Γράφει ο Στέλιος Κωστάλας
Η διαδήλωση της 13ης Σεπτεμβρίου στο Λονδίνο δεν ήταν απλώς μια μαζική συγκέντρωση ακροδεξιών δυνάμεων. Ήταν η έκφραση μιας κοινωνικής ανησυχίας που, αν την αγνοήσει κανείς, κινδυνεύει να λάβει ακόμη πιο επικίνδυνες διαστάσεις. Το πλήθος που κατέκλυσε τους δρόμους της βρετανικής πρωτεύουσας, είτε το δει κανείς ως 110.000 είτε ως 150.000 ανθρώπους, δεν μπορεί να απορριφθεί συλλήβδην ως περιθώριο. Δείχνει ότι οι ρητορικές περί «μεγάλης αντικατάστασης» και «χαμένης ταυτότητας» βρίσκουν ακροατήριο σε κοινωνικά στρώματα που νιώθουν πως η πολιτική εξουσία τους έχει ξεχάσει. Ο Tommy Robinson, πρωταγωνιστής της κινητοποίησης, παρουσιάζεται ως εκφραστής της οργής «του απλού πολίτη». Η συμμετοχή του Elon Musk με βιντεοσύνδεση, αλλά και η παρουσία του Γάλλου Éric Zemmour, αποδεικνύουν ότι δεν μιλάμε για μια τοπική έκρηξη, αλλά για ένα διεθνές δίκτυο ιδεών που συνδέει την Ευρώπη με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Όταν εικόνες με βρετανικές σημαίες συνυπάρχουν με καπέλα «MAGA», αντιλαμβάνεται κανείς ότι το φαινόμενο είναι βαθύτερο και τροφοδοτείται από ένα αφήγημα που ξεπερνά σύνορα και κυβερνήσεις. Δεν μπορεί όμως να περάσει απαρατήρητη η άλλη όψη της διαδήλωσης: η βία. Οι 26 τραυματισμένοι αστυνομικοί, οι δεκάδες συλλήψεις, τα μπουκάλια και τα βεγγαλικά που εκτοξεύτηκαν, δείχνουν ότι ο ακροδεξιός ακτιβισμός δεν περιορίζεται πλέον στη ρητορική. Στον δρόμο, μετατρέπεται σε δύναμη σύγκρουσης που αμφισβητεί όχι μόνο την κυβέρνηση, αλλά και την ίδια την έννοια της δημόσιας τάξης. Αυτό είναι το πιο ανησυχητικό στοιχείο: όταν ο λόγος γίνεται πράξη και η πράξη βία, τότε η δημοκρατία δοκιμάζεται στην πράξη. Ωστόσο, το λάθος θα ήταν να αντιμετωπιστεί το φαινόμενο αποκλειστικά με αστυνομικούς όρους. Η καταστολή από μόνη της δεν αρκεί. Όσο μεγάλα πλήθη συνεχίζουν να συγκεντρώνονται πίσω από πρόσωπα όπως ο Robinson, τόσο περισσότερο θα φαίνεται ότι υπάρχει ένα κενό ανάμεσα στην πολιτική εξουσία και τις ανησυχίες της κοινωνίας. Ένα κενό που καλύπτεται εύκολα από δημαγωγούς, αλλά δύσκολα από σοβαρές πολιτικές προτάσεις. Αν η κυβέρνηση Starmer δεν βρει τρόπο να συνδυάσει την ανάγκη για κοινωνική συνοχή με δίκαιη και αποτελεσματική διαχείριση της μετανάστευσης, τότε κινδυνεύει να αφήσει το πεδίο ελεύθερο σε όσους εκμεταλλεύονται τον φόβο και την ανασφάλεια. Στον αντίποδα, η αντισυγκέντρωση των 5.000 μελών της Stand Up to Racism έστειλε ένα διαφορετικό μήνυμα: ότι υπάρχει ακόμη ένα κομμάτι της κοινωνίας πρόθυμο να υπερασπιστεί την ανεκτικότητα και τον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Το πρόβλημα είναι πως οι εικόνες με χιλιάδες σημαίες και συνθήματα εθνικιστικού χαρακτήρα υπερκαλύπτουν επικοινωνιακά τις πιο αδύναμες φωνές υπέρ της συμπερίληψης. Και αυτό δημιουργεί τον κίνδυνο ο δημόσιος διάλογος να μονοπωληθεί από τους ακραίους. Το ερώτημα που προκύπτει, λοιπόν, δεν είναι αν ο Robinson και οι ομοϊδεάτες του θα συνεχίσουν να κινητοποιούν κόσμο. Είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα το κάνουν. Το ερώτημα είναι αν το πολιτικό κατεστημένο θα μπορέσει να απαντήσει με πολιτικές που θα μειώσουν την ανασφάλεια, θα ενισχύσουν την κοινωνική δικαιοσύνη και θα αποδυναμώσουν το έδαφος όπου ανθίζει ο λαϊκισμός. Αν όχι, τότε οι πορείες αυτού του Σεπτεμβρίου ίσως αποτελέσουν απλώς την αρχή ενός κύματος που θα αλλάξει ριζικά το πολιτικό τοπίο της Βρετανίας. Η διαδήλωση της 13ης Σεπτεμβρίου δεν ήταν μόνο μια μέρα έντασης. Ήταν ένας καθρέφτης για τη βρετανική κοινωνία, που δείχνει τις ρωγμές, τις φοβίες και τα αδιέξοδα της εποχής μας. Και όπως κάθε καθρέφτης, μπορεί να τρομάζει με την αλήθεια που αποτυπώνει, αλλά είναι απαραίτητο να κοιτάξουμε μέσα του αν θέλουμε να καταλάβουμε πού βαδίζουμε.
