Δύο διηγήματα
Του Πολύβιου Ν. Προδρόμου
- «Συνταγή πολίτικη»
–Είναι λίγο ακριβό το βούτυρο αυτό κυρά Κατίνα.
–Ας είναι. Άμα είναι το καλό, το ταζέδικο, χαλάλι του τα λεφτά. 400 δράμια να με βάλεις. Από τα Νικολοβάρβαρα έχει αρχίσει τις ετοιμασίες. Έντυσε και το σπίτι της με τα καλύτερα από τον γιούκο, άσπρισε την αυλή της. Αρώματα από φαγητά και σερμπέτια.
–Κυρά Κατίνα, πότε θα ’ρθουν τα παιδιά σου;
–Μπρε, δε σε το είπα τόσες φορές; Αύριο παραμονή, το πολύ μεθαύριο. Και τάχυνε το βήμα της.
–Άντε, με το καλό να τα δεχτείς αυτή τη φορά!
Πολίτισσα, τσελεμπίνα. Τα καλοπάντρεψε όλα και τα προίκισε, κι ο πατέρας τους τα χαίρεται από κει πάνω. Ένα καρτ ποστάλ με τη φωτογραφία του «Ἐνθύμιον ἀπὸ τὴ Σμύρνη. Ἀγαπημένη μου, εὐτυχές τὸ 1920» και τρία παιδιά της αγκαλιάς, της άφησε.
Μέλωσε τα φοινίκια, μέλι και ζάχαρη η ζωή τους. Ετοίμασε τη ζύμη για τους κουραμπιέδες. 400 δράμια βούτυρο από το καλό κι αλεύρι όσο πάρει. Δυο δραχμές κανέλλα, 7 δραχμές αμύγδαλα καβουρντισμένα, δύο κρόκους αυγών, 100 δράμια ζάχαρη. Και δεν ξεχνούσε να ρίξει στο καρβουνάκι να καούν μαζί ζάχαρη και κανέλλα για να γλυκαίνουν οι λογισμοί των άλλων για τα παιδιά της. Ένα ποτήρι ροδόνερο, μοσχοβολιά ο δρόμος τους. Στάχτη από το τζάκι της για να φτιάξει την αλισίβα. Όπως η στάχτη διαλύεται στο νερό, έτσι να διαλύεται και το κακό από κοντά τους. Έσμιγε τα υλικά και τα ζύμωνε όσο κρατάνε δύο «Πατερημών» κι ένα «Πιστεύω». Μετά, κανάκευε, σα μωρό, τη ζύμη στα χέρια της. Τρία παιδιά κανάκεψε και πόσα της γειτονιάς. Κουράστηκε σήμερα πολύ.
Ισόγειο δωμάτιο στα προσφυγικά, με θέα στο δρόμο. Το απόγευμα έφερε την καρέκλα της κοντά στο παράθυρο, τράβηξε το ασπροκέντι που είχε για κουρτίνα, έριξε μια ματιά μη δει καμιά γειτόνισσα από τα μέρη της να μιλήσουν, έβαλε σπινά το ραδιοφωνάκι για συντροφιά και βάλθηκε να πλέξει σοσονάκια για τα εγγόνια της, γιατί απ’ τα πόδια αρπάζουν το κρύωμα. Τζιέριμ, γιαβρίμ χαρά που θα κάνουν! Είχε δώρα και φιλέματα για όλους.
κάνει κρύο απόψε. Πέρασε η ώρα. Πήγε στο κρεβάτι της κι έκατσε για λίγο στην άκρη.
Το ραδιοφωνάκι συνέχισε να παίζει:
«Θα μεταδοθούν αναζητήσεις μέσω του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού. Παρακαλούνται όσοι γνωρίζουν δια τα εξής πρόσωπα να ειδοποιήσουν την Υπηρεσίαν αναζητήσεων του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού, οδός 3ης Σεπτεμβρίου, αριθμός 21. Η Κατίνα Κούζογλου, το γένος Δισμεκλή, χήρα Αριστείδου, από τη Πόλη, αναζητά τα παιδιά της Όλγα, Ελένη και Δημητράκη. Τελευταία φορά που τα είδε ήταν το 195.., πριν μετακομίσει από το Πρώτο στον Τρίτο προσφυγικό συνοικισμό Πάτρας».
Ξάπλωσε και σκεπάστηκε. Έκλεισε τα μάτια και τα ονειρεύτηκε. Αύριο θα έρθουν, δε μπορεί, σκέφτηκε.
Χριστούγεννα. Ψυχή στους δρόμους.
2. «Ένα σπαθί από μπαλόνια»
Ο Κωνσταντής ξύπνησε όλο χαρά.
«Μαμά, την άσπρη τη μπλούζα με τον Σπάιντερ-μαν θέλω να φορέσω σήμερα. Τι ώρα θα ξεκινήσουμε για το σπίτι του Τίμου;»
«Νωρίς είναι ακόμα. Σήκω να φας πρωινό και να ετοιμαστείς».
«Καλημέρα μπαμπά, καλημέρα μαμά», τους είπε με χαμόγελο και πήρε τη θέση του στο τραπέζι. Γάλα με δημητριακά, χυμό πορτοκάλι χωρίς κουκούτσια, όπως μόνο ο μπαμπάς του ήξερε να τον στύβει με τα δυνατά του χέρια, κι ένα αυγό βραστό για να πάρει δύναμη. Ο Τίμος θα έκανε πάρτυ για τα γενέθλιά του και όλη η πρώτη Δημοτικού θα ήταν εκεί. Είχε προσκαλέσει όλα τα παιδιά της τάξης του, την τρίτη Κυριακή του Ιουνίου. Ο Τίμος ήταν ο καλύτερος φίλος του Κωνσταντή. Από τον παιδικό σταθμό μαζί.
Ο Κωνσταντής χτενίστηκε και η μαμά του τον βοήθησε να ντυθεί, να φορέσει τα καινούργια αθλητικά του παπούτσια, που ταίριαζαν με τα ρούχα του και του έδωσε να κρατάει το δώρο γενεθλίων του φίλου του.
«Στάσου λίγο να σε καμαρώσω. Κούκλος σαν τον μπαμπά σου!», του είπε η μητέρα του και του έδωσε ένα φιλί. Σφίχτηκε η καρδιά της. Η ώρα είχε πάει δέκα.
«Πάμε; Θα αργήσουμε. Θα έχουν πάει τα άλλα παιδιά. Γεια σου, μπαμπά», είπε κοιτάζοντας προς το σαλόνι, «πάμε στο πάρτυ του Τίμου. Μπορεί να αργήσουμε λίγο».
«Μαμά, θυμάσαι, πέρσι στο πάρτυ του Τίμου με είχε πάει ο μπαμπάς».
«Θυμάμαι, αγόρι μου», του απάντησε η μητέρα του και ήρθαν στο μυαλό της όλα εκείνα που προσπαθούσε ένα χρόνο τώρα να ξεχάσει. Οι τελευταίες εξετάσεις του δεν ήταν καλές. Ο καρκίνος είχε προσβάλλει ζωτικά όργανα. Το πολύ τρεις μήνες. Βούρκωσε. Δεν ήθελε να την καταλάβει ο Κωνσταντής και άλλαξε κουβέντα.
«Η μαμά τού Τίμου μου είπε πως αγόρασαν καινούργιο τρομπολίνο και πως σήμερα στο πάρτυ θα είναι και ένας ζογκλέρ για να σας μάθει κατασκευές με μπαλόνια και να παίξετε».
«Ουάου», φώναξε ο Κωνσταντής, «Θα φτιάξω ένα σπαθί με τα μπαλόνια και θα το δείξω στον μπαμπά».
Τα παιδιά όλα ακολουθούσαν τον ζογκλέρ που κρατούσε στα χέρια του πολύχρωμες σημαίες και πολλά, πάρα πολλά, μπαλόνια χρωματιστά. Έβαλε τα παιδιά να καθίσουν σε κύκλο και τους έδειχνε κατασκευές με τα μπαλόνια.
«Σήμερα παιδιά, εκτός από τον Τίμο, γιορτάζουν και όλοι οι μπαμπάδες του κόσμου», είπε ο ζογκλέρ, κι άλλαξε το cd που συνόδευε τις δραστηριότητες των παιδιών: «Ο καλύτερος μπαμπάς του κόσμου, είναι απ’ όλους τους μπαμπάδες ο δικός μου μπαμπάς…».
«Θέλετε να φτιάξουμε μια ωραία μπαλονοκατασκευή για να του την δώσετε και να του πείτε πόσο πολύ τον αγαπάτε;»
«Θέλουμεεεεεεεεεεε!!!!!!», φώναξαν όλα τα παιδιά.
«Βέβαια, τον μπαμπά μας και τη μαμά μας τους αγαπάμε κάθε μέρα, όχι μόνο σήμερα», είπε ο ζογκλέρ απευθυνόμενος στα παιδιά.
Ο Κωνσταντής, σήκωσε το χέρι του.
«Σ’ ακούμε, Κωνσταντή, πες μας».
«Εγώ, πάντα αγαπούσα τον μπαμπά μου και ξαφνικά πέθανε».
Στον γυρισμό, ο Κωνσταντής ήταν κάπως σκεπτικός. Κρατούσε ένα τεράστιο μπαλονόσπαθο και το κοιτούσε.
«Μαμά θέλω, πριν πάμε σπίτι μας, να πάμε πρώτα στον μπαμπά. Να του δώσω το σπαθί που του έφτιαξα».
Λες και διάβασε τη σκέψη της. Πόσο το ήθελε και η ίδια δε λέγεται…
«Να πάμε αγόρι μου», του απάντησε, κι αυτή τη φορά δεν μπόρεσε να κρύψει τα δάκρυά της.
Σήμερα θα έκλεινε τα 34. Ένα λευκό τριαντάφυλλο από τη γυναίκα του και ολοκόκκινο τεράστιο μπαλονόσπαθο, φτιαγμένο μόνο για αυτόν, από τον γιο του.
«Οι άνθρωποι, αγόρι μου, πεθαίνουν μόνο όταν τους ξεχνάμε».
«Ναι, μαμά. Πάμε σπίτι μας τώρα, σε παρακαλώ. Κουράστηκα σήμερα από το παιχνίδι».
Πηγή: frear
