Γράφει ο Σταύρος Παπαγιαννάκης
Το τελευταίο διάστημα παρακολουθούμε μια έντονη προσπάθεια πολιτικού «come back» από τον πρώην πρωθυπουργό Αλέξη Τσίπρα, η οποία παρουσιάζεται ως μια διαδικασία «rebranding». Η λέξη ακούγεται σύγχρονη, επικοινωνιακή, σχεδόν ελκυστική. Όμως, η ουσία του rebranding είναι απλή: το ίδιο προϊόν, με νέο περιτύλιγμα. Και εδώ ακριβώς βρίσκεται ο κίνδυνος.
Το rebranding δεν αλλάζει την ποιότητα, αλλάζει απλώς την εικόνα. Όταν λοιπόν ένας άνθρωπος και μια πολιτική ομάδα που δοκιμάστηκαν, απέτυχαν και άφησαν πίσω τους βαθιές πληγές στη χώρα, επιστρέφουν με νέα χρώματα, νέα σλόγκαν και νέες φωτογραφίες, αυτό δεν αποτελεί αναγέννηση. Αποτελεί απόπειρα λήθης. Μια προσπάθεια να ξεχάσει ο κόσμος όσα πραγματικά συνέβησαν, να αγνοήσει τα λάθη, τις παραλείψεις και τις επιπτώσεις εκείνης της περιόδου.
Και το πιο ανησυχητικό είναι ότι παρουσιάζεται ως κάτι «νέο», ενώ τίποτα ουσιαστικό δεν έχει αλλάξει. Ο ίδιος Τσίπρας που κυβέρνησε με ανωριμότητα, με έλλειψη γνώσης και θεσμικής κουλτούρας, ο ίδιος που περιέβαλε τον εαυτό του με συνεργάτες που αποδείχθηκαν ανέτοιμοι και ανεπαρκείς, παραμένει ο ίδιος. Ο τίτλος «rebranding» δεν μπορεί να κρύψει τα χαρακτηριστικά αυτά. Δεν μεταμορφώνει ούτε την εμπειρία, ούτε τις ικανότητες, ούτε τον τρόπο σκέψης.
Η κοινωνία οφείλει να μην ξεχνά. Να μην παρασυρθεί από επικοινωνιακές τεχνικές, να μην παγιδευτεί από μια εικόνα χωρίς ουσία. Το rebranding μπορεί να αλλάξει τη βιτρίνα· δεν αλλάζει το περιεχόμενο. Κι αν το περιεχόμενο έχει ήδη δοκιμαστεί και έχει κριθεί ανεπαρκές, τότε η νέα συσκευασία δεν είναι εξέλιξη… είναι παγίδα!
Σε μια εποχή που οι πολίτες ζητούν σοβαρότητα, υπευθυνότητα και πραγματικό όραμα, οι προσπάθειες ανακύκλωσης αποτυχημένων πολιτικών μέσα από μοντέρνα επικοινωνιακά τεχνάσματα δεν τιμούν τη δημοκρατία μας. Ο κόσμος δεν πρέπει να επιτρέψει να επαναληφθούν τα λάθη, ούτε να ξεγελαστεί από το φανταχτερό περιτύλιγμα. Γιατί η αλήθεια είναι απλή, το rebranding δεν κάνει κανέναν καλύτερο απλώς προσπαθεί να τον κάνει… πιο συμπαθή.
