάσεις λειτουργούν ως καταλύτες: ενισχύουν πολιτικές πρωτοβουλίες, προσφέρουν «γλώσσα» για να περιγραφεί η βλάβη και –κυρίως– πιέζουν για ρυθμιστικές λύσεις που μέχρι πρότινος θεωρούνταν υπερβολικές.
Όπως σημειώνει ο ειδικός, η εμπειρία με τα social media και η καθυστέρηση στην αναγνώριση των βλαβών επηρεάζει πλέον και τον τρόπο που αντιμετωπίζεται η τεχνητή νοημοσύνη. Πολλοί πολιτικοί συνοψίζουν το δίλημμα σε μία φράση: «Δεν θέλουμε να επαναλάβουμε τα ίδια λάθη».
Από τα social media στην AI: η επέκταση των περιορισμών
Σε αρκετές χώρες, η συζήτηση έχει ήδη περάσει από τις πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης στα εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης. Η Βρετανία σχεδιάζει όριο ηλικίας 18 για chatbots που έχουν σχεδιαστεί για ρομαντική ή σεξουαλική σύνδεση, αναγνωρίζοντας τον κίνδυνο χειραγώγησης και συναισθηματικής εξάρτησης. Ο Καναδάς απαιτεί από τις εταιρείες AI να ενσωματώσουν «δικλείδες ασφαλείας», ενώ η Νορβηγία σχεδιάζει σχεδόν πλήρη απαγόρευση εργαλείων γενετικής τεχνητής νοημοσύνης στα δημοτικά σχολεία.
Κι όμως, όσο η ρυθμιστική βεντάλια ανοίγει, τόσο πιο δύσκολο γίνεται να αποτιμηθεί ο πραγματικός αντίκτυπος. Στην Αυστραλία, παρότι απενεργοποιήθηκαν περίπου 5 εκατομμύρια λογαριασμοί που ανήκαν σε παιδιά, έρευνες δείχνουν ότι περίπου δύο στους τρεις ανηλίκους που χρησιμοποιούσαν ήδη social media εξακολουθούν να βρίσκουν τρόπους πρόσβασης. Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι μόνο «αν» υπάρχει νόμος, αλλά «πώς» εφαρμόζεται και πόσο αποτελεσματικά μπορεί να επιβληθεί σε ένα περιβάλλον όπου η ταυτοποίηση ηλικίας παραμένει τεχνικά και ηθικά αμφιλεγόμενη.
Ρύθμιση αντί πλήρους απαγόρευσης: το δίλημμα που διχάζει
Δεν συμφωνούν όλοι ότι οι απαγορεύσεις είναι η σωστή λύση. Η Ιταλία, για παράδειγμα, έχει δηλώσει ότι δεν σκοπεύει να εφαρμόσει απαγόρευση, με τη Τζόρτζια Μελόνι να εκφράζει αμφιβολίες για την αποτελεσματικότητα τέτοιων μέτρων. Η Ινδία, η μεγαλύτερη αγορά social media στον κόσμο, παραμένει επιφυλακτική με περιορισμένες πρωτοβουλίες, ενώ στις ΗΠΑ οι προσπάθειες ρύθμισης συναντούν συχνά νομικά εμπόδια: ορισμένες πολιτείες, όπως η Φλόριντα, προχωρούν σε αυστηρούς κανόνες, ενώ άλλα μέτρα «παγώνουν» στα δικαστήρια.
Παράλληλα, οι τεχνολογικές εταιρείες προειδοποιούν ότι οι πλήρεις απαγορεύσεις μπορεί να σπρώξουν τους εφήβους σε πιο σκοτεινές ή λιγότερο ελεγχόμενες πλατφόρμες. Από την άλλη πλευρά, οργανώσεις όπως η Διεθνής Αμνηστία χαρακτηρίζουν τις απαγορεύσεις «αναποτελεσματική λύση» και ζητούν καλύτερη ρύθμιση, με επίκεντρο τη διαφάνεια, τον έλεγχο του σχεδιασμού που προκαλεί εθισμό και την ουσιαστική προστασία από επικίνδυνο περιεχόμενο.
Ορισμένα κράτη αναζητούν ενδιάμεσες διαδρομές. Ο Καναδάς εξετάζει εξαιρέσεις για εταιρείες που μπορούν να αποδείξουν ότι διαθέτουν ισχυρές πολιτικές προστασίας. Η Ισπανία συνδέει την προσπάθεια περιορισμών με έναν νόμο που θα καθιστά τα στελέχη των μέσων κοινωνικής δικτύωσης προσωπικά υπόλογα για ρητορική μίσους στις πλατφόρμες τους. Και στην Κίνα, όπου πολλές δυτικές πλατφόρμες είναι ήδη μπλοκαρισμένες, εφαρμόζονται από το 2021 περιορισμοί στη διαδικτυακή δραστηριότητα ανηλίκων, με ειδικούς κανόνες ακόμη και για τα διαδικτυακά παιχνίδια. Η Douyin, η κινεζική εκδοχή του TikTok, θέσπισε επίσης περιορισμούς για παιδιά κάτω των 14 ετών: 40 λεπτά την ημέρα, σε συγκεκριμένο χρονικό παράθυρο.
Διαφορετικά κίνητρα, ίδιο πεδίο σύγκρουσης
Καθώς το παγκόσμιο κύμα απαγορεύσεων πρόσβασης στα social media σε παιδιά εντείνεται, επανέρχονται ερωτήματα για τα κίνητρα πίσω από κάθε πολιτική. Στην Τουρκία, για παράδειγμα, πρόταση απαγόρευσης για παιδιά κάτω των 15 ετών συνοδεύτηκε από αναφορές σε πιθανό σύστημα εισόδου μέσω κυβερνητικής διαδικτυακής πύλης. Αυτό προκάλεσε ανησυχίες, δεδομένου του ιστορικού περιορισμών ή αποκλεισμών ιστοσελίδων σε περιόδους κοινωνικής έντασης.
Παρόμοια, στις ΗΠΑ, οι πρωτοβουλίες σε επίπεδο πολιτειών κινούνται σε ένα ευρύ φάσμα κινήτρων. Σε ορισμένες περιπτώσεις προέρχονται από έντονα συντηρητικές προσεγγίσεις που εστιάζουν στον περιορισμό πρόσβασης σε πορνογραφικό ή ΛΟΑΤΚΙ+ περιεχόμενο. Σε άλλες, ο κύριος άξονας είναι ο εθισμός, η πίεση της διαρκούς σύγκρισης, η κυβερνοπαρενόχληση και οι επιπτώσεις στην ψυχική υγεία παιδιών και εφήβων.
