Γράφει ο Σταύρος Παπαγιαννάκης
Η χώρα έζησε τα τελευταία χρόνια ίσως τις πιο δραματικές και αντιφατικές στιγμές της Μεταπολίτευσης. Μια περίοδο όπου η κοινωνία δοκιμάστηκε οικονομικά, θεσμικά και ψυχολογικά όσο λίγες φορές μετά το 1974. Και όμως, αντί για σοβαρότητα, σχέδιο και αίσθηση ιστορικής ευθύνης, βρεθήκαμε αντιμέτωποι με πολιτικές συμπεριφορές που συχνά έδιναν την εικόνα αυτοσχεδιασμού, ερασιτεχνισμού και επικίνδυνης αυταπάτης.
Οι πολίτες θυμούνται ακόμα τις «ηρωικές διαπραγματεύσεις», τα κλειστά τραπεζικά καταστήματα, την αγωνία για το αύριο, τη διεθνή απαξίωση της χώρας και μια κοινωνία διχασμένη όσο ποτέ. Θυμούνται υποσχέσεις χωρίς αντίκρισμα, εύκολα συνθήματα που κατέρρευσαν μπροστά στην πραγματικότητα και πολιτικές ηγεσίες που αποδείχθηκαν ανέτοιμες να διαχειριστούν μία από τις πιο κρίσιμες περιόδους της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας.
Γι’ αυτό προκαλεί εύλογη απορία και σε πολλούς αγανάκτηση το θράσος ορισμένων πρωταγωνιστών εκείνης της περιόδου να εμφανίζονται σήμερα ξανά με φιλοδοξίες πολιτικής επιστροφής και με όνειρα δημιουργίας νέων κομμάτων. Με ποιο ακριβώς αφήγημα; Με ποια αξιοπιστία; Για να προσφέρουν τι διαφορετικό από όσα ήδη κόστισαν ακριβά στη χώρα;
Και σαν να μην έφτανε αυτό, βλέπουμε πλέον να εμφανίζονται και νέες «πολιτικές» παρουσίες, άνθρωποι που ξεκίνησαν ως πονεμένοι γονείς ή ως εκφραστές μιας κοινωνικής οργής μιας οργής συχνά δικαιολογημένης αλλά σταδιακά μετατρέπουν τον ανθρώπινο πόνο και τη δημόσια συγκίνηση σε πολιτική φιλοδοξία. Όμως η πολιτική δεν είναι ούτε χώρος εκτόνωσης συναισθημάτων ούτε πεδίο προσωπικής δικαίωσης.
Η οδύνη ενός ανθρώπου μπορεί να γεννά σεβασμό και συμπόνια. Δεν αποτελεί όμως αυτομάτως πολιτικό προσόν, ούτε εγγύηση γνώσης, ικανότητας ή θεσμικής επάρκειας. Η χώρα δεν αντέχει άλλους ερασιτεχνισμούς, άλλες εύκολες κραυγές και άλλες επικίνδυνες απλουστεύσεις από ανθρώπους που αγνοούν πώς λειτουργεί το κράτος, η οικονομία και οι διεθνείς ισορροπίες.
Διότι η Ιστορία μάς δίδαξε ήδη πόσο ακριβά πληρώνεται ο πολιτικός ερασιτεχνισμός όταν ντύνεται με τον μανδύα του «αντισυστημικού σωτήρα». Και όσο κι αν αλλάζουν τα πρόσωπα ή τα συνθήματα, ο κίνδυνος παραμένει ο ίδιος όταν την πολιτική την αντιμετωπίζουν άνθρωποι χωρίς γνώση, χωρίς σχέδιο και χωρίς επίγνωση των συνεπειών των πράξεών τους.
Η Ελλάδα χρειάζεται σοβαρότητα, θεσμική ωριμότητα και πολιτικές δυνάμεις που να γνωρίζουν τι σημαίνει ευθύνη. Όχι νέους «μεσσίες», ούτε ανακύκλωση προσώπων που στο όνομα της οργής, της αγανάκτησης ή της δήθεν ελπίδας, είναι έτοιμοι να οδηγήσουν ξανά τη χώρα σε επικίνδυνες περιπέτειες.





















