Η πληγή από τις φλόγες του Ιουνίου παραμένει ανοιχτή στη Χίο και όχι μόνο στο έδαφος. Είναι έκδηλη στα βλέμματα των κατοίκων, στην ανησυχία που αιωρείται σαν καπνός πάνω από τα χωριά που επλήγησαν. Μέσα σε αυτό το φορτισμένο πλαίσιο, η ανακοίνωση της Περιφέρειας Βορείου Αιγαίου για την προκήρυξη μελέτης 280.000 ευρώ για την αντιπλημμυρική προστασία των καμένων εκτάσεων, ήρθε ως ένα πρώτο, συγκρατημένα ελπιδοφόρο βήμα.
Η μελέτη αφορά έργα αναχαίτισης κινδύνου σε ποταμούς και χειμάρρους, με στόχο να αποτραπεί ένας νέος κύκλος καταστροφής – αυτή τη φορά από τις βροχές του χειμώνα. Όπως μας εξηγούν κάτοικοι των περιοχών που δοκιμάστηκαν από τη φωτιά, ο φόβος δεν έχει φύγει:
«Η φωτιά έκαψε τα δέντρα, αλλά άφησε πίσω της λάσπη και αγωνία. Το φθινόπωρο φοβόμαστε τη βροχή περισσότερο από τη ζέστη του καλοκαιριού», λέει χαρακτηριστικά αγρότης από τα νότια του νησιού.
Το γεγονός ότι η μελέτη θα ολοκληρωθεί ως το τέλος του έτους, σύμφωνα με την Περιφέρεια, έχει προκαλέσει ανάμεικτα συναισθήματα: από τη μία ανακούφιση για τη δρομολόγηση μέτρων, από την άλλη, σκεπτικισμός για το εάν θα προλάβουν τα έργα να ξεκινήσουν έγκαιρα, πριν οι πρώτες βροχές μετατρέψουν τις στάχτες σε πλημμυρική παγίδα.
Η είδηση πως το επόμενο Περιφερειακό Συμβούλιο, που θα πραγματοποιηθεί μέσα στον Αύγουστο, θα γίνει στη Χίο και θα έχει στην ατζέντα του την αποτίμηση της πυρκαγιάς και τον σχεδιασμό για την «επόμενη μέρα», προκάλεσε ενδιαφέρον αλλά και προσδοκίες. Πολλοί πολίτες βλέπουν αυτή τη συνεδρίαση ως μια ευκαιρία να ακουστούν επιτέλους από επίσημα χείλη, και όχι μόνο ως αριθμοί σε μια έκθεση ζημιών.
Ο Περιφερειάρχης κ. Κώστας Μουτζούρης φαίνεται να στέλνει μήνυμα παρουσίας και εγρήγορσης με αυτήν την επιλογή, όμως οι τοπικές κοινωνίες ζητούν πλέον πράξεις, όχι μόνο παρουσίες. Η απάντηση, προφανώς, δεν μπορεί να δοθεί μόνο με νούμερα. Το ζητούμενο είναι αν οι δομές μπορούν να κινηθούν με την ταχύτητα που απαιτεί η ίδια η φύση. Και σε αυτό, η Χίος δεν ζητά θαύματα, ζητά σχέδιο, προτεραιότητα και δράση.
