Η φορολογία στην Ελλάδα συνεχίζει να «γέρνει» δυσανάλογα προς τη μισθωτή εργασία, την κατανάλωση και την ενέργεια, σχηματίζοντας μια «τριπλή παγίδα» που συμπιέζει το διαθέσιμο εισόδημα δύο φορές: πρώτα πριν καν ο μισθός καταλήξει στον εργαζόμενο και έπειτα όταν αυτός δαπανά τα χρήματά του στην αγορά ή πληρώνει λογαριασμούς και μετακινήσεις. Η τελευταία ετήσια έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τη φορολογία επαναφέρει με σαφήνεια το ίδιο μήνυμα: η Ελλάδα καταγράφει από τις υψηλότερες συνολικές επιβαρύνσεις στα εισοδήματα από εξαρτημένη απασχόληση σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση. Όμως η εικόνα δεν περιορίζεται στους φόρους μισθών και τις ασφαλιστικές εισφορές. Η χώρα εμφανίζεται, ταυτόχρονα, να ενισχύει σημαντικά τον ρόλο του ΦΠΑ στο φορολογικό μείγμα από το 2014 και να βρίσκεται στην κορυφή της ΕΕ στα έσοδα από περιβαλλοντικούς φόρους ως ποσοστό της οικονομίας.
Σε απλά λόγια, το πρόβλημα δεν είναι μόνο «πόσο φορολογείται ο μισθός», αλλά και «πόσο φορολογείται η καθημερινότητα». Αυτή η σύνθεση επιβαρύνσεων εξηγεί γιατί, παρά τις επιμέρους παρεμβάσεις των τελευταίων ετών, πολλοί πολίτες αισθάνονται ότι η φορολογία απορροφά σταθερά μεγαλύτερο μέρος της αγοραστικής τους δύναμης.
Φορολογία και μισθωτή εργασία: η μεγάλη απόσταση μεταξύ κόστους και καθαρού μισθού
Το πιο ηχηρό εύρημα της έκθεσης αφορά τον έμμεσο φορολογικό συντελεστή επί της εργασίας. Για το 2024 διαμορφώθηκε στο 44,8% στην Ελλάδα, όταν ο μέσος όρος στην ΕΕ ήταν 37,1%. Πρόκειται για δείκτη που δεν σημαίνει ότι «χάνεται» αυτόματα το 44,8% από τον μεικτό μισθό του εργαζομένου. Μετρά τη συνολική σχέση φόρων και κοινωνικών εισφορών που συνδέονται με τη μισθωτή απασχόληση προς το συνολικό κόστος της εργασίας για την οικονομία, συνυπολογίζοντας τόσο τις επιβαρύνσεις εργαζομένων όσο και εργοδοτών.
Η επίδοση αυτή τοποθετεί την Ελλάδα πάνω ακόμη και από χώρες που παραδοσιακά συνδέονται με υψηλή φορολόγηση της εργασίας. Στη δεύτερη θέση βρέθηκε η Ιταλία με 43,9% και ακολουθεί το Βέλγιο με 40,7%. Στον αντίποδα, Μάλτα (24,4%) και Βουλγαρία (24,9%) εμφανίζουν πολύ χαμηλότερη συνολική επιβάρυνση στο κόστος εργασίας.
Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η δεκαετής τάση. Από το 2014 έως το 2024, ο μέσος όρος της ΕΕ υποχώρησε από το 38,2% στο 37,1%. Στην Ελλάδα, αντίθετα, ο δείκτης αυξήθηκε κατά 3,4 ποσοστιαίες μονάδες — η δεύτερη μεγαλύτερη άνοδος στην Ένωση, πίσω μόνο από την Κύπρο. Αυτό δείχνει ότι, παρά τις κατά καιρούς μειώσεις σε εισφορές ή συντελεστές, η συνολική συμμετοχή φόρων και εισφορών στο κόστος της μισθωτής εργασίας παραμένει εξαιρετικά υψηλή. Και όταν η μισθωτή εργασία «φορτώνεται» τόσο, περιορίζεται όχι μόνο η καθαρή αμοιβή, αλλά και τα περιθώρια επιχειρήσεων να δώσουν αυξήσεις ή να δημιουργήσουν νέες θέσεις.
Ο ΦΠΑ κερδίζει έδαφος και η φορολογία μεταφέρεται στην κατανάλωση
Το δεύτερο σκέλος της «τριπλής παγίδας» αφορά τη φορολογία στην κατανάλωση. Σύμφωνα με την έκθεση, η Ελλάδα κατέγραψε από το 2014 τη μεγαλύτερη αύξηση στην ΕΕ ως προς το μερίδιο του ΦΠΑ στα συνολικά φορολογικά έσοδα. Η ενίσχυση έφτασε τις 3,1 ποσοστιαίες μονάδες, με την Ουγγαρία να ακολουθεί (2,3 μονάδες) και την Ιταλία να έπεται (1,8 μονάδες).
Η μετατόπιση αυτή έχει ουσιαστική κοινωνική διάσταση. Ο ΦΠΑ επιβάλλεται στην αγορά αγαθών και υπηρεσιών ανεξάρτητα από το εισόδημα. Έτσι, τα χαμηλότερα και μεσαία εισοδήματα —που αναγκαστικά δαπανούν μεγαλύτερο ποσοστό των αποδοχών τους σε βασικές ανάγκες— επιβαρύνονται αναλογικά περισσότερο. Όσο μεγαλύτερο κομμάτι της φορολογίας προέρχεται από την κατανάλωση, τόσο πιο έντονα γίνεται αισθητή η πίεση στο «καλάθι» της καθημερινότητας.
Στην αύξηση των εσόδων από ΦΠΑ συνέβαλαν η άνοδος της ιδιωτικής κατανάλωσης και των τιμών (καθώς ο φόρος υπολογίζεται επί της τελικής αξίας), αλλά και η ενίσχυση των μηχανισμών συμμόρφωσης. Η εξάπλωση των ηλεκτρονικών πληρωμών, η διασύνδεση των ταμειακών μηχανών και η λειτουργία του myDATA περιόρισαν μέρος συναλλαγών που παρέμεναν εκτός φορολογικής βάσης. Η Κομισιόν αναγνωρίζει τη συμβολή των ψηφιακών εργαλείων στον περιορισμό της φοροδιαφυγής, επισημαίνοντας ειδικά τη χρήση δεδομένων myDATA στις δηλώσεις εισοδήματος επιχειρήσεων και αυτοαπασχολουμένων.
Παράλληλα, όμως, η ίδια έκθεση αφήνει μια σημαντική υποσημείωση: οι νέες ψηφιακές υποχρεώσεις, όπως η ηλεκτρονική τιμολόγηση, μπορεί να δημιουργούν ένα σταθερό διοικητικό κόστος που επιβαρύνει περισσότερο τις μικρότερες επιχειρήσεις. Με άλλα λόγια, η φορολογία μπορεί να γίνεται πιο «ορατή» και πιο αποτελεσματική στη συλλογή της, χωρίς να γίνεται κατ’ ανάγκη πιο απλή ή πιο φιλική για όσους καλούνται να τη διαχειριστούν.
Πρωτιά και στους περιβαλλοντικούς φόρους: η ενέργεια ως τρίτο σημείο πίεσης
Το τρίτο σημείο πίεσης αφορά τους περιβαλλοντικούς φόρους, που περιλαμβάνουν κυρίως φόρους στην ενέργεια και στα καύσιμα, αλλά και επιβαρύνσεις σχετικές με μεταφορές και ρύπανση. Τα έσοδα αυτής της κατηγορίας στην Ελλάδα ανήλθαν το 2024 στο 3,8% του ΑΕΠ — το υψηλότερο ποσοστό στην ΕΕ. Ακολούθησε η Κροατία με 3,4%, ενώ Ολλανδία, Βουλγαρία και Σλοβενία διαμορφώθηκαν στο 3%.
Την ίδια στιγμή, οι περιβαλλοντικοί φόροι αντιστοιχούν στο 9,4% των συνολικών φορολογικών εσόδων της Ελλάδας, τη δεύτερη υψηλότερη επίδοση στην Ένωση μετά τη Βουλγαρία. Το μεγαλύτερο μέρος αυτών των εσόδων συνδέεται με τη φορολόγηση της ενέργειας, κάτι που αντανακλά τους υψηλούς ειδικούς φόρους κατανάλωσης στα καύσιμα και τις επιβαρύνσεις που ενσωματώνονται στις τελικές τιμές. Και επειδή η ενέργεια διαπερνά σχεδόν κάθε δραστηριότητα (μεταφορές, θέρμανση, παραγωγή, υπηρεσίες), η επίδραση αυτής της φορολογίας «περνά» τελικά και στις τιμές προϊόντων και υπηρεσιών.
Ο «λαβύρινθος» της φορολογίας και το κόστος της πολυπλοκότητας
Μια επιπλέον ένδειξη για τον βαθμό πολυπλοκότητας του συστήματος προκύπτει από τις απαντήσεις των ίδιων των φορολογουμένων. Το 18% των Ελλήνων δηλώνει ότι χρησιμοποιεί επαγγελματική βοήθεια για την υποβολή της φορολογικής δήλωσης, όταν ο μέσος όρος στην ΕΕ είναι 8%. Υψηλότερα ποσοστά καταγράφονται μόνο στην Ιταλία (25%) και στη Σλοβακία (19%).
Η έκθεση επισημαίνει ότι, σε ορισμένα κράτη, η δυσκολία υποβολής δηλώσεων, η περιορισμένη υποστήριξη από τις αρχές και η συχνή χρήση επαγγελματιών μπορεί να έχουν δημιουργήσει μια μόνιμη εξάρτηση των φορολογουμένων από «μεσάζοντες». Στην Ελλάδα, επομένως, η ψηφιοποίηση έχει ενισχύσει τις διασταυρώσεις και την είσπραξη, χωρίς να έχει μειώσει αντίστοιχα την ανάγκη πολιτών και μικρών επιχειρήσεων να καταφεύγουν σε λογιστές για να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους.
Η συνολική εικόνα δείχνει ότι η φορολογία στην Ελλάδα δεν λειτουργεί ως ένας ουδέτερος μηχανισμός χρηματοδότησης του κράτους, αλλά ως ένα πλέγμα επιβαρύνσεων που χτυπά την ίδια πηγή εισοδήματος σε διαφορετικά στάδια: στη μισθωτή εργασία όταν παράγεται, στην κατανάλωση όταν ξοδεύεται και στην ενέργεια όταν μετακινεί, θερμαίνει ή κρατά ενεργή την οικονομία. Όσο αυτή η «τριπλή παγίδα» παραμένει ο βασικός άξονας του φορολογικού μείγματος, η πίεση στα πορτοφόλια θα συνεχίζει να είναι αισθητή — και η συζήτηση για μια πιο ισορροπημένη φορολογία θα παραμένει κεντρική για την καθημερινότητα, την ανταγωνιστικότητα και την κοινωνική δικαιοσύνη.





















