Η γιαγιά μας η ... μαμή (Ά Μέρος) - Χιακός Λαός - XiakosLaos.gr
Connect with us

Hi, what are you looking for?

ΑΠΟΨΕΙΣ

Η γιαγιά μας η … μαμή (Ά Μέρος)

Γράφει η Λεμονιά Μορόμαλου

Ο Γιαννάκης κρατούσε σφικτά το πόδι του μεγάλου τραπεζιού της κουζίνας με τα δυο  χέρια και ρουφούσε  τη μύτη του. Πού και πού κλαυθμήριζε  λιγάκι  κι άλλοτε πάλι χτυπούσε  τα  πόδια στο πάτωμα. Όποτε το θυμόταν έκλαιγε  λίγο πιο δυνατά, αλλά γρήγορα σταματούσε και το γύριζε  στους αναστεναγμούς. Είχε πια αποκάμει… Αλλά το γινάτι γινάτι. Μπορεί και να είχε  ξεχάσει για ποιο λόγο ήταν θυμωμένος  αλλά τώρα πια δεν είχε καμιά σημασία. Καθώς ήταν καθιστός, τ’ απλωμένα του πόδια εμπόδιζαν την κυκλοφορία των γυναικών στην μεγάλη κουζίνα του σπιτιού της γιαγιάς, όπου μαζεύονταν όλη η οικογένεια τα σαββατοκύριακα. Έτσι μικρούλης που ήταν κινδύνευε  να ξεχαστεί, να μην τον δουν, και να τον πατήσουν κι από πάνω.

Η απαγόρευση από τη μητέρα του ήταν ρητή: Nα μην του δίνει κανείς σημασία μέχρι να ξεθυμώσει, ή να πει επί τέλους τι έχει. Μόνο η γιαγιά, σαν  περνούσε από δίπλα, χάιδευε στα κρυφά το κεφαλάκι του αλλά και τότε  ο Γιαννάκης   έβγαζε μια τσιρίδα, άρχιζε πάλι να χτυπιέται,  χωρίς πάντως ν’ αφήνει  το πόδι του τραπεζιού και την έκανε να σαστίζει. Οι υπόλοιποι προσποιούνταν  πως δεν τον έβλεπαν .

– Δεν σου τό’ πα εγώ; Ματιασμένος είναι,  άρχισε να λέει η θεία Ελένη.

– Έλα καλέ, που είναι ματιασμένος! Κακομαθημένος είναι  και δεν μας λέει  γιατί κλαίει. Κάτι θα  θέλει  και περιμένει  να το καταλάβομε  μόνες μας,  απαντά η μητέρα του.

– Ματιασμένος πρέπει νά’ ναι,  Καλλιρρόη,  αναλαμβάνει τότε η θεία Μαρίκα που η γνώμη της βάραινε περισσότερο- σαν μεγαλύτερη που ήταν. 

Η γιαγιά παρέμενε σιωπηλή και καμώνονταν πως είχε δουλειά, σίγουρη πως σύντομα θα τη χρειαστούν…

Η μαμά  του Γιαννάκη  τον ήξερε  καλά. Ήξερε τα πείσματα και τα γινάτια του  αλλά οι θείες ήταν αμετάπειστες επειδή: Όταν ένα παιδάκι έκλαιγε ανεξήγητα, ενώ ήταν αλλαγμένο, ταϊσμένο, δεν ήταν άρρωστο και δεν το είχε πειράξει  κανείς, τότε σίγουρα ήταν ματιασμένο.

Τελεία και παύλα.

Είδαν κι απόειδαν,  κόντευε η ώρα του μεσημεριανού  για να καταφθάσουν και  οι άνδρες της οικογένειας , οπότε  φώναξαν τη γιαγιά και της ζήτησαν να τον ξεματιάσει, πράγμα που εκείνη περίμενε από ώρα, γι’ αυτό και κατέφθασε τόσο γρήγορα  πανέτοιμη να ξορκίσει το θεριό. 

Άρχισε να κάνει  στον αέρα το σημείο του σταυρού  προς την κατεύθυνση του παιδιού,  ενώ ακατάληπτοι ήχοι έβγαιναν από το στόμα της: «βζ βζ πς πς κτ λθ».

Αυτά μόνο μπορούσαμε να ακούσομε  εμείς τα παιδιά από τα λόγια που ψιθύριζε,  ενώ  καθόμασταν σε μια γωνιά του καναπέ και κάναμε πως διαβάζομε .

Βλέπαμε συχνά τη σκηνή του ξεματιάσματος -πάντα στο ίδιο μοτίβο -και  στο τέλος πιστέψαμε κι εμείς   πως τα «πς βζ κθ  αχς»  ήταν το ξεμάτιασμα και το επαναλαμβάναμε  συχνά  στα παιχνίδια μας για να σπάσομε πλάκα. Όταν ζητήσαμε μια μέρα από τη γιαγιά  να πει αυτό που έπρεπε  πιο δυνατά  για να βεβαιωθούμε,  εκείνη απάντησε  με σοβαρότητα : «δεν κάμνει».

Αν λοιπόν  ο Γιαννάκης  ήταν  ματιασμένος, ενδιάμεσα στα λόγια  θα  έπιαναν τη γιαγιά   ρίγη  ή χασμουρητά σημάδι πως σε λίγο ο μικρός θα γινόταν καλά. Το μάτι έφευγε από πάνω του και περνούσε σ’ εκείνη  για να εξανεμιστεί : Στα όρη και στ’  άγρια  βουνά… Αν πάλι κατά τύχη εκείνη την ώρα την διέκοπτε κάποιος που μιλούσε,  μια φωνή από το δρόμο , ή ένας άλλος θόρυβος, ήταν κι αυτό κακό σημάδι αλλά  έπρεπε να ξεκινήσει  αυτά που έλεγε από την αρχή.

Όμως, εκείνη την ημέρα  η γιαγιά ούτε χασμουρήθηκε ούτε ρίγησε, ενώ κανείς δεν την διέκοψε στο αναμεταξύ.

Ο μικρός παρέμενε  καταγής  αγκαλιά με το τραπέζι, οι γυναίκες συνεννοήθηκαν με τα μάτια   και σκέφτηκαν να επιστρατεύσουν τα «μεγάλα μέσα». Η  Ελένη  πιο ανήσυχη απ’ όλες  – ο Γιαννάκης  εκτός από αγαπημένος ανιψιός ήταν και βαφτισιμιός της – ανέβηκε στον επάνω όροφο,  εκεί που βρίσκονταν τα εικονίσματα,  και σε λίγο κατέβηκε κρατώντας το καντήλι. Η  Μαρίκα γέμισε μέχρι τα μισά ένα ποτηράκι του κρασιού με νερό. Η  γιαγιά υπομονετικά και με  περισσότερο δέος  απ’ ό,τι  προηγουμένως  άρχισε να  μουρμουρίζει πάλι  ακατάληπτα λόγια  -διαφορετικά αυτή τη φορά-ενώ τακτικά  έσταζε  από το λάδι του καντηλιού  τρεις σταγόνες κάθε φορά  μέσα στο ποτηράκι .Οι γυναίκες  ήταν μαζεμένες από πάνω  με  περιέργεια αλλά και  αγωνία  για να δουν το αποτέλεσμα. Αν το λάδι χανόταν κατ’ ευθείαν τότε αλίμονο …πολύ κακό μάτι είχε δει το παιδάκι μας. Αν πάλι το λάδι που έπεφτε έκανε στρογγυλές κηλίδες τότε ήταν ματιασμένο αλλά …πιο ελαφριά. Αν οι κηλίδες ήταν μικρές, τότε την αιτία για το κλάμα έπρεπε να την αναζητήσουν  αλλού, ίσως τελικά στο γινάτι, οπότε θα ακολουθούσε το σχετικό μάλωμα μπας και πάψει το παιδάκι  να τις  δουλεύει…

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΕΚΚΛΗΣΙΑ

Σε μία συγκινητική τελετή χοροστάτησε χθες, ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος, στην Τρίγλια της Βιθυνίας, της Ιεράς Μητροπόλεως Προύσης. Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος χοροστάτησε χθες,...

ΑΘΛΗΤΙΚΑ

Στην 15η θέση της λίστας των κορυφαίων ομάδων ποδοσφαίρου του πλανήτη για το 2021 όπως ανακοίνωσε η IFFHS είναι ο Ολυμπιακός. Η ομάδα του...

ΕΚΚΛΗΣΙΑ

Σήμερα, 21 Ιανουαρίου, είναι του Μαξίμου Ομολογητού, της Αγίας Αγνής, του Αγίου Ευγενίου εκ Τραπεζούντας, του Αγίου Νεοφύτου του Μάρτυρος και του Αγίου Πατρόκλου....

ΠΕΡΙΕΡΓΑ

Viral έγινε ένας Μεξικανός τηλεοπτικός παρουσιαστής, στην προσπάθειά του να μεταπείσει αρνητές, αντεβολιαστές και γενικά όποιον δεν έχει συνειδητοποιήσει πόσο σοβαρή είναι η κατάσταση...